14/12/2003

Η κανονική άδεια των εργαζομένων

   1. Η ετήσια άδεια των εργαζομένων - Γενικά

   Η υποχρέωση των εργοδοτών να χορηγούν άδειες στους μισθωτούς, προκύπτει από το σύνολο των διατάξεων του Α.Ν.539/1945, όπως τροποποιήθηκε με την παραγρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.Δ.4547/66 και την παραγρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.1346/83 και έχει σαν σκοπό να δώσει στους μισθωτούς τη δυνατότητα να ανανεώσουν τις ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις τους, για να μπορέσουν στη συνέχεια να φθάσουν σε υψηλότερη απόδοση και παραγωγικότητα. Οι ισχύουσες σήμερα διατάξεις που ρυθμίζουν το θεσμό των ετησίων αδειών με αποδοχές των μισθωτών και αποβλέπουν στην προστασία αυτών, είναι ο Α.Ν.539/45, ο Ν.1346/83 (ΦΕΚ 46/Α/14.4.83), όπως έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί από μεταγενέστερες Εθν. Γεν. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) και τον τελευταίο Ν.3144/2003 (ΦΕΚ 111/Α/8-5-2003).

   2. Εφαρμογή διατάξεων Α.Ν.539/45, Ν.1346/83

   Στις διατάξεις του Α.Ν.539/45, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.1346/83 υπάγονται οι απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις ή εργασίες, που έχουν σαν σκοπό το κέρδος, καθώς και οι εργαζόμενοι σε βιομηχανικές, βιοτεχνικές και εμπορικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που διενεργούν μεταφορές, φορτοεκφορτώσεις, άσχετα από τη μορφή ή το χαρακτήρα της οργανώσεώς τους (δημοσίου ή ιδιωτικού), καθώς και οι εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα ή οργανισμούς ή οιαδήποτε άλλα έργα που διεξάγονται για λογαριασμό ιδιωτών, νομικών προσώπων, οργανισμών δημοσίου δικαίου ή του δημοσίου ή σε σωματεία, συνεταιρισμούς, θεάματα και λέσχες. Δεν εξαιρείται δηλαδή της υποχρεώσεως για χορήγηση αδείας απουσίας ούτε το προσωπικό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, εφόσον η σχέση εργασίας του είναι ιδιωτικού δικαίου.

   Δεν υπάγονται στις διατάξεις του Α.Ν.539/45:

      α) Τα πρόσωπα που απασχολούνται σε ναυτιλιακές, αλιευτικές, γεωργικές, κτηνοτροφικές ή δασικές επιχειρήσεις. Για τους μισθωτούς των ανωτέρω επιχειρήσεων έχουν εφαρμογή τα άρθρα 666 και 667 του Α.Κ.

      β) Τα πρόσωπα που απασχολούνται σε επιχειρήσεις ή εργασίες που ασκούνται για κέρδος (παραγ. 3, εδάφ. α΄ του άρθρου 1 του ως άνω νόμου), στις οποίες εργάζονται μόνο μέλη της οικογενείας του εργοδότη.

      γ) Οι εργοδότες.

      δ) Τα πρόσωπα που απασχολούνται αντί μισθού σε δημοσίου χαρακτήρα υπηρεσίες ή εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εφόσον οι σχετικοί κανονισμοί δίνουν σ΄ αυτά το δικαίωμα αδείας τουλάχιστον ίσης με εκείνη, που προβλέπει ο Α.Ν.539/45 (παραγ. 3 εδάφ. β του ανωτέρω Νόμου), όπως τροποποιήθηκε με το Ν.1346/83.

   3. Ανάλυση των διατάξεων που σήμερα ισχύουν για χορήγηση αδείας

   Οι εργαζόμενοι, γενικά, δικαιούνται άδεια, αφού συμπληρώσουν δωδεκάμηνη συνεχή εργασία. Αυτό βέβαια ίσχυε μέχρι 31-12-2001. Ήδη με τη Νέα Εθν. Συλλογ. Σύμβαση ετών 2002 - 2003 και στο άρθρο 5 αυτής αναφέρεται ότι η διάρκεια της σχέσης εργασίας (βασικός χρόνος) που απαιτείται για τη γένεση της αξίωσης για τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές (Α.Ν.539/1945, όπως ισχύει) με αποδοχές, μειώνεται από δώδεκα (12) σε δέκα (10) μήνες συμπληρωμένους. Έτσι ο βασικός χρόνος για χορήγηση της κανονικής άδειας, δημιουργεί δικαίωμα στον νεοπροσλαμβανόμενο μισθωτό μετά τη συμπλήρωση δέκα (10) μηνών συνεχούς απασχόλησης να πάρει την άδειά του. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά από τον εργοδότη, προ της λήξεως του "ημερολογιακού έτους και δίνεται στο ήμισυ του προσωπικού κατά την θερινή περίοδο και συγκεκριμένα από 1ης Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους όπου έχει τις προϋποθέσεις, όπως ανωτέρω αναφέρουμε. Το υπόλοιπο προσωπικό, θα λάβει την άδειά του κατά τους χειμερινούς μήνες, εκτός αν οι εργασίες της επιχειρήσεως επιτρέπουν τη χορήγηση της άδειας σε όλο το προσωπικό κατά τους θερινούς μήνες. Οι μισθωτοί δικαιούνται με αίτησή τους, να ζητήσουν την άδεια, σε χρόνο που επιθυμούν οι ίδιοι. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια μέσα σε δύο μήνες από της υποβολής της αιτήσεως, Ο διακανονισμός του χρόνου χορηγήσεως της άδειας εναπόκειται και στη συμφωνία του μισθωτού και του εργοδότη. Η καλή πίστη, η οποία πρέπει να διέπει τις σχέσεις του εργοδότη και του εργαζόμενου, επιτάσσει να γνωρίζουν οι μισθωτοί εκ των προτέρων το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα απουσιάσουν από την εργασία τους, για να προγραμματίσουν έτσι την ανάπαυσή τους. Οι ημέρες της άδειας, τις οποίες δικαιούται ο εργαζόμενος, υπολογίζονται σε "αλλεπάλληλους εργασίμους" αφαιρούνται δηλαδή οι Κυριακές και οι εξαιρέσιμες, καθώς και τυχόν άλλες αργίες της επιχειρήσεως. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, η άδεια χορηγείται κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, δηλαδή από 1ης Ιανουαρίου έως 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Για παράδειγμα, αν μισθωτός προσλήφθηκε το μήνα Οκτώβριο, αφού συμπληρώσει 10μηνη απασχόληση, δικαιούται ο εργαζόμενος και υποχρεούται η επιχείρηση να του χορηγήσει την άδεια μετά τον Οκτώβριο, ήτοι μετά τον Ιούλιο του επόμενου έτους θα έχει συμπληρώσει 10μηνο απασχόληση. Ο βασικός χρόνος για τη χορήγηση της άδειας, απαιτείται μόνο για τον υπολογισμό της πρώτης άδειας, για τα υπόλοιπα χρόνια ο νόμος εννοεί ως έτος το ημερολογιακό, από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου, και επομένως, αν ο μισθωτός έλαβε κατά το πρώτο έτος την άδειά του το μήνα Δεκέμβριο - ημερομηνία που συμπλήρωσε 10μηνη εργασία - δικαιούται κατά το επόμενο χρόνο να ζητήσει την άδεια του από τον Ιανουάριο μέχρι και το Δεκέμβριο του τρέχοντος έτους, χωρίς να περιμένει την αρχική ημερομηνία προσλήψεών του, δηλαδή τη συμπλήρωση εργασιακού έτους.

   Ο χρόνος της ασθένειας, της στρατεύσεως και της απεργίας, θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και δεν αφαιρείται, κατά τον υπολογισμό των ημερών άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος. Στην άδεια υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Στους εργαζόμενους που απασχολούνται με πενθήμερο, το Σάββατο ή άλλη ημέρα της εβδομάδας που δεν παρέχεται εργασία δεν υπολογίζεται η ημέρα αυτή στον αριθμό ημερών αδείας.

   Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.Δ.3755/57 (ΑΠ 1568/99) "ο εργοδότης αρνούμενος τη χορήγηση στο μισθωτό της νομίμου αδείας του, υποχρεούται να καταβάλλει σ΄ αυτόν, τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας επαυξημένες κατά 100%. Έξαλλου, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Α.Ν.539/45 θεωρεί ανύπαρκτη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, από παραίτηση του δικαιώματος χορηγήσεως της άδειας. Δημιουργεί δε, η μη χορήγηση της άδειας, εκτός της καταβολής σε διπλάσιο χρήμα και ποινικές κυρώσεις για τον εργοδότη ( Α.Ν.539/45 άρθρο 5 παράγρ. 5 ). Επίσης, αν δεν τηρούνται οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ που έχουν σχέση με τη χορήγηση αδειών, οι υπεύθυνοι τιμωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.1876/90 . Η πληρωμή της άδειας μπορεί να ζητηθεί από το μισθωτό και μετά την απομάκρυνσή του από την εργασία και εντός μιας πενταετίας, μετά την παρέλευση της οποίας παραγράφεται η αξίωση αυτή. Ο μισθωτός κατά το χρόνο της αδείας του, υποχρεούται να αναπαυθεί και δεν επιτρέπεται να εργασθεί σε οιαδήποτε άλλη εργασία κατά τη διάρκεια αυτής.

   Ο Α.Ν.539/45, άρθρο 5, παραγρ. 2 δίνει τόσο μεγάλη σημασία στην ανάπαυση του εργαζόμενου, ώστε παρέχει το δικαίωμα στον εργοδότη να κρατήσει από τις αποδοχές του ως ποινή, τόσα ημερομίσθια όσες ημέρες εργάσθηκε, στο χρονικό διάστημα, που θα έπρεπε να αναπαύεται λόγω της αδείας του. Σύμφωνα με το Ν.1346/83 (Φ.Ε.Κ. 46 τευχ. Α΄ της 14.4.83) κάθε μισθωτός, αφού συμπληρώσει 10μηνη απασχόληση στον ίδιο εργοδότη (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες, δηλαδή όσες είναι οι εργάσιμες ημέρες τεσσάρων εβδομάδων. Προκειμένου για μισθωτούς που εργάζονται με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, η άδεια ορίζεται σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, στις οποίες δεν συνυπολογίζεται η έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν εργάζονται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος (πενθημέρου). Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή η άδεια ορίζεται ίση με τον εργάσιμο χρόνο τεσσάρων εβδομάδων.

   Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος υπηρεσίας πέρα από το βασικό χρόνο και μέχρι είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες ή είκοσι δύο (22), για όσους εργάζονται με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας.

   Με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. των ετών 2000-2001/23.5.2000 άρθρο-6 (Πράξη Καταθ. Υπ. Εργασίας 31/23.5.2000 ), από 1.1.2000 εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. (Βλέπετε πίνακες στο τέλος του άρθρου).

   Ο βασικός αυξημένος χρόνος των 30 εργασίμων ημερών ή 25 εργασίμων ημερών, προβλεπόταν και από τις ΕΓΣΣΕ των ετών 1998 (18.5.98) και 1999 (1.1.99), με την παρατήρηση όμως ότι τα έτη υπηρεσίας των 15 ετών στον ίδιο εργοδότη ή 17 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη, της ΕΓΣΣΕ 1998 και 12 και 14 ετών αντίστοιχα της ΕΓΣΣΕ 1999, μειώθηκαν με τη νέα ρύθμιση της από 23.5.2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. σε 10 έτη στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών προϋπηρεσίας σε οποιοδήποτε εργοδότη, όπως πιο πάνω έχουμε αναφέρει.

   Εκείνοι οι μισθωτοί που δεν εργάζονται συνεχώς, δηλαδή κάθε μέρα, αλλά με τη μορφή διαλείπουσας ή εκ περιτροπής εργασίας, σύμφωνα με ειδική συμφωνία με τον εργοδότη, δικαιούνται άδεια μετά τη συμπλήρωση 10μηνης σχέσης εργασίας (και όχι συνεχούς απασχόλησης) στον ίδιο εργοδότη. Η άδεια αυτή είναι ίση με το ένα δέκατο της άδειας, που δικαιούται ένας συνεχώς απασχολούμενος, για κάθε μήνα απασχόλησης από την ημέρα της πρόσληψης (αν πρόκειται για άδεια που χορηγείται για πρώτη φορά) ή από την ημέρα λήψης της άδειας του προηγούμενου έτους, μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας. Για τον υπολογισμό της άδειας αυτής σαν μήνας θεωρούνται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν κατά το παραπάνω υπολογισμό προκύπτει κλάσμα ημέρας άδειας που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα. Στο σημείο αυτό διευκρινίζουμε ότι ο υπολογισμός της άδειας μπορεί να γίνεται και με τη διαίρεση του αριθμού των ημερών εργασίας με τον αριθμό τριακόσια (300) και το πηλίκο να πολλαπλασιαστεί στη συνέχεια με τον αριθμό των ημερών άδειας που δικαιούται ένας πλήρως απασχολούμενος μισθωτός.

   Παράδειγμα:

   Ένας μισθωτός έχει πραγματοποιήσει μέχρι την παραμονή της λήψης της άδειας 145 ημερομίσθια και έχει δεκάμηνη σχέση εργασίας με τον εργοδότη του. Αυτός δικαιούται άδεια 145 : 300 Χ 24 = 11,6 = 12 εργάσιμες ημέρες. Αν ο ίδιος μισθωτός με τα ίδια ημερομίσθια έχει τριετή σχέση εργασίας, δικαιούται άδεια: 145 : 300 Χ 26 = 12,566 = 13 εργάσιμες ημέρες.

   Με το Ν.1346/83, άρθρο 1, παραγρ. 3 αντικαθίστανται οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 5 του Α.Ν.539/45 και ορίζεται: Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο ή λήξης της εποχιακής απασχόλησης πριν την συμπλήρωση δεκάμηνης σχέσης εργασίας οι μισθωτοί δικαιούνται από τον εργοδότη τους δύο (2) ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησής τους σ΄ αυτόν. Για απασχόληση μικρότερη του μήνα καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα. Αυτό ισχύει τόσο για μισθωτούς που εργάστηκαν συνολικά επί χρονικό διάστημα μικρότερο του μήνα, όσο και για μισθωτούς που εργάστηκαν επί ολόκληρο μήνα ή ολόκληρους μήνες και μερικές ημέρες, ως προς το μικρότερο του μήνα χρονικό διάστημα απασχόλησής τους. Για τον προσδιορισμό του ανάλογου κλάσματος διαιρούνται τα δύο (2) ημερομίσθια με τον αριθμό 25, όσες δηλαδή είναι κατά μέσο όρο οι εργάσιμες ημέρες του μήνα και καταβάλλονται τόσα εικοστά πέμπτα των δύο (2) ημερομισθίων, όσες είναι οι ημέρες εργασίας, π.χ. σε ένα μισθωτό που εργάστηκε πέντε (5) ημέρες θα καταβληθούν ως αποδοχές άδειας 5/25 των δύο ημερομισθίων του (10/25 του ημερομισθίου του). Σε περίπτωση λύσεως της σχέσης εργασίας του μισθωτού με οποιοδήποτε τρόπο, πριν λάβει την κανονική του άδεια που του οφείλεται, αυτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του εχορηγείτο η άδεια. Η διάταξη αυτή αφορά μισθωτούς που έχουν θεμελιώσει δικαίωμα άδειας, που έχουν δηλαδή δωδεκάμηνη τουλάχιστον σχέση εργασίας στον ίδιο εργοδότη, σε αντίθεση με την αμέσως παραπάνω διάταξη που αφορά μισθωτούς οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει δωδεκάμηνη σχέση εργασίας, όταν επέρχεται η λύση της σχέσεως ή η λήξη τη εποχιακής απασχόλησης. Ένας από τους τρόπους που επιφέρει τη λύση της σχέσεως εργασίας, είναι και ο θάνατος του εργαζόμενου (άρθρο 675) Α.Κ.). Αν ο εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του θανάτου του δεν έχει πάρει κανονική άδεια, το δικαίωμα για λήψη των αποδοχών της άδειας και επιδόματος άδειας με τη λύση της σχέσης εργασίας λόγω θανάτου μεταβάλλεται σε αξίωση και μεταβιβάζεται στους κληρονόμους. Η χορήγηση της άδειας στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλεται από το νόμο, μόνο όταν είναι ενεργός η σχέση εργασίας, ενώ όταν αυτή λύεται πριν χορηγηθεί η άδεια καταβάλλονται οι αντίστοιχες αποδοχές (άδειας και επιδόματα).

