Θέματα & Αφιερώματα

25/2/2001

Εύθυμες Αποκριές
Του Κωστή Φραγκούλη

    Tις χρονιάρες μέρες, Χριστούγεννα, Πάσχα και Τριώδιο που περνούμε τώρα, λέω το παλιό λαϊκό “απόθεμα” Κατά την εορτή και το τροπάρι”. Το ίδιο θαπω και στη μέρα που αποχαιρετούμε, συν Θεώ, τις εύθυμες Αποκριές, για να πούμε σε στίχους το συναξάρι και τα δρώμενα του, στα δικά μας τα χρόνια στο Μ. Κάστρο. Για τους νεώτερους βεβαιως. Γιατί γιατους παλαιότερους που τα ζήσαμε είναι περασμένες μας χαρές που δηγόντας τις να κλαίς.Μνήμες ζημωμένες λοιπόν με το αξεδίψαστο νερό της νοσταλγίας είναι και η παρακάτω ρίμα που την πρωτοείπα σ’ ένα χορό αποκριάτικο του Συλλόγου των εν Ηρακλείω Σητειακών “Ο Μύσων”.

Τσι μεγάλες αποκρές,
κουζουλαίνονται κι οι γρες
και μαζί μ’ αυτές κι οι γέροι

και θυμούνται τα παλιά,
που πετούσανε αξέγνιοι
στον αέρα, σαν πουλιά.
Τί θα πει πως είναι γέροι.
Τί θα πει πως είναι γριές;
Πάντα νέες, δεν γερνούνε
των ανθρώπων οι καρδιές.
Μένουν ζωηρές δροσάτες
για χαρές, για πανεγύρι
αξεδιψαστες, κεφάτες
σα να πίνουνε το σώμα
τση ζωής μεσ’ στο ποτήρι
ξέχειλο π’ αναθεμάτες
που ‘χει την περίσσα γλύκα
κι από πείρα σας το λέω,
επειδή ‘ναι σαν της νιότης
το ταγκό το τελευταίο.
    Το θυμάστε το τραγούδι;
τί σουξέ και τι χαμός!
Ρεξεντά χορεύαμ’ όλοι
βήμα κι αναστεναγμός.
Μπελ επόκ στο Κάστρο τότε
τώρα, τί να πω; - Αμοκ!
πάντοτε. Μα τέτοιες μέρες
δεν υπήρχε στην Ελλάδα
σαν εδώ κεφάτο μέρος.
Χαρτοπόλεμος στους δρόμους
στις πλατείες και στα σπίτια
και παντζουρλισμός πηγαίος
κι όλοι στης χαράς τα δίχτυα.
Αρματα και μασκαράδες
μουσικές και μαζορέτες
κολομπίνες, αρλεκίνιοι
πριμαντόνες και σουμπρέτες
καρναβάλι με πατέντα
ξέφρενο, καραμπινάτο
μια γωνιά της Βενετίας
μέχρι το λιμάνι κάτω
Τρεις Καμάρες, Μεϊντάνι,
Πλατειά Στράτα, πήχτρα όλα
σ’ ένα πέλαγο ευθυμίας
εγιαλέσα - εγια μόλα
και βοήθα μ’ Αηνικόλα
Και στο Μπεντενάκι βράδυ
με ολίγον φωτισμόν
εγινόταν για τους νέους
“Γέφυρα των Στεναγμών”
χαλασμός κυρίου. Λύρες
και βιολιά και μαντολίνα
που δεν τάχε ουτε η Πάτρα
ούτε κι η Κλεινή Αθήνα.
Πέρασε όμως εκείνη
η ωραία εποχή
λες και τα πήρε σαν φύλλα
του φθινόπωρου η βροχή.
Κι έχουν γίνει μνήμη τώρα
στους παλιούς που τάχουν ζήσει
σαν κεράκι που ο χρόνος
το φυσά για να το σβήσει.
Μα εκείνοι το προσέχουν
κι άσβηστ’ όλοι το κρατούν
να τους φέγγει ως στο τέλος
της ζωής που περπατούν,
γατί, τότε πως να ζήσεις,
σαν δεν έχεις αναμνήσεις;
Θα ‘μοιαζες με στρατοκόπο
κουρασμένο κι ασπρομάλλη
που πηγαίνει δίχως βέργα
να κρατεί κι ένα βουργιάλι
τον ανήφορο το δρόμο
και νερό ένα φλασκάκι
σαν διψά για να το πίνει
κάθε λίγο και λιγάκι
για να παίρνει νιο κουράγιο.
αχ! τα νιάτα τα παντέρμα!
γαι να φτάξει κουτσα - κούτσα,
στση γλυκειάς ζωής το τέρμα...

