Θέματα & Αφιερώματα

7/2/2001

Το άγνωστο Ηράκλειο,
το Κάστρο και ο Χάνδακας

Του Γιάννη Σαββάκη, γεωπόνου

ΜΕΡΟΣ Α’

Με θλίψη και απογοήτευση, παρατηρώ την αδιαφορία, των αιρετών αρχόντων, αυτής της ανοχύρωτης πόλης του Ηρακλείου, που την αφήνουν έρμαιο, στη λαίλαπα των κονδυλίων, του εκσυγχρονισμού και της "προόδου".

balide%20tzami.jpg (12148 bytes)

                                                                    Το μοναδικό μνημείο που γκρέμισε η Χούντα,  το Βαλιδέ Τζαμί.
    Στη λαίλαπα των κονδυλίων, που έθαψαν τις βάσεις, του Case di Carnerlingi και όλων των αρχαιοτήτων, κάτω από το όμορφο κτήριο των "Μινωικών".
    Στη λαίλαπα των κονδυλίων που σκέπασαν με πλάκες και πολυδάπανα μπετά, Γερμανικής αισθητικής, την καταπράσινη πλατεία, της σημερινής Ελευθερίας, που ήταν πάντοτε γεμάτη με δένδρα και λουλούδια, δείχνοντας εις τους Καστρινούς τον ερχομό της άνοιξης, μια και ήταν πάντα το Πεδίο… του Μαρταπρίλη της χαράς (το Campo Marzilo των Ενετών).
    Στη λαίλαπα των κονδυλίων, που θα θάψαμε μέσ' τα μπετά, των νεόδμητων οικιών, τον άγιο Ονούφριο, μια απ' τις ωραιότερες βασιλικές με τρούλο, της ιστορίας του νησιού.
    Στη λαίλαπα των κονδυλίων, που αγνοούν τον Αη Γιάννη (το Μαχμούτ Αγά Τζαμί - Σεϊτάνογλου), την δίκλιτη βασιλική, που όπως σε βλέπω και με βλέπεις, πάει να καταρρεύσει, απ' ελλειπή συντήρηση και πλήρη αδιαφορία.
    Στη λαίλαπα των κονδυλίων, που αφανίζουν φρούρια, όπως το "μισοφέγγαρο" που έφτιαξε ο Μοζένιγκο, έξω από τη Βηθλεέμ.
    Στη λαίλαπα των κονδυλίων, που πάνε να εξαφανίσουν, το τελευταίο τείχος της άμυνας των Ενετών (L’ ultima tettirada), που άντεχε μέχρι προχθές εις την οδό Σκουλάδων.
    Στη λαίλαπα των κονδυλίων, που δεν αφήνουν τίποτε, ακόμα και στη μνήμη εκείνων που μοχθήσανε, γι αυτήν εδώ την πόλη (Σπανάκη, Ξανθουδίδη, Σταυριανίδη κλπ.)
    Μα πιο πολύ απ' όλα, στη λαίλαπα των κονδυλίων, που γκρέμισαν με άγνοια, το φρούριο του Τζάνε, απέναντι στο «Ατλαντίς», που όπως θα δούμε παρακάτω, είτανε μάλλον η ακρόπολη του αρχαίου Ηρακλείου.