   Ο Άρειος Πάγος με τις αριθ. 1125/84 , 414/94 αποφάσεις του θεωρεί ότι οι κληρονόμοι δεν δικαιούνται να ζητήσουν την αποζημίωση του θανόντος μισθωτού, σε περίπτωση που ο μισθωτός έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης και κατ΄ επέκταση την αποζημίωση της άδειας για το λόγο ότι ο Νόμος προϋποθέτει οικειοθελή αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού από τον εργοδότη.

   Το Υπουργείο Εργασίας με το αριθ. 13115/98 έγγραφό του, έχει διαφορετική άποψη και δέχεται ότι οι κληρονόμοι δικαιούνται αποζημίωσης.

   Σημειώνεται ότι στην περίπτωση διευθετήσεως του χρόνου εργασίας, σύμφωνα με το Ν.2874/2000, ο αριθμός των ημερών άδειας μπορεί να αυξηθεί σε αντιστάθμιση του επιπλέον χρόνου απασχολήσεως.

   Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μισθωτοί δικαιούνται και επίδομα αδείας, το οποίο είναι ίσο με τις αποδοχές άδειας, αλλά δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό μηνιαίο μισθό, για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και τα δέκα τρία (13) ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με άλλο τρόπο πλην του μηνιαίου μισθού. (Σχετικά άρθρο 3, παρ. 16, Ν.4504/66 και άρθρο 6 ΕΓΣΣΕ 26.1.77, που κυρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν.549/77 ). Σύμφωνα με το άρθρο 250, παραγρ. 17 του Α.Κ. οι αξιώσεις για τη μη χορήγηση των αποδοχών της άδειας και του επιδόματος άδειας υπόκεινται σε 5ετή παραγραφή. Η αξίωση για προσαύξηση 100% για μη χορήγηση της άδειας από πταίσμα του εργοδότη υπόκειται επίσης σε 5ετή παραγραφή (Α.Π. 413.80). Οι παραβάσεις των διατάξεων περί άδειας των εργαζομένων επαναλαμβάνουμε ότι τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 5 του Α.Ν.539/45 "περί χορηγήσεως κατ΄ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ΄ αποδοχών" με χρηματική ποινή και φυλάκιση μέχρι (6) μηνών. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4, παραγρ. 3 του Α.Ν.539/45 οι εργοδότες πρέπει να τηρούν βιβλίο Αδειών, το οποίο συμπληρωμένο (στις ειδικές στήλες π.χ. ημερομηνία πρόσληψης εργαζομένων, χρονική διάρκεια άδειας, αποδοχές άδειας κλπ.) θα πρέπει να διατίθεται όταν ζητείται από τους Κοινωνικούς Επιθ/τές για έλεγχο.

   4. Η άδεια των εργαζομένων σύμφωνα με το Άρθρο 6 του Ν.3144/2003 (ΦΕΚ 111/Α/8-5-2003)

Τ   ο άρθρο 6 του ανωτέρου Νόμου με τίτλο "Ετήσια Κανονική Άδεια" ορίζει τα εξής:

   “Ο εργαζόμενος δικαιούται, κατά τον πρώτο χρόνο εργασίας του σε συγκεκριμένο εργοδότη, να λάβει από την έναρξη της απασχόλησής του, ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές, που προβλέπεται κατά τις κείμενες διατάξεις ότι δικαιούται μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Α.Ν.539/1945 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1346/1983 και όπως εκάστοτε ισχύει, κατ΄ αναλογία με το χρόνο εργασίας, που έχει συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη.

   Η ετήσια κανονική άδεια, η οποία θα χορηγείται σύμφωνα με την διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και το επίδομα αδείας, διέπονται κατά τα λοιπά από τις οικείες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

   Με τη συγκεκριμένη διάταξη δίνεται η δυνατότητα στον εργαζόμενο να λαμβάνει, αναλογικώς, από την πρώτη ημέρα απασχόλησής του, ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας, που δικαιούται να λάβει μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν.539/1945, που τροποποιήθηκε με το άρθρο του Ν.1346/1983 και όπως ισχύει κάθε φορά.

   Με την εν λόγω ρύθμιση ουσιαστικά, εναρμονιζόμαστε πλήρως με τις επιταγές του άρθρου 7 της οδηγίας 93/104 του Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία, όπως αυτή πρόσφατα ερμηνεύτηκε από το δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) με την απόφαση BECTU οι εργαζόμενοι δικαιούνται ετήσιας άδειας μετ΄ αποδοχών, από τον χρόνο απασχόλησης.

   Με βάση τα ανωτέρω οι εργαζόμενοι δύνανται να λαμβάνουν αναλογικά από την πρώτη ημέρα της απασχόλησής τους ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας. Ειδικότερα, κατά τον πρώτο χρόνο συμπλήρωσης της 10μήνου απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη, οι εργαζόμενοι δικαιούνται ποσοστιαία αναλογία της κανονικής άδειάς τους κατά μήνα που υπολογίζεται στο 12μηνο όχι στο 10μηνο, ήτοι 24/12 με εξαήμερη εργασία ή στα 20/12 με πενθήμερη εργασία, δηλαδή δύο (2) εργάσιμες ημέρες το μήνα.

   Οι δύο (2) εργάσιμες ημέρες αφορούν και τους μισθωτούς που εργάζονται με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, για το λόγο ότι η έκτη ημέρα συμπεριλαμβάνεται στο πενθήμερο και συνυπολογίζεται στις αποδοχές της άδειας.

   Σύμφωνα με το Ν.1346/83 (ΦΕΚ 46/Α/14-4-83) η δωδεκάμηνη απασχόληση αποτελεί το βασικό χρόνο υπολογισμού της άδειας (24 ημέρες για εξαήμερο, 20 ημέρες για πενθήμερο εβδομαδιαία εργασία) και στην περίπτωση λύσεως της σχέσης εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο ή λήξεως της εποχιακής απασχόλησης, προτού συμπληρωθεί δωδεκάμηνο στη σχέση εργασίας, οι μισθωτοί δικαιούνται δύο (2) ημερομίσθια αποζημίωσης για κάθε μήνα απασχόλησής τους. Ο βασικός χρόνος, δηλαδή το 10μηνο απαιτείται μόνο για τον υπολογισμό της πρώτης άδειας και αφορά αποκλειστικά το ημερολογιακό έτος που χορηγείται η άδεια αυτή. Αν συμπληρωθεί το 10μηνο και ο εργαζόμενος δεν έχει κάνει χρήση - ζήτηση της μειωμένης άδειας των δύο (2) εργάσιμων ημερών κατά μήνα, τότε λαμβάνει εξ΄ ολοκλήρου την κανονική του άδεια και το επίδομα αδείας που δικαιούται ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας του. Αν, όμως, έχει πάρει τμήμα της άδειας θα λάβει μετά τη συμπλήρωση του 10μήνου ανάλογη μειωμένη άδεια (αφαιρούνται οι ημέρες που έχει λάβει) μαζί με τις ανάλογες αποδοχές που αντιστοιχούν τόσο στην άδεια όσο και στο επίδομα αδείας.

   Για τα υπόλοιπα χρόνια ο Νόμος (Α.Ν.539/45) εννοεί ως έτος το ημερολογιακό έτος που αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου. Δηλαδή οι εργαζόμενοι δικαιούνται να λάβουν την άδεια τους από την αρχή του επόμενου έτους μέχρι τέλους αυτού (12μηνο) χωρίς τη συμπλήρωση του 10μήνου ή την ημερομηνία προσλήψεώς τους.

