Θέματα & Αφιερώματα

10/2/2001

Ο αιώνας της πανούκλας,
των ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΔΑΣΗ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΗ

    Με αφορμή το αφιέρωμα του κ. Ξενοφώντα Λήμνιου για το Στέργιο Σπανάκη, στο προχθεσινό μας φύλλο και τα όσα ο μεγάλος Κρητικός Ιστοριοδύφης αναφέρει για την επιδημία της πανούκλας, δημοσιεύουμε σήμερα το παρόν ιστορικό κείμενο.
    Η πανούκλα, να σημειώσουμε, όπως θα διαπιστώσετε και στο κείμενο, δεν ήταν απλώς μια επιδημία ήταν μια καμπή για την κοινωνία της Ευρώπης. Ενα «πέρασμα» από το «παλιό» στο «καινούργιο».
    Το κείμενο πήραμε από την αθηναϊκή εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».

Οι επιδημίες δεν ήταν άγνωστες στο Μεσαίωνα. Όμως, ο Μαύρος Θάνατος που έζωσε την Ευρώπη την τριετία 1348-1350 δεν ήταν μια ακόμη επιδημία στις τόσες ή και σε όσες θα επακολουθούσαν. Ηταν μια γενική καταστροφή του πληθυσμού της Ευρώπης, αφού το 1/3 των κατοίκων πέθανε από την εξάπλωση της πανώλης. Ποντίκια και ψύλλοι, γνώριμοι έως συγκάτοικοι στο ανθρώπινο περιβάλλον, ευθύνονταν για τη μετάδοση της νόσου που ταξίδεψε με πρωτότυπους τρόπους από την κεντρική Ασία μέχρι τα λιμάνια της Μεσογείου και στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα.
    Η αρρώστια βρήκε, όπως ήταν φυσικό, την κοινωνία της εποχής απροετοίμαστη. Παραδομένοι στη θρησκοληψία, στις προλήψεις και στις πνευματιστικές νοοτροπίες, οι άνθρωποι έλπιζαν μόνο να τύχουν της Θείας Πρόνοιας. Άλλωστε, διάχυτη ήταν η αντίληψη ότι η επιδημία ήταν σταλμένη εκ Θεού, ήταν η τιμωρία Του στον αμαρτωλό βίο των ανθρώπων.
    Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση της αρρώστιας. Λιτανείες, εκκλήσεις και προσευχές προς τη Θεία Χάρη ήταν η αρχή.
    Όταν όμως η εξάπλωση του Μαύρου Θανάτου γενικεύθηκε, τότε βγήκαν στους δρόμους τάγματα μαστιγωτών για να βοηθήσουν στην κάθαρση των σωμάτων και των ψυχών. Το κλίμα της παράνοιας που έχει αναπαραστήσει εκπληκτικά ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν στην Εβδομη Σφραγίδα.
    Μια ακόμη εκφορά αυτής της ατμόσφαιρας ήταν οι μαζικές δολοφονίες των πιο "αμαρτωλών" της γης, των Εβραίων, που εξαναγκάστηκαν σε άτακτη φυγή προς τη Λιθουανία και την Πολωνία.
    Η οπισθοχώρηση της αρρώστιας έδωσε έναν κόσμο διαφορετικό, όχι μόνο από την άποψη της μείωσης του φυσικού πληθυσμού. Στην οικονομία, στις σχέσεις των ανθρώπων μέσα στις κοινωνίες, τα δεδομένα είχαν προφανώς αλλάξει. Πόλεις είχαν ερημώσει, νέοι ιδιοκτήτες και νέες ιδιοκτησίες είχαν εμφανιστεί. Η εξέλιξη του χρόνου είχε ανακοπεί βίαια.