    Η σημερινή περιοχή της πόλης του Ηρακλείου, είναι χωρίς αμφιβολίες, μια απ' τις αρχαιότερες, εστίες του πολιτισμού, ολόκληρης της ανθρωπότητας. Τα μεσολιθικά ευρήματα της Τρυπητής και του Κατσαμπά (Α. Zois A.C.E. Research Project 1972), δείχνουν όπως γύρω από τις εκβολές του αρχαίου ποταμού Κεράτου (του Κατσαμπαδιανού), είχαν αναπτυχθεί, αρχέγονοι συνοικισμοί, σίγουρα προγενέστεροι, ακόμα κι απ’ αυτή την νεολιθική Κνωσό. Σ' αυτό το γεγονός, ίσως και να οφείλεται και η προ-μυκηναϊκή ονομασία Καίρατος της πολυάνθρωπης Κνωσού, την οποία θα μας προτείνει και ο γεωγράφος Στράβων, μ' ετούτη την πληροφορία. "Εκαλείτο δ' η Κνωσός Καίρατος πρότερον, ομώνυμος τω παραρρεόντι ποταμώ" (Χ, 8, 240). Πέρα όμως από αυτή την ανεπιβεβαίωτη υπόθεση του αρχαίου συγγραφέα, τα προϊστορικά ευρήματα του προαστίου Πόρους, του Τεκέ και του Αγίου Ιωάννη, δηλώνουν αναμφίβολα, ότι η πόλη με το λιμανάκι της, ήτανε πάντα οικισμένη, τόσο κατά τη νεολιθική όσο και κατά τη μινωική περίοδο. Ακόμα και η αρχαιοαραβική ονομασία του προαστίου Μασταμπάς, υπονοεί τους μασταμπάδες, τους πρόδρομους των πυραμίδων, που έφτιαχναν στην Αίγυπτο, για τις επίσημες ταφές των βασιλιάδων και των Φαραώ. Και επειδή όλα αυτά, δεν είναι παρά υποθέσεις, που θα μπορούσανε να γίνουν, μονάχα απ' την χρονολόγηση των ευρημάτων των ανασκαφών, καλό θα ήτανε να δούμε, τι γράψανε με σιγουριά και οι αρχαίοι συγγραφείς, γι’ αυτή καθ' εαυτή την πόλη του Ηρακλείου, που ονομάστηκε ίσως έτσι, γύρω στον 9ο αιώνα π.Χ., μετά από την κατακτητική "κάθοδο των Ηρακλειδών", που ήταν μάλλον Δωριαίοι.
    Από τον Στράβωνα μαθαίνουμε πως στον καιρό του Μίνωα "έχει δ' επίνειον το Ηράκλειον η Κνωσός" (Χ, 7, 239).
    Από τον Πλίνιο πληροφορούμαστε ότι η "πολισμάτιον" (η μικρή πόλις) Ηράκλεια, βρίσκονταν μεταξύ της Απολλωνίας (εκβολές Αρμυρού ή Γιόφυρου) και της Μιλήτου (Hist Nat.iv, 12,59)
    Ο Πτολεμαίος θα τοποθετήσει το αρχαίο Ηράκλειο μεταξύ της μεγάλης απόστασης του Ζεφυρίου (ακρ. Γούδουρας) από το Πάνορμο (Γεωγρ. ΙΙΙ, 15, 4, 5).
    Τον έκτο μ.Χ. αιώνα, ο Στέφανος Βυζάντιος θα αναφέρει το Ηράκλειο, ως τη δέκατη έβδομη πόλη μεταξύ των είκοσι τριών Ηρακλειών (Βλ. R. Pashley "Traverls" τομ. Α, σελ. 208).
    Τελικά ο ανώνυμος συγγραφέας των "Σταδιασμών" θα προσδιορίσει ακριβώς τη θέση του αρχαίου Ηρακλείου, γράφοντας ότι η πόλη έχει λιμάνι και νερό και ότι βρίσκεται απ' την Κνωσό στην απόσταση των είκοσι (κ΄) σταδίων, γύρω στα 3,5 χιλιόμετρα, από την Αμνισόν (και όχι Χερρόνησον) στην απόσταση των τιράντα (λ΄) σταδίων, γύρω στα 5,5 χιλιόμετρα και από την Αστάλη (Μπαλί) στην απόσταση των εκατό (ρ΄) σταδίων, γύρω στα 18 χιλιόμετρα. (Σταδ. 349 - 349).