   Έτσι, πιστεύουμε ότι ισχύει για τον πρώτο χρόνο. Οι εργαζόμενοι για τα υπόλοιπα χρόνια, όπως πιο πάνω έχουμε αναφέρει, θα πρέπει να έχουν την ίδια αντιμετώπιση, δηλαδή να μπορούν να λαμβάνουν τις δύο (2) εργάσιμες ημέρες κατά μήνα για σοβαρές και δικαιολογημένες αιτίες ή γεγονότα που κρίνονται με βάση την καλή πίστη που θα πρέπει να διέπει τις σχέσεις του εργοδότη και του εργαζομένου. Διαφορετικά, το θέμα της άδειας της περίπτωσης, αυτής, μπορεί να αντιμετωπισθεί τμηματικά, ύστερα από αίτηση που έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει ο εργοδότης ή ο μισθωτός στην αρμόδια Κοιν. Επιθ/ση για έγκριση. Η χορήγηση της τμηματικής άδειας ανάλογα με τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι, κρίνονται αποκλειστικά από την Κοιν. Επιθ/ση η οποία εγκρίνει ή όχι την κατάτμηση της άδειας, η οποία δεν μπορεί σε πρώτο μέρος να είναι ανώτερη των έξι (6) εργάσιμων ημερών.

   5. Άδειες άνευ αποδοχών

   Για τη χορήγηση αδείας άνευ αποδοχών, δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να ρυθμίζει το θέμα αυτό. Στην περίπτωση που ο μισθωτός με αίτησή του, ζητεί τη χορήγηση αδείας απουσίας άνευ αποδοχών, θα πρέπει οπωσδήποτε να υπάρξει σύμφωνη γνώμη του εργοδότη, ο οποίος με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών συνηθειών και εφόσον διαπιστώνει οικογενειακές, κοινωνικές ανάγκες και υποχρεώσεις δύναται να χορηγεί άδεια άνευ αποδοχών. Η άδεια αυτή δεν λύει την σύμβαση εργασίας, αλλά απλώς την αναστέλλει και δεν δύναται να αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού ούτε υποχρέωση του εργοδότη, γιατί η χορήγησή της προϋποθέτει πάντοτε κοινή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ( Γνωμ. 557/63 ) δέχεται ότι η χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών δεν αποστερεί το μισθωτό από το δικαίωμα να ζητήσει βάσει του Α.Ν.539/45, την ετήσια με αποδοχές άδειά του, προκειμένου κατά τον σκοπό του νόμου αυτού, να παρασχεθεί η δυνατότητα να αναπαυθεί με αυξημένα οικονομικά μέσα προς αναπλήρωση των αναλωθεισών στην εργασία σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του. Αντίθετα ο Α.Π. (Απόφ. 161/1967) και τα λοιπά δικαστήρια της ουσίας (Πρωτ. Αθην. 6298/64 Πρωτ. Τρικαλ. 77/67 ) δέχεται ότι, αυτός που επανέρχεται από την άδεια χωρίς αποδοχές, δεν δικαιούται και κανονικής άδειας κατά τον Α.Ν.539/45, καθόσον με την χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών έχει εκπληρωθεί ο σκοπός του παραπάνω Νόμου. Το Υπουργείο Εργασίας συντάσσεται με την άποψη του Ν.Σ.Κ., καθόσον έχει τη γνώμη ότι αφενός μεν με τη σύμβαση παροχής άδειας χωρίς αποδοχές, τεκμηριώνεται θέληση του εργοδότη να αναγνωρίσει τον χρόνο της άδειας χωρίς αποδοχές ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, αφετέρου δε ο μισθωτός που έτυχε άδειας άνευ αποδοχών είναι δυνατό να έχει αναλώσει περισσότερες πνευματικές ή σωματικές δυνάμεις κατά το χρόνο αυτής, όπως συμβαίνει στην περίπτωση μετεκπαιδεύσεως στο εξωτερικό και συνεπώς επανερχόμενος από την άδεια άνευ αποδοχών, δικαιούται τόσο την κανονική άδεια με αποδοχές βάσει του Ν.1346/83 όσο και το επίδομα άδειας βάσει του άρθρου 3 παραγρ. 16 του Ν.4504/66 .

   Το Υπ. Εργασίας με το αριθ. 1896/28.8.97 έγγραφό του επανερχόμενο για το θέμα αυτό έχει την άποψη ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί, ότι σε κάθε περίπτωση χορήγησης άδειας άνευ αποδοχών, οφείλεται στον εργαζόμενο και η κανονική ετήσια άδεια με αποδοχές. Μόνο αν πρόκειται περί απολύτως δικαιολογημένης απουσίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος που έτυχε της άδειας αυτής άνευ αποδοχών είναι δυνατόν να έχει αναλώσει περισσότερες πνευματικές ή σωματικές δυνάμεις (όπως στην άδεια άνευ αποδοχών για μετεκπαίδευση), δικαιούται τόσο την κανονική άδεια με αποδοχές βάσει του Ν.1346/1983, όσο και το επίδομα άδειας βάσει του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν.4505/1966 .

   Για τους παραπάνω λόγους η άδεια άνευ αποδοχών θα πρέπει να χορηγείται μετά την εξάντληση της κανονικής άδειας ή να συμφωνείται η τύχη της κανονικής άδειας κατά τη χορήγηση της άδειας άνευ αποδοχών. Βέβαια, πιστεύουμε ότι ο εργαζόμενος, εφόσον κάνει χρήση της άδειας άνευ αποδοχών, μπορεί να μη λάβει την κανονική άδεια, θα πρέπει όμως να λάβει τις αποδοχές της άδειας και του επιδόματος άδειας. Κατά τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών νοείται βάσει της θεσπισμένης αρχής ότι ο μισθός αντιστοιχεί σε πραγματική προσφορά της εργασίας (Άρθρο 648 Α.Κ.).

   6. Αδικαιολόγητες απουσίες εργαζομένων και κανονική άδεια

   Με την παρ. 6 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/45 ορίζεται ότι τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο μισθωτός απέσχεν ή απέχει λόγω βραχείας σχετικώς διαρκείας ασθενείας, στρατεύσεως, απεργίας ή ανωτέρας βίας δεν θεωρούνται ως χρόνος μη απασχολήσεως, ουδέ και συμψηφίζονται προς τις ημέρες αδείας, τις οποίες δικαιούται ο μισθωτός.

   Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη και ιδιαίτερα τη φράση αυτής "... ουδέ και συμψηφίζονται κλπ." είχε γίνει δεκτό κατά το παρελθόν ότι συνάγεται "εξ΄ αντιδιαστολής", ότι τα χρονικά διαστήματα αποχής του μισθωτού από την εργασία που δεν οφείλονται στους ανωτέρω περιοριστικά αναφερόμενους λόγους, όπως είναι η αποχή που οφείλεται σε αδικαιολόγητη απουσία του μισθωτού, έχουν ως συνέπεια τον συμψηφισμό της αδείας και των αποδοχών αυτής. Δηλαδή για κάθε ημέρα αδικαιολόγητης απουσίας του μισθωτού, ο εργοδότης είχε δικαίωμα περικοπής και μιας ημέρας αδείας με τις αντίστοιχες αποδοχές, με αποτέλεσμα αν το σύνολο των ημερών απουσίας ήταν ίσο ή μεγαλύτερο από τις ημέρες άδειας που εδικαιούτο ο μισθωτός, ο τελευταίος να χάνει την κανονική άδεια απουσίας, τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν.539/45, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.1346/83, οι μισθωτοί θεμελιώνουν δικαίωμα άδειας, ύστερα από τη συνεχή απασχόληση 10 μηνών τουλάχιστον (Άρθρο 5 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. ετών 2002 - 2003). Μετά την θεμελίωση του δικαιώματος άδειας, η άδεια χορηγείται πλέον κάθε ημερολογιακό έτος, χωρίς να απαιτείται για την άδεια κάθε έτους να συμπληρώνεται (αυτοτελώς) νέο 10μηνο απασχολήσεως. Δηλαδή αν ένας μισθωτός έχει προσληφθεί τον Δεκέμβριο του έτους 2002, δικαιούται να πάρει άδεια τον Οκτώβριο του 2003 και από τον Ιανουάριο του έτους 2004 δικαιούται να πάρει την άδεια του ημερολογιακού έτους 2004. Από τις συνδυασμένες διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν.1346/83 και της παρ. 1 του άρθρου 4 και του άρθρου 6 της από 26.1.1977 Εθν. Γεν. Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο (άρα και με οικειοθελή αποχώρηση του μισθωτού) πριν λάβει την άδειά του ο μισθωτός, δικαιούται να λάβει τις αποδοχές (άδειας) που θα έπαιρνε αν του εχορηγείτο η άδεια, καθώς και το επίδομα άδειας. Δηλαδή ένας μισθωτός μπορεί να αποχωρήσει οικειοθελώς στην αρχή του ημερολογιακού έτους και να πάρει ολόκληρες τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας, ενώ ένας άλλος μισθωτός που δεν θα αποχωρήσει, αλλά θα εργασθεί όλο το έτος, αν στο έτος αυτό απουσιάσει αδικαιολόγητα τόσες ημέρες όσες και οι ημέρες άδειας που δικαιούται, σύμφωνα με τη λύση που δινόταν στο παρελθόν, δεν δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας. Μια τέτοια λύση όμως στο ανωτέρω σημείο δημιουργεί αδικαιολόγητη αντίφαση και άδικη μεταχείριση σε βάρος ενός μισθωτού, ο οποίος εργάστηκε περισσότερο χρόνο επ΄ ωφέλεια του εργοδότη έναντι εκείνου, ο οποίος απεχώρησε οικειοθελώς στην αρχή του έτους.

   Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 440 του Αστικού Κώδικα οι αμοιβαίες απαιτήσεις δύο προσώπων "αποσβέννυνται" με συμψηφισμό, εφόσον οι απαιτήσεις που καλύπτονται είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Η απαίτηση, όμως, του εργοδότη για παροχή της εργασίας του μισθωτού, η οποία δεν ικανοποιήθηκε λόγω της αποχής του μισθωτού, δεν είναι ομοειδής και δεν μπορεί να καλυφθεί (για να ενεργηθεί συμψηφισμός) με την απαίτηση του μισθωτού να μη παράσχει την εργασία του επί ορισμένες ημέρες (όση η άδειά του) και να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας. Ομοειδής με την ανωτέρω απαίτηση του εργοδότη είναι η απαίτηση του μισθωτού για παροχή άδειας μόνο ως προς το σκέλος του δικαιώματος απουσίας από την εργασία (όχι όμως ως προς τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας). "Ενόψει των ανωτέρω, νομίζουμε ότι οι ημέρες αδικαιολόγητης απουσίας του μισθωτού, ενώ μπορούν να συμψηφιστούν με τις ημέρες αδείας απουσίας, σε καμιά περίπτωση δεν συμψηφίζονται με τις αποδοχές των ημερών αδείας και το επίδομα άδειας αυτού".

   Επίσης, ο χρόνος αποχής των εργαζομένων από την εργασία, λόγω απεργίας, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, δεν συμψηφίζεται με τις ημέρες αδείας, στην περίπτωση μόνο που η απεργία είναι νόμιμη. Ακόμη αν ο εργαζόμενος ασθενήσει κατά τη διάρκεια της άδειάς του, αυτή παρατείνεται τόσες ημέρες όσες και οι εργάσιμες ημέρες της ασθενείας του. Συμψηφίζεται όμως με τις ημέρες αδείας η απουσία του εργαζόμενου από την εργασία λόγω ασθενείας, όταν αυτή είναι πέρα των ορίων βραχείας ασθένειας (Α.Π. 337/90). Ο χρόνος βραχείας ασθένειας είναι σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.4558/30 , ένας (1) μήνας, για όσους έχουν υπηρεσία μέχρι 4 ετών, 3 μήνες για όσους έχουν υπηρεσία 4 ετών μέχρι 10 ετών, 4 μήνες για όσους έχουν υπηρεσία 10 ετών και 6 μήνες για όσους έχουν υπηρεσία μέχρι 15 ετών και άνω. Αφαιρούνται, δηλαδή, από τις ημέρες άδειας οι ημέρες αποχής λόγω ασθένειας που είναι πέρα από τα όρια βραχείας ασθένειας και εμπίπτουν αυτές μέσα στο ημερολογιακό έτος που αφορά την άδεια ( έγγραφο Υπ. Εργασίας 890/80 ). Τέλος, το δικαίωμα λήψης της άδειας διατηρείται για τον εργαζόμενο και στην περίπτωση που έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα - βέβαια, μετά τη λήξη του χρόνου διαθεσιμότητας - όπως και κατά το διάστημα της άδειας που εμπίπτει με εξαιρετέα εορτή, η άδεια παρατείνεται κατά μία ημέρα.

   7. Ομαδική χορήγηση αδειών

   Παρατηρούμε ότι πολλές επιχειρήσεις τον τελευταίο καιρό κάνουν διακοπή των εργασιών τους, κατά τους θερινούς μήνες και χορηγούν ομαδικά τις κανονικές άδειες στους μισθωτούς. Η εφαρμογή του συστήματος της ομαδικής χορηγήσεως των αδειών δημιουργεί ορισμένα προβλήματα, τα οποία ενδεικτικά αναφέρουμε:

      α. Στην περίπτωση που οι μισθωτοί δεν δικαιούνται άδειας, λόγω μη συμπληρώσεως του βασικού χρόνου, η επιχείρηση υποχρεούται από την αρχή της προσλήψεως να γνωρίσει σ΄ αυτούς ότι κατά το χρόνο διακοπής των εργασιών της, λόγω της ομαδικής χορηγήσεως των αδειών, δεν θα τους παράσχει εργασία και βέβαια δεν θα τους καταβάλλει αποδοχές. Διαφορετικά θα έχει το όλο θέμα στην περίπτωση που δεν θα υπάρξει ενημέρωση, οπότε οι μισθωτοί μπορούν να διεκδικήσουν τις αποδοχές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ. (άρθρο 656) περί υπερημερίας.

      β. Ο εργοδότης έχει την ευχέρεια, να χορηγήσει την άδεια κατά το χρόνο που διακόπτει τις εργασίες η επιχείρησή του, σε εκείνους τους μισθωτούς που συμπληρώνουν το βασικό χρόνο για άδεια, μετά την ομαδική χορήγηση των αδειών. Τυχόν άρνηση των μισθωτών, να μην αποδεχθούν να λάβουν την κανονική άδειά τους μαζί με τους άλλους μισθωτούς, εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι, θα τους έφερε αντίθετους με τις αρχές της καλής πίστεως και

      γ. Μισθωτοί που κατά το χρόνο χορηγήσεως των ομαδικών αδειών, δικαιούνται λιγότερες ημέρες άδειας, απ΄ όσο διαρκεί η διακοπή των εργασιών της επιχειρήσεως, θα λάβουν τις αποδοχές, για όλο το χρονικό διάστημα της διακοπής, εκτός αν συμφώνησαν ότι στο διάστημα αυτό, θα λάβουν αποδοχές μόνο για τις ημέρες άδειας που δικαιούνται και όχι και για τον υπόλοιπο χρόνο ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών.

   8. Επίδομα αδείας

   Το επίδομα άδειας θεσπίσθηκε το πρώτο δια της αριθ. 10/1964 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, η οποία κυρώθηκε από την Υπουργική απόφαση 33182/64. Στη συνέχεια, με το Νόμο 4504/66 ρυθμίστηκε πληρέστερα ο θεσμός του επιδόματος άδειας. Έτσι, το επίδομα άδειας, μετά την αύξηση των ημερών άδειας φθάνει στο ανώτατο όριο των 13 ημερομισθίων ή στο ήμισυ του μηνιαίου μισθού. Δηλαδή εκείνοι που δικαιούνται αδείας 30 ή 25 ημέρες και άνω θα λάβουν ως επίδομα άδειας 13 ημερομίσθια, εφόσον αμείβονται με ημερομίσθιο ή το ήμισυ του μηνιαίου μισθού, εφόσον αμείβονται με μηνιαίο μισθό. Στην περίπτωση που οι μισθωτοί δικαιούνται αδείας κάτω των 13 ημερών, εφόσον η σχέση εργασίας λύεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο πριν τη συμπλήρωση του βασικού χρόνου θα λάβουν, μαζί με τις αποδοχές της αδείας τους, και ίσο χρηματικό ποσό ως επίδομα άδειας.

