mesog-sm.gif (656 bytes)

Αφιέρωμα

21/1/1999

Ενετικές οχυρώσεις στην Κρήτη και την Κύπρο

Τον περασμένο Οκτώβριο, η γνωστή συμπολίτισσά μας, Αρχιτέκτων - Αρχαιολόγος κ. Χρυσούλα Τζομπανάκη, Προϊσταμένη της 7ης Εφορείας Νεοτέρων Μνημείων, προσκεκλημένη του Ιδρύματος Λεβέντη της Κύπρου έδωσε στη Λευκωσία διάλεξη με θέμα: "Ενετικές Οχυρώσεις στην Κρήτη και την Κύπρο: Ομοιότητες των Μνημείων Πολέμου".
Η ομιλία αυτή της κ. Τζομπανάκη, εμπλουτισμένη, εκδόθηκε σ'ένα πολύ όμορφο μικρό βιβλίο.
Την επιμέλεια της έκδοσης είχε η κ. Λουκία Λοϊζου - Χατζηγαβριήλ, έφορος του Λεβέντειου Δημοτικού ΜουσείουΛευκωσίας.
saloni1.jpg (13572 bytes)Από το βιβλίο αυτό δημοσιεύουμε σήμερα ένα απόσπασμα.
Από την αυγή του πολιτισμού κοινές επιρροές φαίνεται να ρυθμίζουν τις τύχες των δύο μεγαλύτερων ελληνικών νησιών. Η Κρήτη χωρίζει την υγρή καταγάλανη έκταση που την περιβάλλει σε έξη πολύβοα πελάγη, γεφυρώνοντας με την ύπαρξή της τις στεριές τριών ηπείρων. Από την Ευρώπη προς την Ασία, από την Ασία προς την Αφρική και από την Αφρική προς την Ευρώπη, όλοι σχεδόν οι θαλάσσιοι δρόμοι της ανατολικής Μεσογείου περιέπλεαν τα παράλιά της. Οι επιταγές των καιρών, άλλες φορές οδηγούσαν τους ναυτικούς - στόλους εχθρικών στρατευμάτων ή πλοία φιλήσυχων εμπόρων - να διασχίζουν τη θάλασσα που έβρεχε τα βόρεια ακρογιάλια της και άλλες φορές εκείνη που μαστίγωνε τις απότομες νότιες ακτές της. Η Αερία, η Μάκαρις, η Κουρήτις - όπως την ονόμαζαν στην αρχαιότητα - νήσος, κομβικό σημείο στα θαλάσσια περάσματα της ανατολικής μεσγοειακής λεκάνης, δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί αντικείμενο σκληρών διεκδικήσεων. Αλλά και η Κύπρος, η ευλογημένη ελληνική γη που γέννησε την Αφροδίτη, ήταν υποχρεωμένη να ζήσει υπομένουσα τον εναγκαλισμό της Ανατολής. Κι αυτός ο εναγκαλισμός συνήθως ήταν άγριος, ασφυκτικός, εναγκαλισμός που έκρυβε θανάσιμες απειλές.
Και η Κρήτη και η Κύπρος έζησαν μια πολυτάραχη ζωή. Ειρηνικές στιγμές και θυελλώδεις πόλεμοι, περίοδοι λαμπρής πολιτιστικής ακτινοβολίας και σκοτεινές ημέρες λήθης εναλάχθηκαν πολλές φορές. Μέσα όμως από τους μύθους, απόηχους φοβερών γεγονότων γεμάτων περιπέτειες, αγριότητα και ρομαντισμό και την ιστορική αλήθεια, που δεν έχει πάντα αποκαλυφθεί, αναδύεται μια αδιάψευστη μαρτυρία: τα ίδια τα μνημεία των δύο νησιών. Τα μνημεία αυτά, κατασκευές της ειρήνης - εκκλησίες, παλάτια, αστικά ή αγροτικά κτίσματα - ή κατασκευές του πολέμου - οχυρωματικά έργα και οχυροί περίβολοι - είναι μάρτυρες της ελληνικότητας όλων των περιόδων της ζωής και των δύο νησιών. Γιατί μπορεί, βέβαια, πολλά από τα μνημεία να σχεδιάστηκαν από τους λαούς που κατέκτησαν τις δύο μεγαλονήσους, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κανένα σχεδόν κτίσμα δεν θα υπήρχε, εάν δεν δούλευαν ελληνικά χέρια για να το κατασκευάσουν.