arxaio%20limani.jpg (17713 bytes)

                                                                             Οι ογκόλιθοι  του   αρχαίου  Ηρακλείου  στο  λιμάνι.
    Από όλες αυτές τις ιστορικές πληροφορίες, γίνεται ολοφάνερο ότι η αρχαία πόλη του Ηρακλείου, βρισκόταν πάντα ακριβώς εκεί που είναι και σήμερα, πράγμα που μας επιβεβαίωσε και η ενεπίγραφη στήλη - όριο με τ' όνομα της πόλης, που ανήκει στον 7ο αιώνα και βρέθηκε επάνω στο βόρειο τείχος του Βυζαντινού Χάνδακα, το οποίο κοντά στου Φυτάκη το μέγαρο, ήταν εδραιωμένο επώνα εις τα λείψανα παλαιοτέρου τείχους της Α' Βυζαντινής περιόδου (Κρ. Χρ. ΙΣΤ, 1, 47)). Και μια και σχολιάσαμε τα αρχαία τείχη του Ηρακλείου, καλό θα ήταν να αναφερθούμε, όχι μονάχα στους ογκόλιθους που βρίσκονται στα θεμέλια του ενετικού Κούλε, οι οποίοι κατά τον Στεφ. Ξανθουδίδη προερχόταν από τα αρχαία τείχη της πόλης, αλλά και στο μικρό τμήμα των τειχών αυτών από λαξευμένους ογκόλιθους επίσης, που θάφτηκε ασχολίαστο, κάτω από τα μπετά των πολυκατοικιών της οδού Δαιδάλου.
    Την ίδια θέση μάλλον, για την αρχαία πόλη, θα έλθει να μας υποδείξει και ο ιερωμένος Μπουοντελμόντι γράφοντας για την Κάντια "Τα τείχη (τα Βυζαντινά) της πόλης Κάντια ακτινοβολούν από λευκότητα. Αυτή η πόλη, που λέγεται Χάνδακας από τους Έλληνες, είναι εφοδιασμένη με ένα τεχνητό λιμάνι. Ασφαλισμένη από τείχη και πύργους που την προστατεύουν, είναι ανοιχτή σε όλους τους ανέμους… Η πόλη αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται στις πόλεις της αρχαιότητας (ο Μπουοντελμόντι έψαχνε να βρει το αρχαίο Ηράκλειο ανατολικά της Σητείας).Αλλά εκεί που βρίσκεται το λιμάνι, προς τα ανατολικά, υπήρχε μια μικρή ακρόπολη που χρησίμευε παλιά για την άμυνα. Όταν οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν την πόλη, όσοι σώθηκαν από τον πληθυσμό, αποσύρθηκαν σ' αυτή την οχυρή θέση και έκαμαν ένα χαντάκι, δηλαδή μια τάφρο, γύρω από τα σπίτια, που ήταν σφιγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Οι καταστροφές ακολούθησαν η μία την άλλη στο πέρασμα των αιώνων" (Cr. Buon, Descr. ins. Crete 1415 μ.Χ).
    Ανεξάρτητα ωστόσο από το εάν το "χαντάκι" αυτό το έκαναν οι πολιορκούμενοι Ηρακλειώτες από τον Ρωμαίο Μέτελλο γύρω στο 67 π.Χ. ή αν το έφτιαξαν αργότερα οι Αραβες κατακτητές, η πόλη του Ηρακλείου, θα πρέπει να υπήρχε και κατά την ρωμαϊκή περίοδο σαν αναγκαίο επίνειο της ρωμαιοκρατούμενης Κνωσού. Και λεμε ρωμαιοκρατούμενης γιατί η Κνωσός ήταν η μόνη από τις πόλεις της αρχαίας Κρήτης που είχε αποικιθεί από ρωμαίους πολίτες (colonia) με άρχοντες (duoviri) και αρχιερέα (augur) και έπρεπε να έχει θαλάσσια επικοινωνία όχι μονάχα με τη Ρώμη, αλλά κυρίως με την Καπύη εις την οποία είχαν παραχωρηθεί και τα εδάφη της. Γι’ αυτό το λόγο ίσως, κατά τον τέταρτο αιώνα (343 μ.Χ.) δεν αναφέρεται καθόλου μαζί με τις άλλες επισκοπές της Κρήτης και η επισκοπή Κνωσού, παρόλο που στον δεύτερο αιώνα ήτανε τυπικά η μόνη επισκοπή, σε όλο το νησί (Gerola-Monumenti).