   Το επίδομα άδειας καταβάλλεται μαζί με τις αποδοχές της αδείας και προϋποθέτει χορήγηση αδείας. Αν ο μισθωτός δεν δικαιούται αδείας, δεν δικαιούται ούτε επίδομα αδείας. Στην περίπτωση που χορηγείται η άδεια στο διπλάσιο, το επίδομα αδείας δεν διπλασιάζεται ( Ν.Δ.3755/57 άρθρο 3 ). Γενικά θεωρούμε απαραίτητο να τονίσουμε ότι για το επίδομα άδειας ισχύει ότι για τις άδειες, όσον αφορά βέβαια τις αποδοχές. Κατωτέρω, παραθέτουμε την παραγ. 16 του άρθρου του Ν.4505/66 η οποία έχει ως εξής:

   Παραγ. 16: "Οι επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ΄ οιωδήποτε εργοδότη μισθωτοί, δικαιούνται κατ΄ έτος επιδόματος αδείας" ίσον προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του Α.Ν.539/45 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ΄ αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχής ενός 15νθημέρου, δια τους επί μηνιαίων μισθών αμειβόμενους, των 13 δε εργάσιμων ημερών, δια τους επί ημερομισθίων ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ΄ άλλον τρόπον αμειβόμενους μισθωτούς".

   Το επίδομα άδειας υπόκειται σε εισφορές του ΙΚΑ αυτοτελώς. Οφείλονται, επίσης, εισφορές για το επίδομα άδειας και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας ανεξάρτητα αν πράγματι καταβλήθηκε ή μη αυτό. ( Σ.Ε. 3965/82 τμήμα Α΄). Η αναλογία του επιδόματος άδειας υπολογίζεται και στην αποζημίωση λόγω καταγγελίας και στα επιδόματα εορτών.

   Για τους εργαζόμενους που αμείβονται με ημερομίσθιο και απασχολούνται 5 ήμερες την εβδομάδα, το ημερομίσθιο του επιδόματος αδείας, λόγω του αυξημένου ωραρίου, που καλύπτει την εργασία της έκτης (6) ημέρας, είναι ίσο με το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής, αφού οι εργαζόμενοι δικαιούνται 6 ημερομίσθια την εβδομάδα.

   9. Αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας

   Από τις διατάξεις του Α.Ν.539/45 προκύπτει ότι ο μισθωτός κατά τη διάρκεια της αδείας του δικαιούται να λάβει τις συνήθεις αποδοχές, δηλαδή ότι θα ελάμβανε αν εργαζόταν κατά το χρονικό διάστημα της άδειας ( Άρθρο 3, παραγρ. 1, Α.Ν.539/45 ). Επίσης, δικαιούται να λάβει και το επίδομα άδειας, το οποίο είναι ίσο με τις αποδοχές της άδειας και βέβαια υπό τους περιορισμούς του άρθρου 3, παραγρ. 16 του Ν.4505/66 . Ως συνήθεις αποδοχές νοούνται όλες οι παροχές που χορηγούνται με οιανδήποτε μορφή τακτικά και μόνιμα, όχι μόνο σαν αντάλλαγμα για την εργασία που παρέχεται, αλλά και σαν οικονομική ενίσχυση του μισθωτού ( Α.Π. 1273/84 τμήμα Β΄ ΑΠ 413/86 - 1059/86 ). Έτσι έχει κριθεί ότι στις αποδοχές άδειας και του επιδόματος άδειας συμπεριλαμβάνονται:

      α. Το επίδομα παραγωγής ( Α.Π. 256/66 ) Α.Π. 505/80 .

      β. Η νόμιμη υπερωριακή εργασία που παρέχεται τακτικά ή περιοδικά καθ΄ ορισμένα διαστήματα του έτους ( Α.Π. 548/78 , Α.Π. 52/79 , Α.Π. 455/81 ).

      γ. Οι προμήθειες ( Α.Π. 78/74 ).

      δ. Η αξία της συμβατικά παρεχόμενης τροφής κατοικίας ( Α.Π. 639/72 , Α.Π. 993/73 , Α.Π. 584/78 ).

      ε. Το επίδομα διαχειριστικών λαθών ( Α.Π. 551/72 ).

      στ. Το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, η προσαύξηση για την εργασία που παρέχεται τη νύχτα και τις Κυριακές ( Α.Π. 639/52 , Α.Π. 632/63 , Α.Π. 934/75 , Α.Π. 322/76 ) ανεξάρτητα αν παρέχεται νόμιμα ( Ν.435/76 άρθρο 2 ).

      ζ. Το επίδομα θέσης, τα έξοδα παραστάσεως και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, η οποία αποτελεί προσαύξηση του μισθού ( Απόφαση 396/71 Εφετ. Πατρών 10478/58 Πρωτ. Αθηνών ).

      η) Η αμοιβή για την καταβολή ιδιόρρυθμης υπερωρίας, δηλαδή την απασχόληση πέρα των 40 και μέχρι 43 ωρών.

   Σύμφωνα με την νομολογία των δικαστηρίων αποδοχές αποτελούν η αμοιβή για τακτική εργασία κατά Κυριακές, εορτές ή νύκτα ( Α.Π. 540/85 , Α.Π. 1318/84 Α.Π. 9111/86 , 1078/86 , 273/93 ), η τακτική ιδιόρρυθμη υπερωρία, εφόσον παρέχεται τακτικά κατά το χρόνο που χορηγείται η άδεια η νόμιμη τακτική υπερωρία που θα εκτελούσε ο εργαζόμενος στο διάστημα της αδείας του αν εργάζονταν ( Α.Π. 911/86 Εφετ. Αθην. 1950/95 ). Σύμφωνα με την 7/92 απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε ότι οι αποδοχές της άδειας και οι διατάξεις που ισχύουν γι΄ αυτές δημιουργούν αναγκαστικό δίκαιο και υπερισχύουν αντίθετων όρων που οι Σ.Σ.Ε. θεσπίζουν. Οι αποδοχές της άδειας και του επιδόματος αδείας προκαταβάλλονται και δεν συμψηφίζονται με ανώτερες καταβαλλόμενες αποδοχές.

   Εξάλλου, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών αδείας και επιδόματος άδειας των μισθωτών που αμείβονται κατ΄ αποκοπήν, ή κατά μονάδα εργασίας, (άρθρο 5 της από 26 Ιανουαρίου 1977 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν.549/77 ), ή άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, οι αποδοχές άδειας εξευρίσκονται, πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό των εργασίμων ημερών της άδειας με το μέσο όρο των ημερησίων αποδοχών τους, από την ημέρα που έληξε η άδεια του προηγουμένου έτους ή προκειμένου για άδεια που χορηγείται για πρώτη φορά από της προσλήψεως μέχρι της ενάρξεως της άδειας. Κατά τον ίδιο τρόπο υπολογίζεται και το επίδομα άδειας. Για τους μισθωτούς που αμείβονται με ποσοστά, οι αποδοχές άδειας υπολογίζονται με βάση το τεκμαρτό ημερομίσθιο του Ι.Κ.Α., το οποίο εξευρίσκεται αφού πολλαπλασιάσουμε το καθοριζόμενο από το Ι.Κ.Α. τεκμαρτό ημερομίσθιο με τον αριθμό των εργασίμων ημερών της αδείας (& Δ/γμα 15.11.49). Αν τα τεκμαρτά ημερομίσθια του Ι.Κ.Α. είναι κατώτερα από εκείνα που καθορίζουν οι Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι αποδοχές της άδειας των με ποσοστά αμειβομένων μισθωτών θα υπολογισθούν με βάση τις αποδοχές της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τις οποίες εξάλλου υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλλει κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης.