Η ιστορία της Κρήτης ως επαρχίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αρχίζει στα τέλη του 4ου μ.Χ. αι. με την προσάρτηση της νήσου στη διοικητική περιφέρεια του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Εως τις αρχές του 9ου αι., η Κρήτη φαίνεται πως έζησε σχετικά ήρεμα αποτελώντας μια εύφορη επαρχία του Βυζαντίου.
Η γοητευτική εικόνα ενός τόπου που ζούσε ειρηνικά, είχε σχετική οικονομική ευμάρεια και αναπτυσσόμενα οικιστικά κέντρα, έμελλε να αλλάξει δραματικά από το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα και αντιληπτή σε όλη της την έκταση από τους Βυζαντινούς. Η απειλή προερχόταν από τους Αραβες, λαό εξαιρετικά ικανό και με έντονα επεκτατικές τάσεις, που πίστευε ότι διεξήγαγε "ιερό πόλεμο" για την επικράτηση της "αληθινής πίστης" στον Αλλάχ. Οι Αραβες, με τις επιθέσεις τους εναντίον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Περσίας δημιούργησαν νέα περίοδο στην παγκόσμια ιστορία και άλλαξαν τον χάρτη των χωρών της Μεσογείου.
Η Κρήτη κατακτήθηκε την τρίτη δεκαετία του 9ου μ.Χ. αι. από ανδαλούσιους Αραβες που έφτασαν στο νησί από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και παρέμεινε υπ΄αραβική κατοχή έως το 961. Τότε ο βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς, Δομέστικος (Αρχιστράτηγος) της Ανατολής, την ανακατέλαβε.
Ως επαρχία του Βυζαντίου έζησε και η Κύπρος από τον 4ο έως τα μέσα περίπου του 7ου αι., όταν άρχισαν οι φοβερές αραβικές επιδρομές που της εξασφάλισαν τρεις ταραγμένους και δύσκολους αιώνες, κατά τη διάρκεια των οποίων τα πάντα φαίνεται να ήταν συγκεχυμένα. Και στην Κύπρο, τέσσερα χρόνια μετά την Κρήτη, ο Νικηφόρος Φωκάς θα δώσει τη λύση εκδιώκοντας τους Αραβες και επαναφέροντας τη νήσο στους κόλπους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Κύπρος και η Κρήτη συνέχισαν τη ζωή τους ως επαρχίες της Αυτοκρατορίας, η μεν πρώτη έως την εποχή της Τρίτης Σταυροφορίας, οπότε, μετά από διάφορες περιπέτειες, περιέρχεται το 1192 στην κατοχή του Γάλλου Guy de Lusignan, η δε δεύτερη έως τα χρόνια της Τέταρτης, μοιραίας για όλο το Βυζάντιο, Σταυροφορίας, όταν, την πρώτη δεκαετία του 13ου αι., γίνεται τμήμα του αποικιοκρατικού κράτους της Βενετίας.
Σπουδαίες αλλαγές που προανήγγελαν μια νέα εποχή, είχαν αρχίσει να σημειώνονται ήδη στα χρόνια της βασιλείας των Κομνηνών (1081-1185). Η οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη στη δυτική Ευρώπη, στην Ιταλία, έχει ως αποτέλεσμα την άνθηση νεών ισχυρών πόλεων και τη δημιουργία νέων αγορών. Το Βυζάντιο αρχίζει τότε να αποκτά στενές και ποικίλες σχέσεις με τις άλλες χώρες της Ευρώπης, ενώ, παράλληλα, στα εδάφη του κάνουν δυναμικά την εμφάνισή τους οι Ιταλοί έμποροι. Οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν ακόμη να δουν τον κίνδυνο, αλλά είναι γεγονός ότι την περίοδο αυτή η εμπορική σημασία του Βυζαντινού Κράτους αρχίζει να υποσκάπτεται συστηματικά. Ο έλεγχος των θαλασσίων οδών και του εμπορίου σιγά - σιγά μετατοπίζεται, με ευθύνη και των Βυζαντινών, προς την Ιταλία. Πολύ γρήγορα, στα τέλη του 12ου αι., οι ιταλικές πόλεις, η Γένοβα, η Πίζα και η Βενετία είναι εκείνες που ελέγχουν πλέον το εμπόριο της Μεσογείου.