    Την ύπαρξη του Ηρακλείου και την εξέλιξή του κατά την ρωμαϊκή και την Α΄ Βυζαντινή περίοδο (330-824 μ.Χ.) θα επισημάνει και ο αείμνηστος Σπανάκης, μ' αυτά τα λίγα λόγια. "Ο οικισμός του αρχαίου Ηρακλείου εξακολούθησε να υπάρχει και κατά τη ρωμαϊική περίοδο, με το ίδιο όνομα. Ενας από τους δέκα μάρτυρες που εμαρτύρησαν (επί Δεκίου) στη Γόρτυνα στα μέσα του τρίτου αιώνα, ο Ευάρεστος, καταγόταν από το Ηράκλειο εκείνο. Και στην πρώτη βυζαντινή περίοδο ο συνοικισμός Ηράκλειο εξακολουθούσε να υπάρχει. Μάλιστα ο συνοικισμός εκείνος ήταν γνωστός τότε και με το όνομα Κάστρο, όπως αναφέρει το εγκώμιο του Αγ. Ανδρέα του εν Κρίσει: ην ούτος ο μακάριος διάγων και ζων κατά Θεόν ευσεβώς εν τω επιλεγομένω Κάστρω της Κρήτης (Κρητ. Χρον. Ε, 34)" (βλ. Σπανάκη "Η Κρήτη").
    Και μια και ο Αγιος Ανδρέας, που ζούσε στο Ηράκλειο, πριν γίνει αρχιεπίσκοπος (το 710 μ.Χ.) ήτανε πιθανότατα μάλλον επίσκοπος Κνωσού πράγμα που επιβεβαιώνει και μια ωραία μολυβδόββουλα που βρέθηκε εις την Κνωσό έχοντας το όνομά του, δεν αποκλείεται καθόλου και η έδρα της επισκοπής Κνωσού να ήταν το Ηράκλειο. Οπως ήταν το 1821 που βίαια καταργήθηκε ή όπως είναι σήμερα που δίκαια επανιδρύθηκε. Αυτό το τόσο πιθανό γεγονός εξάλλου, έρχεται να μας το επιβεβαιώσει και η έγγραφη μαρτυρία των πρακτικών της Ζ' οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (754 μ.Χ.) εις την οποία αναφέρεται μαζί με τους Κρήτες ιεράρχες που συμμετείχαν και ο επίσκοπος Ηρακλειοπόλεως Θεόδωρος (βλ. Cornaro, I, 254).
    Και επειδή συνήθως, οι έδρες των επισκοπών, είχαν κατά κανόνα και τους καθεδρικούς ναούς τους, τις όμορφες "βασιλικές", δεν αποκλείεται καθόλου κι η πόλη του Ηρακλείου, να είχε και αυτή, μια "βασιλική" για να ιερουργεί ο επίσκοπος. Μια "βασιλική" σίγουρα αρχαιότερη απ' τους περίλαμπρους ναούς της πόλης του Μεγάλου κάστρου που έφτιαξαν αργότερα, κυρίως οι Βυζαντινοί της Β΄ περιόδου μαζί και οι Ενετοί που αφέντεψαν στην πόλη, γύρω στους τέσσερις αιώνες. Μια "βασιλική" που θα μπορούσε να ήταν, το κτήριο που φαίνεται, βορείως του Μποδοσακείου, στους χάρτες του ενετικούς, με την ονομασία Edificio Vechio (αρχαίο οικοδόμημα). Η ίδια ίσως εκκλησία, που εζωγράφισε και ο Μπουοντελμόντι, στην ίδια θέση ακριβώς, έξω από τα τείχη του Κάστρου των Βυζαντινών.