Ήταν ο καβαλάρης που ήρθε τρέχοντας στο Μαύρο Άλογο, ήταν ο Μαύρος Γίγαντας που ξεπρόβαλε μακριά από την κοιλάδα ή ήταν ο μαύρος κομήτης που οι περισσότεροι έλεγαν ότι είχαν δει να διασχίζει τον ουρανό;
    Οι θρύλοι για το Μαύρο Θάνατο, που έπληξε τον κόσμο στα μέσα του 14ου αιώνα, δεν είχαν τέλος στη μεσαιωνική Δύση. Σε ένα πράγμα όμως υπήρχε γενική σύμπτωση απόψεων: η εξάπλωση της πανώλης στην τριετία 1348-1350 ήταν μια ατέλειωτη καταστροφή για ολόκληρο τον κόσμο. Ξεκινώντας από την Ινδία το 1337, κατέλαβε σταδιακά τη νότιο Ρωσία, την οθωμανική αυτοκρατορία, τη Μεσόγειο, την ηπειρωτική Ευρώπη και τα Βρετανικά νησιά.
     Ήδη στα τέλη του 1346 αρκετοί Ευρωπαίοι στα εμπορικά λιμάνια, γνώριζαν ότι η αρρώστια εξαφάνιζε τον πληθυσμό στην Ανατολή.
    Οι εκκλήσεις στη Θεία Πρόνοια, οι μετάνοιες, αλλά και οι φιλανθρωπίες στα μοναστήρια, στις εκκλησίες και στα ιδρύματα ξεπερνούσαν κάθε προηγούμενο. Το φαινόμενο των ανθρώπων που αυτομαστιγώνονταν έξω από εκκλησίες ή τους δρόμους πήρε τρομερές διαστάσεις στη Γερμανία. Άλλωστε, σε έναν σκοταδιστικό κόσμο που η λογική και η με επιστημονικούς όρους εξήγηση της επιδημίας ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατη, η πιο εύκολη ερμηνεία, ήταν εκείνη που απέδιδε την τρομακτική εξάπλωση της ασθένειας σε θεία καταδίκη.
    Η φαντασία ενός ανώνυμου Φλαμανδού κληρικού οργίασε. "Στην Ανατολή, σε μια επαρχία κοντά στην Ινδία, φρικτή και ανήκουστη καταιγίδα εξ ουρανού κατέκλυσε την περιοχή για 3 ημέρες. Την πρώτη ημέρα έπεσε βροχή από βατράχια, φίδια, σαύρες, σκορπιούς και άλλα δηλητηριώδη τέρατα. Τη δεύτερη ημέρα ακούστηκε μια βροντή και κομμάτια φωτιάς έπεσαν στη γη, ανακατεμένα με χαλαζόπετρες τεράστιου μεγέθους (καθώς έπεφταν) εξολόθρευσαν σχεδόν τα πάντα, από το μικρότερο μέχρι το μεγαλύτερο. Την τρίτη ημέρα έπεσε φωτιά από τον ουρανό που έβγαζε καπνό, η οποία σκότωσε ό,τι είχε απομείνει ζωντανό πάνω στη γη…".
    Παρόμοιες αναφορές συναντά κανείς και σε άλλα χρονικά αυτής της περιόδου, πράγμα που υποδεικνύει ότι η απόγνωση των μορφωμένων της εποχής να ερμηνεύσουν το γεγονός ήταν γενικευμένη, οπότε οι πάντες προσέφευγαν σε ανάλογες προσεγγίσεις.
    Οι φόβοι της μετάδοσης επαληθεύθηκαν. Τον Ιανουάριο του 1348, η πανώλη έφτασε στη Γένοβα.
    Αλλά πως μεταδόθηκε η επιδημία σε τόσο μακρινές αποστάσεις, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι μετακινήσεις στο Μεσαίωνα δεν είχαν το μαζικό χαρακτήρα που έχουν σήμερα; Είναι απολύτως σίγουρο ότι η αρρώστια ταξίδεψε στους εμπορικούς δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών. Από την Ανατολή, μέσω της Βαγδάτης, διέσχισε τον Τίγρη και διαμέσου της Αρμενίας έφτασε στους εμπορικούς σταθμούς που διέθεταν στην Κριμαία οι ιταλικές πόλεις.
    Ο Γκαμπριέλ ντε Μουσί, έμπορος της Πιατσέντσα, αναφέρει ότι μουσουλμάνοι Τάταροι, προσβεβλημενοι από τη θανατηφόρο νόσο, επιτέθηκαν στο οχυρό των Γενοβέζων στην πόλη Κάφφα (Θεοδοσία), στα παράλια της Κριμαίας στη Μαύρη Θάλασσα, επειδή τους θεώρησαν υπαίτιους της συμφοράς που τους βρήκε. Βλέπετε, οι ιταλοί έμποροι ήταν μια μικρή μειοψηφία σφόδρα αντιπαθητική τους ντόπιους εξαιτίας των δραστηριοτήτων τους και του πλουτισμού τους - ήταν και χριστιανοί. Οι Τάταροι, μολυσμένοι και ετοιμοθάνατοι, κατέληξαν να βάλουν τους καταπέλτες μπροστά στα τείχη και να εκσφενδονίσουν πτώματα μέσα στην πόλη. Πανικόβλητοι οι Ιταλοί και οι κάτοικοι έπαιρναν τα πτώματα και τα έριχναν στη θάλασσα.
    Ορισμένοι ανέβηκαν στις γκαλεάσσες και ξεκίνησαν για τη Μεσόγειο. Μαζί τους, βέβαια, ταξίδευε και η πανώλη, πράγμα που έγινε φανερό όταν τα πλοία έφτασαν στη Μεσσήνη της Σικελίας, τον Οκτώβριο του 1347. Ακόμη κι αν η αφήγηση του Ντε Μουσί είναι αναληθής, όπως ισχυρίζεται ο ιστορικός Κώστας Κωστής, που έχει ασχοληθεί περισσότερο από οποιονδήποτε με την ιστορία της πανώλης στον ελλαδικό χώρο, το σίγουρο είναι ότι η επιδημία πραγματοποίησε αυτό το ταξίδι, από την Ανατολή προς τη Δύση, στα τέλη του 1347. Ένας σύγχρονος χρονικογράφος, μάλιστα, επιβεβαιώνει ότι τον Ιανουάριο 1348, 3 γκαλεάτσες προσέγγισαν στη Γένοβα φορτωμένες με μπαχαρικά της Ανατολής. Μόλις διαπιστώθηκε ότι οι ταξιδιώτες ήταν μολυσμένοι, τους εξανάγκασαν σε φυγή. Τα πλοία προσόρμισαν και σε άλλα λιμάνια. Σε λίγο ολόκληρη η ιταλική χερσόνησος και από εκεί όλη η Ευρώπη δεχόταν τη μάστιγα της πανώλης. Ο Μαύρος Θάνατος ήταν γεγονός.