Η Βενετία ήταν ασφαλώς η έκπληξη της εποχής. Υποτελής αρχικά στο Βυζάντιο καταφέρνει, πριν τελειώσει ο 10ος αι., να γίνει σύμμαχό του. Με μια σειρά επιτυχημένων οικονομικών ενεργειών και ευφυών διπλωματικών ελιγμών κατορθώνει, σε σύντομο χρονικό διάστημα, να πραγματοποιήσει αυτό που φαινόταν να είναι ακατόρθωτο: να μετατραπεί, δηλαδή, από π΄λη με περιορισμένη εδαφική επικράτεια, στην θαλασσοκράτειρα υπερδύναμη που κυριάρχησε επί αιώνες στη Μεσόγειο. Η επιτυχία της Γαληνοτάτης οφείλεται, αναμφσιβήτητα, στην εξαιρετική της οξυδέρκεια. Πρώτη αυτή, ανάμεσα στις άλλες πόλεις - κράτη της Ιταλίας, διείδε τις τεράστιες δυνατότητες που έκρυβε η θάλασσα και τις οποίες εξασφάλιζε ο έλεγχος των δρόμων της. Οι Βενετοί πίστεψαν ακράδαντα ότι το εμπόριο είναι η δύναμη που κάνει τον κόσμο να κινείται - και η πορεία των πραγμάτων τους δικαίωσε πλήρως.

***

saloni2.jpg (10973 bytes)Και η Κύπρος; Τι γίνεται εδώ κατά τη διάρκεια του ταραγμένου 16ου αι., όταν πλέον το νησί ζει κάτω από την κυριαρχία της Γαληνοτάτης; Η άμυνα της Κύπρου, πριν την βενετική κατάκτηση είχε βαστιστεί σε κάστρα που ήταν κτισμένα σύμφωνα με τις επιαγές της μεσαιωνικής οχυρωματικής τέχνης. Το σύνολο τ ων κάστρων αυτών είχαν υποστεί διαδοχικές επεμβάσεις κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους που γνώρισε το νησί. Στη Λεμεσό, το κάστρο που σώζεται σήμερα είναι τουρκική μετασκευή του 16ου αι. Μέσα στην τοιχοποιΐα της τελευταίας - τουρκικής - φάσης σώζονται αρχιτεκτονικά υπολείματα παλαιοτέρων φάσεων. Στην Πάφο, το φρούριο της θάλασσας είναι και αυτό τουρκικό κτίσμα του τέλους του 16ου αι., μετασκευή παλαιοτέρου πύργυ. Το κάστρο στο Κολόσσι, εξαίρετο δείγμα της φρουριακής αρχιτεκτονικής πριν την εφαρμογή του Fronte Bastionato, έχει κατασκευαστεί στη θέση παλαιότερου οχυρού.
Οταν οι Βενετοί προσάρτησαν την Κύπρο στο κράτος τους, η Κρήτη είχε ήδη ζήσει τρεις περίπου αιώνες ως τμήμα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αδρία. Η Κύπρος, που την περίοδο αυτή είχε αναπτυχθεί κάτω από την κυριαρχία των Λατίνων, δεν γνώρισε ένα φαινόμενο ανάλογο με εκείνο που ονομάζεται Κρητική Αναγέννηση. Η Αναγέννηση των τεχνών - της λογοτεχνίας, της ποίησης, της μουσικής, της ζωγραφικής - που ξεκίνησε από την Ιταλία για να κελλιεργηθεί και να ανθίσει στην Κρήτη, φαίνεται ότι μόνον ως απόηχος έφτασε στη βενετοκρατούμενη Κύπρο. Η λαμπρή ακτινοβολία της γοτθικής τέχνης κατά την εποχή των Lusignan δεν αντικαταστάθηκε από την ακτινοβολία της αναγεννησιακής τέχνης κατά την εποχή της βενετοκρατίας. Ετσι, τα σημαντικότερα μνημεία της βενετοκρατίας στην Κύπρο είναι οι οχυρώσεις της. Τα κτίσματα αυτά, που κατασκευάστηκαν για να καλύψουν ανάγκες του πολέμου, αποτελούν σπουδαία έργα της ανθρώπινης ευφυίας και της τεχνικής δεθιότητας.
Η μεγαλόνησος βρέθηκε υπό ενετική κατοχή ακριβώς τα κρίσιμα για την εξέλιξη του "Fronte Bastionato", του νέου δηλαδή οχυρωματικού συστήματος, χρόνια: το διάστημα 1474 έως 1571. Η πορεία αυτής της εξέλιξης αποτυπώθηκε με ακρίβεια στους δύο σημαντικότερους οχυρωματικούς περιβόλους του νησιού, εκείνους της Αμμοχώστου και της Λευκωσίας.