    Του Κάστρου που στην εποχή του εικονόφιλου Ανδρέα (8ος αιώνας) ήταν μάλλον το "πραιτώριο" κι η έδρα της διοίκησης του Θέματος της Κρήτης, μια και η παρηκμασμένη Μητρόπολη της Γόρτυνας, δεν εξυπηρετούσε πλέον, την αναγκαία επικοινωνία του παραπάνω θέματος με την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη. Αυτό εξ άλλου απορρέει όχι μονάχα από την ευκολία, με την οποία οι Σαρακηνοί, κατέστρεψαν την Γόρτυνα, αλλά κυρίως απ' το ότι κατά τον όγδοο αιώνα, η βόρεια Αφρική μαζί και η Κυρηναϊκή, ανήκαν πια εις το Ισλάμ, μ’ άμεσο αποτέλεσμα, την ανασφάλεια του Λιβικού από την πειρατεία και τις Αραβικές επιδρομές. Με τούτη την υπόθεση μάλλον θα συμφωνήσει και η έγγραφη μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο άγριος θεματάρχης Θεοφάνης ο Λαρδότυρος, τιμώρησε το 765 τον αββά Παύλο "εν τω λεγομένω πραιτορίω του Ηρακλείου" (βλ. Θ. Δετοράκη - Ιστορία της Κρήτης). Εις το πραιτώριο της πόλης του Ηρακλείου και όχι εις το πραιτόριο του αυτοκράτορα Ηρακλείου που έζησε δύο αιώνες πριν, όπως υποστηρίζουν μερικοί. Την πρωτεύουσα εξ άλλου σημασία της πόλης του Ηρακλείου για τους Βυζαντινούς κατά τον όγδοο αιώνα, βάσιμα θα επισημάνει και ο ιστορικός Στέργιος Σπανάκης, γράφοντας αυτά τα λόγια.
    "Οι Εικονομαχίες και οι συνεχείς έριδες απασχολούσαν τους Βυζαντινούς τον 8ο και 9ο αιώνα και παραμέλησαν τη φρούρηση της Αυτοκρατορίας, της οποίας θέμα ήταν και η Κρήτη. Εποχή κατά την οποία αλώνιζε τις ελληνικές θάλασσες η πειρατεία. Αραβες πειρατές έκαμαν επιδρομή στην Κρήτη, γύρω στα 725, όπως αναφέρεται στο βίο του μητροπολίτη Κρήτης Ανδρέου (σημερινού Αρχιεπισκόπου) του Ιεροσολυμίτου. Οι κάτοικοι, με τις οδηγίες του μητροπολίτη χωρίς καμία βοήθεια, κατόρθωσαν να εξολοθρεύσουν τους επιδρομείς. Στο σχετικό χωρίο αναφέρονται τα ακόλουθα…
    Οι γαρ αλιτήριοι Αγαρηνοί… δια πλήθους σκαφών εν τη φιλοχρίστω Κρητών νήσω εκμανώς επέστησαν… τω οχυρωμάτι τω προσαγορευομένω του Δριμέως.. (βλ. Θ. Δετοράκη οι άγιοι της Α Βυζαντινής περιόδου κ.λπ). Οι κουρσάροι Αραβες ελυμαίνονταν τα βόρεια παράλια της Κρήτης. Γνωστές είναι οι καταστροφές της Σητείας, του Ρεθύμνου και άλλων οικισμών των βορείων ακτών. Αλλωστε οχυρωμένοι οικισμοί ήταν οι πιο σημαντικοί, όπως ήταν και το Ηράκλειο, αφού αναφέρεται Κάστρο την περίοδο εκείνη ακριβώς. Η ονομασία του οχυρού του Δριμέως πιθανόν να ήταν το τμήμα του Κάστρου προς το Λιμάνι, και το όνομα αναφέρεται στον άρχοντα που επιστάτησε στην ανέγερσή του, όπως και οι 7 προμαχώνες των σημερινών τειχών φέρει ο καθένας το όνομα κάποιου άρχοντα, Μαρτινέγκο, Βιτούρι, Τζάνε κ.λπ" Ομιλίες "Το Ηράκλειο στο πέρασμα των αιώνων").
    Ολως διόλου "συμπτωματικά" το φρούριο του Τζάνε (K.S. Zanne - Cavallieri) πιθανόν και του Δριμέως, που σήμερα γκρεμίστηκε απέναντι από το ξενοδοχείο Ατλαντίς, είναι το ίδιο φρούριο που μας μνημόνευσε κι ο Μπουοντελμόντι,σ αν την αμυντική ακρόπολη του αρχαίου Ηρακλείου. Πέρα όμως από όλα αυτά, υπάρχει και η πιθανότητα της Ενετικής μετονομασίας του οχυρώματος του Δριμέως σε Zanne, από το μικρό Βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Ερημίτη (S. Zuanne Etermita) που βρισκόταν ακριβώς στη νοτιοδυτική γωνία του εν λόγω οχυρώματος.