   Οι εργαζόμενοι δικαιούνται κατά τη διάρκεια της άδειας να λάβουν τις αποδοχές που θα ελάμβαναν αν απασχολούνταν. Οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο θα πρέπει να λαμβάνουν τόσα ημερομίσθια όσες είναι οι ημέρες άδειας. Οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό 24/25 για ένα (1) έτος υπηρεσίας ή ένα μισθό για δύο (2) ή τρία (3) έτη υπηρεσίας. Οι εργαζόμενοι που έχουν 10 έτη υπηρεσίας ή 12 έτη προϋπηρεσίας, θα πρέπει να λαμβάνουν τις αποδοχές αδείας του ενός (1) μηνιαίου μισθού, συν τόσα εικοστά πέμπτα για όσες εργάσιμες ημέρες που διανύονται στον επόμενο μήνα. Οι αποδοχές της άδειας και του επιδόματος άδειας, προκαταβάλλονται στον εργαζόμενο κατά την έναρξη της άδειας ( άρθρο 3 παραγρ. 8 του Α.Ν.539/45 ). Οι αποδοχές της αδείας και του επιδόματος αδείας υπόκεινται στις συνήθεις εισφορές και κρατήσεις. Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας που καταβάλλονται στους μισθωτούς που δεν έλαβαν την άδεια του έτους υπόκεινται σε εισφορές, ενώ δεν οφείλονται εισφορές για το διπλάσιο (100%) των αποδοχών άδειας που οφείλεται στο μισθωτό, όταν ο εργοδότης αρνήθηκε τη χορήγηση της άδειας ( Εγκυκλ. ΙΚΑ 94/91 , ΣτΕ 3340/87 , ΑΠ 81/66 , ΑΠ 718/65 ). Η προσαύξηση 100% των αποδοχών της άδειας φέρει το χαρακτήρα αποζημίωσης (Αστικής Ποινής). Η αποζημίωση αδείας που καταβάλλεται στον εργαζόμενο όταν λυθεί η σχέση εργασίας πριν συμπληρώσει το βασικό χρόνο υπηρεσίας ή πριν λάβει την κανονική του άδεια δεν υπόκειται σε εισφορές. Υπόκειται σε εισφορές όμως το επίδομα αδείας που λαμβάνει ο εργαζόμενος αυτός. Αποζημίωση άδειας και επίδομα άδειας δικαιούνται να λάβουν οι οικειοθελώς αποχωρούντες εργαζόμενοι - απολυόμενοι λόγω συνταξιοδοτήσεως, αφού συμπληρώσουν τις πλήρεις προϋποθέσεις και οι κληρονόμοι του εργαζόμενου σε περίπτωση θανάτου του. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παραγ. 3 εδ. 5 του Ν.1346/83 η σχέση εργασίας του εργαζόμενου που λύνεται με οποιοδήποτε τρόπο, υποχρεώνει τον εργοδότη στην καταβολή των αποδοχών της άδειας και του επιδόματος άδειας. Για τη φορολογία των αποδοχών της αδείας και του επιδόματος αδείας, το αριθ. 12958/83 έγγραφο του Υπ. Οικονομικών δέχεται ότι η αποζημίωση της άδειας και του επιδόματος, αποτελεί πρόσθετη παροχή και φορολογείται. Σε περίπτωση που δεν χορηγείται η άδεια, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές άδειας απλές όταν δεν υπάρχει πταίσμα αυτού, αυξημένες κατά 100% όταν υπάρχει πταίσμα του εργοδότη, δηλαδή αν ζήτησε ο εργαζόμενος την άδεια και ο εργοδότης αρνήθηκε να τη δώσει ( άρθρο 5, παραγ. 1, Α.Ν.539/45 - Ν.Δ.3755/57 άρθρο 3 ). Επίσης ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο και το επίδομα αδείας. Ο εργοδότης που από πρόθεση δεν χορηγεί την άδεια, υπέχει την ποινική ευθύνη που προβλέπει το άρθρο 5, παραγ. 7 του Α.Ν.539/45 . Ακόμη αν δεν τηρεί τους όρους των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που αναφέρονται στις άδειες των εργαζομένων, διώκεται και τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.1876/90 .

   Στις αποδοχές της άδειας δεν υπολογίζονται, η αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία, η εξ ελευθεριότητας παροχή εφόσον δεν έχει καταστεί μισθός ( Α.Π. 519/80 ), ούτε η παροχή της χρήσεως αυτοκινήτου προς εξυπηρέτηση του μισθωτού κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και για τις ατομικές του ανάγκες ( Α.Π. 1029/80 ). Επίσης δεν υπολογίζεται στις αποδοχές άδειας το επίδομα που καταβάλλεται μία φορά το χρόνο, ως ανταμοιβή για την επίτευξη των αποτελεσμάτων του ισολογισμού ( Α.Π. 136/79 ).

   Στις αποδοχές της αδείας και του επιδόματος αδείας περιλαμβάνονται οι συνήθεις αποδοχές που καταβάλλονται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα ( Εφ. Αθην. 1950/95 ), δηλαδή συνυπολογίζονται οι τακτικές πρόσθετες και συμπληρωματικές παροχές, όπως η αμοιβή για τακτική εργασία κατά Κυριακές, εορτές ή νύκτα ( Α.Π. 273/93 ), η αμοιβή για νόμιμη τακτική υπερωρία ( Εφετ. Αθην. 1950/95 ). Η αποζημίωση αδείας μπορεί, κατόπιν συμφωνίας, να καταβληθεί σε δόσεις και να συμψηφισθεί στις ανώτερες καταβαλλόμενες αποδοχές ( Α.Π. 227/91 ). Ειδικά, η αποζημίωση άδειας των εποχιακά εργαζομένων στις Ξενοδοχειακές επιχ/σεις υπόκειται σε εισφορές ( Ν.2636/95, άρθρο 17 ). Γενικά αναφέρουμε ότι ως αποδοχές υπολογίζονται στην άδεια και το επίδομα άδειας, οποιεσδήποτε άλλες παροχές που χορηγούνται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας από τους μισθωτούς.

   α) Συμπληρωματικές διευκρινιστικές οδηγίες ως προς τη χορήγηση άδειας.

   Οι ημέρες της αναπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και οι ημέρες ασθένειας δεν συμψηφίζονται με της ημέρες αδείας, ( Ν.Σ.Κ. 815/63 ). Η νόμιμη απεργία θεωρείται χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζεται με την άδεια ( Α.Ν.539/45 άρθρο 2 - Π.Δ.88/99 άρθρο 7 ). Δεν συνυπολογίζεται όμως στην άδεια η παράνομη απεργία, καθώς και η αδικαιολόγητη απουσία ( Α.Π. 1056/88 ). Επίσης, η διαθεσιμότητα θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, γιατί οφείλεται σε λόγους που δεν αφορούν τους εργαζόμενους αλλά τον εργοδότη, γι΄ αυτό και οι μισθωτοί δικαιούνται κανονικά την άδειά τους. Οι υποχρεωτικές αργίες (εορτές) δεν υπολογίζονται στις άδειες. Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Α.Ν.539/45 αν κατά το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι διανύουν την κανονική τους άδεια συμπέσει με εξαιρετέα εορτή ή κατ΄ έθιμο εορτή, παρατείνεται κατά μια ημέρα.

   Ακόμη, ο χρόνος επίσχεσης της εργασίας ή υπερημερίας δεν συμψηφίζεται με τις ημέρες της αδείας ( Α.Π.1690/90 - Α.Π.1291/94 ). Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου δικαιούνται άδειας και αποζημίωση αδείας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Νόμος ( Α.Π.346/97 ). Οι ωρομίσθιοι, εφόσον έχουν καθημερινή απασχόληση θα πάρουν άδεια με βάση το μέσο όρο των αμοιβών τους. Οι ωρομίσθιοι με διαλείπουσα εργασία δικαιούνται κι αυτοί άδεια σύμφωνα με τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω στο σχετικό κεφάλαιο περί διαλείπουσας εργασίας.