Ο λοιμός στην Ελλάδα

    Ο ελλαδικός χώρος έζησε πολύ συχνά την επιδημία τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Την εποχή του Μαύρου Θανάτου, οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, της Εύβοιας της Κρήτης, της Λήμνου, της Θεσσαλονίκης και της νότιας Πελοποννήσου γνώρισαν τη θανατηφόρο νόσο. Αν και δεν υπάρχουν σαφή ποσοστικά στοιχεία για τον αριθμό των θυμάτων, κρατάμε μόνο την αναφορά ότι στην Κύπρο χάθηκε ο μισός πληθυσμός του νησιού. Αλλά τη μεγαλύτερη έξαρση η επιδημία παρουσίασε τον 18ο αιώνα, όπου αναφέρεται και το παράθεμα: "Εις τους 1778 εγένετο μέγας χειμών εν Κωνσταντινουπόλει. Τω αυτώ έτει συνέβη και μέγα θανατικό", μεταφέρει την πληροφορία ο Σπυρίδων Λάμπρος έναν αιώνα, και πάνω αργότερα. Είναι αλήθεια ότι η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε σταθερά την κύρια εστία της εισόδου της νόσου στον ελλαδικό χώρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Κώστας Κωστής στη μελέτη του για την Πανώλη, και τα οποία εκτεταμένα χρησιμοποιούμε εδώ, σε ολόκληρο τον 18ο αιώνα μόλις δεκατέσσερις χρονιές δεν θα παρουσιαστεί η επιδημία. οι σκόρπιες αλλά πολυπληθείς πληροφορίες είναι αρκετές για να συμπεράνουμε ότι η πανώλη είχε εγκατασταθεί στον ελλαδικό χώρο. Το ύψος των θυμάτων δεν αναφέρεται πάντοτε.
    Όμως, είναι προφανές ότι η ένταση και η θνησιμότητα που προκαλούσε η νόσος δεν ήταν πάντα ίδιες. Για παράδειγμα το 1741 ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης θα πληγεί σημαντικά. Στη φάση της έξαρσης, κατά το μήνα Ιούνιο, αναφέρονται 500 νεκροί ημερησίως. Την ίδια χρονιά η πανώλη ταξίδεψε και νοτιότερα, στην Αθήνα, με μικρότερες συνέπειες, αλλά και στη Ναύπακτο, όπου η συμφορά ήταν μεγάλη αφού η νόσος πήρε μορφή επιδημίας, αφήνοντας 2.000 νεκρούς.
    Στο τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, δηλαδή στη φάση εκείνη που ταυτίζεται με την οικονομική αναγέννηση του ελλαδικού χώρου, παρατηρείται η μεγαλύτερη έξαρση της παρουσίας της πανώλης. Χαρακτηριστικά, μόνο δύο χρονιές δεν αναφέρεται κρούσμα της αρρώστιας σε κανένα μέρος της ελληνικής χερσονήσου.
    Η οικονομική άνθηση και η δημογραφική αύξηση μάλλον αποτέλεσαν παράγοντες που διευκόλυναν την εμφάνιση της αρρώστιας. Η ένταση της οικονομικής δραστηριότητας και η αύξηση της πυκνότητας του πληθυσμού ευνόησαν κατά τα φαινόμενα τη μετάδοση της πανώλης.

* Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΔΑΣΗΣ είναι ιστορικός, Αν. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης και ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ιστορικός στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών και δημοσιογράφος