Συνεχίζεται...

Θέματα & Αφιερώματα

8/2/2001

Το άγνωστο Ηράκλειο,
το Κάστρο και ο Χάνδακας

Του Γιάννη Σαββάκη, γεωπόνου

ΜΕΡΟΣ Β'

    Όσον αφορά επίσης και την υπόθεση της μεταφοράς της έδρας της επισκοπής Κνωσού στο Βυζαντινό Ηράκλειο, τουλάχιστο κατά τον 7ο αιώνα, η απουσία της επισκοπής Κνωσού από τους εκκλησιαστικούς καταλόγους των επισκεπτών της Κρήτης το 667, το 680 και το 692 μ.Χ. (βλ. G. Gerola - Monumenti) καθιστά αυτό το γεγονός πολύ πιθανό. Το πιο πιθανό γεγονός όμως από όλα αυτά είναι το ότι το Κάστρο του Ηρακλείου κατά τον 9ο αιώνα έγινε πλέον η πρωτεύουσα πόλη της Κρήτης και το απόρθητο ορμητήριο, των βάρβαρων Σαρακηνών, που λήστευαν κι ερήμωναν, τις πόλεις του Αιγαίου για ενάμιση αιώνα.
    Γύρω στο 824 μ.Χ. ο Ανδαλουσιανός εμίρης Αμπου Χαφς Ουμαρ (Abu Hafs umar, ο βυζαντινός Απόχαψης), με τα σαράντα πλοία του (τις λ'ναύς του) αποβιβάστηκε στον "Χάνδακα" που ήταν πιθανότατα, ο κόλπος Μεσσαράς, μια και το ακρωτήριο, που βρίσκεται νοτίως του σημερινού κομού ονομαζόταν τότε "στο Χαράκι" (βλ. Sto carachi στον χάρτη του Coronelli). Από εκεί "βήμα προς βήμα" όπως είπαν, κατέστρεψε τη Γόρτυνα και διάλεξε για ορμητήριο το Κάστρο του Ηρακλείου που εξυπηρετούσε τις επιδρομές των άγριων Αράβων προς το βυζαντινό Αιγαίο. Η επιλογή αυτή της θέσης εξάλλου, ίσως να έγινε και με την υπόδειξη κάποιου ορεσιβίου καλογέρου όπως μας λέει κι ο Γ. Φραντζής στο "χρονικό" που έγραψε.
    Για την ασφάλεια της πόλης, οι Άραβες κατακτητές, φρόντισαν να κατασκευάσουν, ένα μεγάλο τείχος, από "άψητους πλίνθους" που ήταν "συμπαγείς" γιατί είχαν αναμίξει με τον πηλό, "τρίχες αιγών και χοίρων", όταν τους κατασκεύαζαν. Το τείχος αυτό, είχε ίσως αρκετό πάχος, γιατί επέτρεπε σε δύο άμαξες να τρέχουν από επάνω του σ' αντίθετη κατεύθυνση. Γύρω από το τείχος, άνοιξαν μια τάφρο, ένα χαντάκι δηλαδή, κι ονόμασαν την πόλη από αυτήν την τάφρο, το Φρούριο της Τάφρου (Rabdh el Khandak). Εκείνη η ονομασία, κράτησε ως την εποχή μας, με τα λεγόμενα Χεντέκια που ήτανε οι γειτονιές γύρω από την τάφρο.
    Δεν υπάρχουν δυστυχώς αρκετές πληροφορίες για την κατάσταση της πόλης, τα κτήρια και την πολεοδομία της κατά την Αραβική περίοδο γιατί η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς απ' τον Φωκά. Ούτε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, ότι η Αραβοκρατία στην Κρήτη είχε εδραιωθεί σε όλο το νησί πέραν των ορίων του σημερινού Νομού Ηρακλείου, στον χώρο του οποίου βρήκανε οι αρχαιολόγοι αρκετά Αραβικά νομίσματα των εμίρηδων της Κρήτης Abu-Hafs, Abu-Amr, Shu Ayb κ.λπ. Αυτό που είναι βέβαιο είναι το ότι οι Σαρακηνοί χρησιμοποίησαν τον Χάνδακα (Το φρούριο της Τάφρου) σαν ένα ισχυρό ορμητήριο για τις πειρατικές επιδρομές τους, σαν ένα τόπο φύλαξης των πλούσιων λαφύρων και σαν ένα ασφαλές κέντρο διεξαγωγής του δουλεμπορίου τους. Μονάχα από τη λεηλασία της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης το 904, άρπαξαν οι Σαρακηνοί 22 χιλιάδες νέες και νέους, για να τους φέρουνε στον Χάνδακα και να τους πουλήσουν απ' τα σκλαβοπάζαρα, στους μεγιστάνες της Ανατολής. Όσο αφορά επίσης την έκταση που καταλάμβανε ο Αραβικός Χάνδακας, απλά θα υποθέσουμε, ότι τα τείχη του βρισκόταν, στην ίδια θέση που κτιστήκανε, τα τείχη των Βυζαντινών, της Β' περιόδου (961-1204 μ.χ). Άρχιζαν δηλαδή από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο, ίσως κι από το φρούριο του Τζάνε και ακολουθούσαν εξωτερικά τις οδούς Δαιδάλου και Χάνδακος, μέχρι τη θάλασσα, χωρίς επίσης να γνωρίζουμε και την οχύρωσή του από την παραλιακή πλευρά.