   Σύμφωνα με τις αριθ. 1201/98 και 674/91 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, τα πρόσωπα εμπιστοσύνης δεν δικαιούνται άδεια. Γι΄ αυτό το θέμα υπάρχουν και αντίθετες απόψεις. Η άποψή μας για το θέμα αυτό είναι ότι και τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται άδεια, όπως όλοι οι εργαζόμενοι.

   Αν ο μισθωτός ευρίσκεται σε ετοιμότητα γνήσια ή μη, ο χρόνος της ετοιμότητας απασχόλησης προσμετρείται για τη χορήγηση αδείας. Άδεια δικαιούνται και οι αποστρατευθέντες εργαζόμενοι όταν επιστρέψουν στον εργοδότη τους για ανάληψη εργασίας, συνυπολογιζομένου για λήψη άδειας του χρόνου προϋπηρεσίας που είχαν στον εργοδότη προ της στρατεύσεως, καθώς και του χρόνου στρατεύσεως.

   Με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. άρθρο 5 των ετών 2002 - 2003 ο βασικός

   ΠΙΝΑΚΑΣ Α΄
   Πίνακας ημερών αδείας με πλήρεις αποδοχές και επιδόματος αδείας, που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη (υπάλληλοι- εργατ/τες), με υπηρεσία έως 10 χρόνια ή προϋπηρεσία μέχρι 12 χρόνια σε οποιονδήποτε εργοδότη ( Ν. 1346/83, άρθρο 6 της από 23.5.2000 ΕΓΣΣΕ - Πράξη Καταβ. Υπ. Εργασίας 31/23-5-2000 -Άρθρο 5 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. ετών 2002 - 2003 - Πράξη Καταθ. Υπ. Εργασίας 19/29-4-2002 , Ν.3144/2003)

Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη Εργαζόμενοι με εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία Εργαζόμενοι με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία Αποδοχές αδείας Αποδοχές επιδόματος αδείας
10 μήνες 24 ημέρες 20 ημέρες 24/25 μηνιαίου μισθού για τους υπαλλήλους 1/2 μηνιαίου μισθού για τους υπαλλήλους
      24 ημερομίσθια για τους εργατ/χνίτες  
2 έτη 25 ημέρες 21 ημέρες 1 μηνιαίο μισθό για τους υπαλλήλους  
      25 ημερομίσθια για τους εργατ/χνίτες 13 ημερομίσθια για τους εργατ/χνίτες
3 έτη και άνω 26 ημέρες 22 ημέρες 1 μηνιαίο μισθό για τους υπαλλήλους  
      26 ημερομίσθια για τους εργατ/χνίτες  

   χρόνος για χορήγηση της κανονικής άδειας μειώθηκε από 12 μήνες σε 10 μήνες.

   Ο βασικός χρόνος (δηλαδή το 10μηνο) για τη χορήγηση της άδειας, απαιτείται για τον υπολογισμό της πρώτης άδειας. Για τα υπόλοιπα χρόνια οι εργαζόμενοι χωρίς να περιμένουν την αρχική ημερομηνία, δηλαδή τη συμπλήρωση εργασιακού έτους, δικαιούνται να ζητήσουν την άδειά τους από τον Ιανουάριο μέχρι το Δεκέμβριο του τρέχοντος έτους.

   Με το Ν.3144/2003, άρθρο 6 αυτού, οι εργαζόμενοι δύνανται του λοιπού να λαμβάνουν αναλογικά από την πρώτη ημέρα της απασχόλησής τους ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας (Βλέπετε παραγ. 4 του παρόντος άρθρου).

   Με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., άρθρο 5, των ετών 2002 - 2003 ο βασκός χρόνος για χορήγηση της κανονικής άδειας με πλήρεις αποδοχές, μειώθηκε από 12 μήνες σε 10 μήνες. Έτσι εργαζόμενοι με 10 συμπληρωμένα χρόνια εργασίας στον ίδιο εργοδότη ή 10 συμπληρωμένους μήνες απασχόλησης σε νέο εργοδότη, με προϋπηρεσία όμως 12 χρόνια εργασίας σε άλλους εργοδότες, δικαιούνται τις ημέρες αδείας που στον ανωτέρω πίνακα αναφέρονται.

   ΠΙΝΑΚΑΣ Β΄
   Πίνακας ημερών αδείας με πλήρεις αποδοχές και επιδόματος αδείας, για υπαλλήλους και εργατ/χνίτες που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη. (Άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ - Πράξη Καταθ. στο Υπ. Εργασίας 31/23-5-2000 Ν. 1346/80 - Άρθρο 5 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. ετών 2002 - 2003 - Πράξη Καταθ. ΥΤπ. Εργασίας 19/29-4-2002, Ν.3144/2003)

Χρόνια υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας Επιχειρήσεις με εξαήμερο Επιχειρήσεις με πενθήμερο Αποδοχές αδείας Αποδοχές επιδόματος αδείας
10 χρόνια συμπληρωμένα     1 μηνιαίος μισθός για τους υπαλλήλους συν τόσα 1/2 μηνιαίου μισθού για τους υπαλλήλους
ή 10 μήνες συμπληρωμένους     εικοστά πέμπτα όσες είναι οι εργάσιμες ημέρες της  
για όσους εργαζόμενους έχουν προϋπηρεσία 12 χρόνια σε άλλους εργοδότες 30 ημέρες 25 ημέρες άδειας που διανύονται στον επόμενο μήνα.  
      30 ημερομίσθια για τους εργατ/χνίτες με 6ήμερο, 13 ημερομίσθια για τους εργατ/χνίτες
      30 για τους εργατ/χνίτες με 5νθήμερο  

   Με το Ν.3144/2003, άρθρο 6 αυτού, οι εργαζόμενοι δύνανται του λοιπού να λαμβάνουν αναλογικά από την πρώτη ημέρα της απασχόλησής τους ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας. (Βλέπετε παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου).

ΠΙΝΑΚΑΣ Γ΄
ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ

εργαζομένων που η σύμβαση τους λύθηκε πριν να συμπληρώσουν έτος εργασίας.
( Ν.1346/83 άρθρο 3 (Φ.Ε.Κ. 46/Α/1983)

Μήνες υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη Αποζημίωση άδειας υπαλλήλων Αποζημίωση άδειας εργατ/τών Αποζημίωση επιδόματος άδειας
1 μήνας 2/25 μισθού 2 ημερομίσθια 2/25 μισθού για υπαλλήλους
      2 ημερομίσθια για εργατ/χνίτες
2 μήνες 4/25 μισθού 4 ημερομίσθια 4/25 μισθού για υπαλλήλους
      4 ημερομίσθια για εργατ/χνίτες
3 μήνες 6/25 μισθού 6 ημερομίσθια 6/25 μισθού για υπαλλήλους
      6 ημερομίσθια για εργατ/χνίτες
4 μήνες 8/25 μισθού 8 ημερομίσθια 8/25 μισθού για υπαλλήλους
      8 ημερομίσθια για εργατ/χνίτες
5 μήνες 10/25 μισθού 10 ημερομίσθια 10/25 μισθού για υπαλλήλους
      10 ημερομίσθια για εργατ/χνίτες
6 μήνες 12/25 μισθού 12 ημερομίσθια 12/25 μισθού για υπαλλήλους
      12 ημερομίσθια για εργατ/χνίτες
7 μήνες 14/25 μισθού 14 ημερομίσθια 1/2 μισθού για υπαλλήλους
      13 ημερομίσθια για εργατ/χνίτες
8 μήνες 16/25 μισθού 16 ημερομίσθια 1/2 μισθού για υπαλλήλους
      13 ημερομίσθια για εργατ/χνίτες
9 μήνες 18/25 μισθού 18 ημερομίσθια 1/2 μισθού για υπαλλήλους
      13 ημερομίσθια για εργατ/χνίτες

    Οι εργαζόμενοι που συμπληρώνουν 10 μήνες συνεχούς εργασίας στον ίδιο εργοδότη και λύνεται η σύμβασή τους θα λάβουν αποζημίωση άδειας κανονικά, όπως αυτή προβλέπεται και αναφέρεται στον πίνακα Α΄.

1on.gif (2742 bytes)