Οι καρδιές λοιπόν εκείνες,
σας το λέω σοβαρά
ερωτεύονται ακόμη
κι ανατρέπουνε τη γνώμη
πως τα νιάτα τα καημένα
είναι μόνο μια φορά!
Κι ως παθός το βεβαιώνω
και αυτό, δεν είν’ ντροπή.
πως ο έρως έχει πάντα
στην καρδιά κάτι ναπει,
ότι η ζωή ‘ναι ωραία
μέχρι τέλους - χαρωπή
έστω κι αν ακόμη σ’ έχουν
οι δικοί σου στο ΚΑΠΗ...
που σημαίνει, τέρμα σ’ όλες
ταις του βίου ηδοναίς
για το ισχυρό το φύλο
και δια το ασθενές.
Αποχαιρετάς τα πάντα
και ρωτάς, γιατί και γιάντα
όσο και αν επιμένεις
να σου πουν μην περιμένεις.
Θα μπορούσα να πω κι άλλα
μα τ’ αφήνω να θωρεί
σαν την αλεπού του Αισώπου
όχι ο τόπος, μα η ώρα
δυστυχώς με λοιδωρεί
κι ως φινάλε θα σας πω
κάτι ακόμη χαρωπό.
Μια ρίμα που την ήβγαλε
άνθρωπος που κατέχει
σαν αρμηνιά και συμβουλή
καθένας να την έχει.
Αφού υπάρχει θάνατος
και το κορμί θα λιώσει
τί θα τα κάμουν τα λεφτά
στσι τράπεζες καμπόσοι
Στον κάτω κόσμο δεν περνούν
χοτζέτι τωσε κάνω
για κείνο ας τα ξοδεύγουνε
αβέρτα στον Απάνω
Στα γλέντια στσι ξεφάντωσες
ακόμη εδά που ζούνε,
γιατί άλλοι σαν θα φύγουνε
θα τα χαροκοπούνε
κι ίσως αντί συχωρεμούς
και να τσι βλαστημούνε.

Το είπε κι ο Επίκουρος
σοφός πολύ σπουδαίος
σαν αρμηνιά και σύσταση
πλαγίως μα κι ευθέως
τώρα που έχετε καιρό
γλεντάτε όσο μπορείτε
γιατί αργότερα πικρά
θα το μετανοείτε.
Κι ο ύστερος μετανοιωμός
καθένας το κατέχει
Πληγή βαθειά ‘να στην καρδιά
που γιατρεμό δεν έχει
καθώς εγώ να κάνετε
που κάτω δεν τοβάνω
και σα να είμαι λεύτερος
ότι μ’ αρέσει κάνω.
Και, όλο ετσα θα το λαλώ
στα εκατό να φτάσω
και ύστερα θα το σκεφτώ
αν πρέπει να γεράσω...
Γιατί κοντοζυγώνω τα
όμως δεν είμαι γέρος
γι αυτό στους Ολυμπιακους
λέω να πάρω μέρος.
Για κείνο προγυμνάζομαι
έστω με δεκανίκι
να πάρω ένα μετάλιο
κι έγω για κάποια νίκη
και δυο αν πάρω φόρα
σαν τον παλιό, τον ξακουστο
το Ρόδιο Διαγόρα...
Εδώ τελείωσε η ρίμα
πριν αφήσ’ όμως τοβήμα
υστερόγραφο σας κάνω
τώρα και στα υστερνά
να μην κλείνετε την πόρτα
τση χαράς όταν περνά
Ο,τι μέρα, όποια ώρα
πρωί, βράδυ - νυχτωπά
γαιτί, δεν το συνθίζει
δυο φορές να τη χτυπά.
Ετσι κάνωμε στο ΣΤΕΚΙ
πούχωμε οι Στειακοί
κι ανοιχτή πάντα τη βρίσκει
και δεν πάει παρακεί
και τη φέραμε κι απόψε
στης Απόκριας τη βοή
να τη μοιραστούμε ίσια
όλοι μέχρι το πρωί.
Καιν’ αλληλοευχηθούμε
μια φωνή και μια καρδιά
συν θεώ πάλι του χρόνου
όλοι εδώ τέτοια βραδιά.
Κάτι θα μπορέσω ακόμη
δυνατά για να ακουστεί
όξω νου απόψε όλοι
και καλή Σαρακοστή.

1on.gif (2742 bytes)