    Από διάφορες ιστορικές πηγές του δέκατου και του ενδέκατου μ.Χ. αιώνα, γίνεται ολοφάνερο, ότι το μόνο πρόβλημα που είχαν πάντοτε οι Βυζαντινοί για την ανακατάληψη της Κρήτης, ήταν το φρούριο της Τάφρου. Οι εύκολες αποβιβάσεις στο νησί και οι άκαρπες επιτυχίες του Βυζαντινού στρατού, το 843 με τον στρατηγό Κρατερό (ίσως στον ποταμό Καρτερό), το 829 με τον λογοθέτη Θεόκτιστο που κατέλαβε ένα μεγάλο μέρος της Κρήτης και το 911 μ.Χ. με τον πρίγκιπα Ιμέριο, δηλώνουν αναμφίβολα, ότι οι άγριοι Σαρακηνοί, είχανε μάλλον εδραιώσει κυρίως την κυριαρχία τους, γύρω απ' το φρούριο της Τάφρου κι απ' την χερσαία επικοινωνία του, με τις ακτές της Μεσσαράς. Αυτό τουλάχιστο υπονοούν, όχι μονάχα τα Αραβικά νομίσματα που βρέθηκαν κυρίως σε τούτες τις περιοχές, αλλά και τα Αραβικά τοπωνύμια που περιορίζονται στην πλειονότητά τους,σ το Νομό Ηρακλείου (Κατσαμπάς, Μασταμπάς, Αποσελέμης, δύο Σίβες (Πυρ/σης και Μαλ/ζίου), Ατσιπάδες, Χουμέρι κ.λπ). Τα επικρατέστερα εξάλλου τοπωνύμια με την ονομασία των Σαρακηνών, οι λεγόμενες Σαρακινόβιγλες, υπονοούν την άμυνα, του πληθυσμού της Κρήτης, απέναντι στις ληστρικές, Αραβικές επιδρομές. Με όλα αυτά εξάλλου, μάλλον συνηγορούν, όχι μονάχα η Βυζαντινή πληροφορία σύμφωνα με την οποία μια τουλάχιστο Κρητική πόλη δεν αλώθηκε ποτέ από τους Άραβες (ίσως η Κυδωνία, το Καστέλι των Χανίων), αλλά και η έλλειψη πληροφοριών από Αραβικής πλευράς για καταναγκαστικούς εξισλαμισμούς, επάνω στο νησί. Πράγμα που είναι φυσικό γιατί οι πειρατές, όπως ήταν οι Σαρακηνοί, δεν ήταν δυνατό να ενδιαφέρονται ούτε για τη φτώχια του νησιού, ούτε και για το θρήσκευμά του, ανεξάρτητα από το εάν οι βυζαντινοί συγγραφείς, αποκαλούσαν τότε την Κρήτη, "θεόλεστον" και "βαρβαρότροφον" νήσον.
    Όλα αυτά ωστόσο, θα έλθει να επισφραγίσει και η απρόσκοπτη αποβίβαση του Βυζαντινού στρατού κοντά στο Φρούριο της Τάφρου (στις εκβολές του Αλμυρού) που έγινε το καλοκαίρι του 960 μ.Χ. υπό την ηγεσία του αρχιστρατήγου (δομέστικου) Νικηφόρου Φωκά. Σύμφωνα με τη "λογική" που σήμερα υπαγορεύουν, τα νούμερα και οι αριθμοί, από Βυζαντινές πηγές τον στόλο του Φωκά τον αποτελούσαν 3307 πλοία, από Αραβικές πηγές ωστόσο, ο στόλος αυτός είχε μόνο 700 πλοία και από άλλες πηγές γύρω στα 250 πλοία (βλ. Θ. Δετοράκη - Ιστορία της Κρήτης). Δεν ξέρουμε λοιπόν, τον όγκο του στρατεύματος με το οποίο ο Φωκάς, άρχισε να πολιορκεί το Φρούριο της Τάφρου. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι το ότι οι Βυζαντινοί, εστρατοπέδευσαν ανενόχλητοι εις την περιοχή της Φοινικιάς, το ότι οι Άραβες πολιορκούμενοι τόλμησαν να επιχειρήσουν μονάχα μια έξοδο, το ότι ο Φωκάς αποδεκάτισε εύκολα τη μοναδική εξωτερική βοήθεια των Αράβων και το ότι κατέλαβε τον Χάνδακα τον Μάρτιο του 961 μ.Χ.
    Με την κατάληψη του Χάνδακα έγινε αυτομάτως και η κατάληψη της Κρήτης. Τόσο ήταν το μίσος των Βυζαντινών για εκείνη τη σφηγκοφωλιά των άγριων Σαρακηνών, που ο Φωκάς διέταξε την πλήρη ισοπέδωση ολόκληρης της πόλης. Ακόμα και τα θυρώματα του παλατιού των Σαρακηνών εμίρηδων, εξοστρακίστηκαν εκ θεμελίων εις τη Μονή της Μεγίστης Λαύρας στο” Άγιο Όρος”.
    Έτσι ο Νικηφόρος πια Φωκάς με λάφυρα και αιχμαλώτους (την οικογένεια του εμίρη Αβδούλ Αζίζ Κοτορμπή ή Κουρούπη), ετοίμαζε το θρίαμβο, που επρόκειτο να γίνει, αργότερα στη βασιλεύουσα. Μα πριν αναχωρήσει απ' το "φιλόχριστο" νησί, φρόντισε να κατασκευάσει σ' αντικατάσταση του Χάνδακα το "Τέμενος το άστυ" (Λέωνο Διάκονος) που ήτανε το φρούριο της Ενετικής Ρόκκας επάνω από το Κανλί Καστέλλι. Το άστυ όμως Τέμενος, ποτέ δεν κατοικήθηκε. Οι χριστιανοί του Ηρακλείου, αψηφώντας τις πειρατικές επιδρομές, εγκαταστάθηκαν ξανά, στο ισοπεδωμένο