Θα μπορόυσε να ειπωθεί ότι η οχύρωση της Αμμοχώστου εκπροσωπεί την πρώιμη φάση του νέου οχυρωματικού συστήματος, ενώ εκείνη της Λευκωσίας την ώριμή του φάση.
Οι βενετοί βρήκαν την Αμμόχωστο να προστατεύεται από έναν απλαιότερο γενουατικό οχυρό περίβολο, τον οποίο άρχισαν να ενισχύουν. Τα νέα δικά τους έργα άρχισαν το 1492 με την κατασκευή του κάστρου και συνεχίστηκαν στον οχυρό περίβολο. Τόσο η αρχική όσο και η επόμενη φάση της κατασκευής απεικονίστηκαν σε δύο προπλάσματα από ξύλο, που φυλάσσονται στο Ναυτικό Μουσείο της Βενετίας αποτελώντας αντικείμενα μιας ευρύτερης συλλογής προπλασμάτων.
Στο πρώτο πρόπλασμα ο οχυρός περίβολος απεικονίζεται ως ένα πολύγωνο, στις γωνίες του οποίου σχηματίζονται ημικυκλικοί πύργοι περιορισμένων διατάστεων, κάτι που ήταν χαρακτηριστική οχυρωματική λύση του τέλους του 15ου και των αρχών του 16ου αι.
Εάν γίνει παραβολή με το σχέδιο της οχύρωσης του Χάνδακα αυτής της περιόδου, καθίσταται φανερή η ομοιότητα των τεχνικών λύσεων που έδωσαν την εποχή αυτή και στα δύο φρούρια οι μηχανικοί της Γαληνοτάτης. Στη δεύτερη μακέττα η οχύρωση της Αμμοχώστου έχει πλέον αποκτήσει έναν πενταγωνικό προμαχώνα και μια tennaille, οχυρωματικές λύσεις που χαρακτηρίζουν το δεύτερο τέταρτο του 16ου αι.
Φαίνεται ότι τουλάχιστον κατά την πρώτη περίοδο της κατασκευής των φρουρίων του Χάνδακα και της Αμμοχώστου, οι μηχανικοί που εργάστηκαν στην Κρήτη δεν εργάστηκαν στην Κύπρο. Τα ονόματα του Vettore και του maestro Domenico (1472-1475) του Sebastiano da Commo και του Cristoforo Lombardo (1501) του Giano de Campofregoso (1518) που οι πηγές αναφέρουν ότι εργάστηκαν στην οχύρωση του Χάνδακα, δεν συναντώνται στην Αμμόχωστο. Αντίστοιχα, τα ονόματα του Giacometto da Novello (1520) και του Cav. Orologi (1536) που εργάστηκαν στην Αμμόχωστο δεν συναντώνται στον Χάνδακα.
Η οχύρωση της Λευκωσίας όπως είχε διαμορφωθεί πριν τον 16ο αι., μαρτυρεί ορισμένες από τις περιπέτειες που η πόλη αυτή ειχε γνωρίσει. Και εδώ υπήρχε ένας βυζαντινός οχυρός περίβολος, ο οποίος σε διάφορες περιόδους συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε, επεκτάθηκε. Στα μέσα του 16ου αι., η παλαιά μεσαιωνική οχύρωση ήταν πλέον εντελώς ξεπερασμένη. Κατ' αρχήν, η περίμετρος του οχυρού περιβόλου ήταν εξαιρετικά μεγάλη: περιέβαλε μια εκτεταμένη περιοχή την οποία ουσιαστικά, δεν μπορούσε να προστατεύσει. Τα όρια της περιοχής αυτής πλησίαζαν επικίνδυνα τους γύρω λόγους, όπου οι εχθροί θα μπορούσαν να τοποθετήσουν το πυροβολικό τους.
Ο Ascanio Savorgnan, μηχανικός από το Φρίουλι που έφτασε στην Κύπρο το 1563 αναφέρει, στην έκθεσή του προς τη Βενετία, ότι η υπάρχουσα οχύρωση κάθε άλλο παρά σοβαρή προστασία παρείχε στην πόλη. Εν τω μεταξύ το πολιτικό κλίμα στη Μεσόγειο είχε φορτιστεί επικίνδυνα μετά την άνοδο στον θρόνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του Selim του ΙΙ, το 1567. Οι καιροί ήταν ιδιαίτερα πιεστικοί και η Βενετία αναθέτει τη μελέτη για τη νέα οχύρωση της Λευκωσίας στον Giulio Savorgnan.