Κάστρο τους κι έχτισαν νέα τείχη που "αχτινοβολούσανε από λευκότητα", όπως μας λέει και ο Μπουοντελμόντι. Ίσως από αυτά τα τείχη, τα λεγόμενα "Αραβικά" που επικάλυψαν αργότερα κατά τον 15ο αιώνα οι Ενετοί, να πήρε την ονομασία Κάντια (Candia) όχι μονάχα ο Χάνδακας, αλλά και όλο το νησί (Regno et isola di Candia), μια και η λέξη Candidezza σημαίνει τη λευκότητα και τη διάχυτη ασπράδα. Τα Βυζαντινά τείχη του Χάνδακα που ήταν ενισχυμένα με δεκαπέντε όμορφους πύργους, ακολουθούσαν μάλλον την ίδια γραμμή με τα παλιότερα Αραβικά και συνέχιζαν κι από τη θάλασσα με μια καλή οχύρωση, του λιμανιού της πόλης. Μια ωραία ζωγραφιά της παλιάς πόλης του Χάνδακα που έφτιαξε ο Μπουοντελμόντι το 1415 μ.Χ. μας δείχνει ολοκάθαρα όχι μονάχα την πολεοδομία του Βυζαντινού Χάνδακα τα τείχη και τους βούργους του (τα προάστιά του), αλλά και τις λαμπρές οικοδομές του.
    Στο κέντρο της πόλης, δεσπόζει ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Τίτου, που ήταν μια μονόστεγη και εσωτερικά τρίκλιτη βασιλική. Σ' αυτή την εκκλησία σίγουρα ελειτούργησαν, τόσο ο μητροπολίτης Κρήτης Ηλίας, όσο και ο τελευταίος μητροπολίτης του νησιού που ονομαζόταν Νικόλαος. Στον περίβολο αυτής της εκκλησίας έθαβαν οι βυζαντινοί τους αρχιεπισκόπους, τους Κατεπάνω - δούκες και τους στρατηγούς της Κρήτης. Την Βυζαντινή προέλευση του Χάνδακα και των προαστίων του δεν υπονοεί μονάχα ο χάρτης του Μπουοντελμόντι, αλλά και οι 108 παλιές ορθόδοξες εκκλησίες που υπήρχαν εντός των τειχών του σημερινού Ηρακλέιου κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας (βλ. Χάρτη Werdmuller, χάρτη Coronelli και Gerola Monumenti). Μερικές από αυτές τις εκκλησίες διατηρούνται μέχρι και σήμερα όπως την Αγία Αικατερίνη, την Παναγία (μικρός Αγ. Μηνάς), τον Άγιο Ματθαίο, την Αγία Παρασκευή, τον Άγιο Ιωάννη (την αρμένικη εκκλησία) και τον Αγιο Ονούφριο, που "λειτουργεί" στις μέρες μας μάλλον σαν αποθήκη.Μα πέρα από όλα αυτά, αυτό που δείχνει ολοκάθαρα, η μεσαιωνική ζωγραφιά του Βυζαντινού Χάνδακα, είναι η ιδιόμορφη πολεοδομία της πόλης, που διατηρήθηκε και επί Ενετοκρατίας και διατηρείται ακόμα και σήμερα. Ο κεντρικός δρόμος του Βυζαντινού Χάνδακα, η Ruga Maistra των Ενετών και η σημερινή 25η Αυγούστου, άρχιζε από το λιμάνι και ετελείωνε μπροστά από την κεντρική πύλη της πόλης σε μια μεγάλη πλατεία, την Piazza Delle Biade (την πλατεία των Ζωοτροφών) στα σημερινά "Λιοντάρια". Σ' αυτή την πλατεία, στη βορειοδυτική πλευρά της, βρισκόταν το ανάκτορο του Κατεπάνω Δούκα κι αργότερα του Δούκα, που εγκατέστησαν οι Ενετοί (το Palazzo Ducalle).
    Στη θέση της κεντρικής πύλης του Βυζαντινού Χάνδακα, εκατασκεύασαν οι Ενετοί μια μεγάλη καμάρα, την περίφημη Voltone. Εξω από τη Voltone, από την Ενετική πλατεία Piazza Delle Erbe (την πλατεία των χορταρικών), το σημερινό Μεϊντάνι (Meydan), κινούσανε ακτινωτά όλοι οι κεντρικοί δρόμοι των προαστίων της πόλης, με πρώτο και καλύτερο τον δρόμο του αυτοκράτορα, την Via Imperialis. Αυτό το δρόμο οι Ενετοί τον είπαν Πλατειά Στράτα (Strada Larga), γιατί ήταν ο πλατύτερος δρόμος του Ηρακλείου. Έτσι τον έλεγαν μέχρι προχθές, ακόμα και οι Ηρακλειώτες, σεβόμενοι τις παραδόσεις τους, κόντρα στη μετονομασία του σε λεωφόρο του Καλοκαιρινού.
    Ακολουθούσαν στη συνέχεια, από τη δύση προς την ανατολή, φεύγοντας σαν ακτίνες από το ιστορικό Μεϊντάνι και οι σημερινοί δρόμοι, 1821, 1866, Έβανς κ.λπ. Για όλα αυτά εξάλλου, υπάρχει μια γκραβούρα, που εικονίζει και επεξηγεί, βάσιμα και αντικειμενικά, την πρόσφατη ιστορία, τουλάχιστον της πολεοδομίας, του γνωστού μας Ηρακλείου, της Κάντια και του Μεγάλου Κάστρου.