Το 1567, όταν η Γαληνοτάτη τον στέλνει στην Κύπρο, ο G. Savorgnan είχε μόλις ολοκληρώσει τον σχεδιασμό για τις τροποποιήσεις των τειχών του Χάνδακα και είχε οργανώσει τον τρόπο εργασίας στα εργοτάξια των τειχών με ένα εντελώς νέο πνεύμα. Στην Κύπρο έμεινε ένα μικρό διάστημα, περίπου εννέα μηνών, ενώ, λίγο αργότερα, το 1571, εργάζεται στις οχυρώσεις του Λίντο και του Μαλαμόκο. Στη σχεδίαση της οχύρωσης της Λευκωσίας έδωσε τολμηρή λύση μετατρέποντας εκ βάθρων τον οχυρωματικό περίβολο.
Κατά τα πρώτα στάδια της εφαρμογής του νέου αμυντικού συστήματος τα φρούρια χαρακτηρίζονταν από οχυρωματικό πολύγωνο δίχως κανονικό γεωμετρικό σχήμα, προμαχώνες με περιορισμένες διαστάσεις και ευθύγραμμα τμήματα με μεγάλο μήκος. Οσο προχωρούν όμως τα χρόνια τις αρχικές, μη κανονικές, χαράξεις διαδέχονται χαράξεις όλο και περισσότερο συμμετρικές για να καταλήξουν, τον 17ο αι., να σχεδιάζονται οχυρωματικοί περίβολοι με μορφή κανονικών γεωμετρικών σχημάτων.
Το κυκλικό σχήμα, μέσα στο οποίο ήταν εγγεγραμμένα κανονικά εξάγωνα, οκτάγωνα κ.λπ., ήταν, θεωρητικά τουλάχιστον, το ιδανικό. Ο G. Savorgnan επέλεξε λοιπόν να δώσει στην οχύρωση της Λευκωσίας κανονικό γεωμετρικό σχήμα.
Στην Κρήτη οι Βενετοί κατασκεύασαν τους νέους οχυρωματικούς περιβόλους ευρύτερους από τους παλαιούς, εντάσσοντας μέσα στα όρια της νέας οχύρωσης τόσο τον παλαιο οικισμό και την οχύρωσή του, όσο και τα προάστια. Στη Λευκωσία γίνεται το αντίθετο: η οχυρωμένη περιοχή περιορίζεται σημαντικά.
Στη Λευκωσία, ο οχυρός περίβολος είχε 11 όμοιους καρδιοσχημους προμαχώνες, αντίθετα από ότι συνέβη στον Χάνδακα, όπου οι προμαχώνες, επειδή προέκυψαν από τροποποίηση παλαιοτέρων, είχαν ο καθένας και διαφορετικό μέγεθος. Κατ' αναλογίαν ενώ στον Χάνδακα σχεδόν κάθε cortina είχε και διαφορετικό μήκος, στη Λευκωσία τα ευθύγραμμα μεταπύργια τμήματα είχαν όμοιο, και όχι ιδιαίτερα μεγάλο, μήκος.
Στην οχύρωση του Χάνδακα διαμορφώθηκαν τρεις κύριες πύλες με διπλό ρόλο, στρατιωτικό και πολιτικό. Από τις πύλες αυτές, την Πύλη του Ιησού, την Πύλη του Παντοκράτορα και την Πύλη του Αγίου Γεωργίου γινόταν η διακίνηση και των στρατιωτικών σωμάτων και του πληθυσμού καθώς και η μεταφορά των αγαθών.
Η Πύλη του Αγίου Γεωργίου του Χάνδακα, έργο του Giulio Savorgnan, κατασκευαστηκε το διάστημα 1562 - 1566. Το έργο ήταν ιδιαίτερα σημαντικού, αφού με την πραγματοποίησή του συμπληρώθηκε η αναμόρφωση της ανατολικής πλευράς της οχύρωσης. Στην περιοχή αυτή, ανάμεσα στους δύο ανατολικούς προμαχώνες Σαμπιονάρα και Βιττούρι, ο Savorgnan κατασκεύασε την ανάποδη πλατφμόρμα (piattaforma rovcescia), λύνοντας με τρόπο ιδιαίτερα επιτυχημένο ένα παλαιό πρόβλημα που δημιουργούσε η ιδιομορφία του εδάφους. Ετσι ενισχύθηκε σημαντικά η άμυνα της πόλης. Ο ίδιος, επανέλαβε το σχέδιο της Πύλης τουΑγίου Γεωργίου του Χάνδακα για την κατασκευή της Porta Giuliana ή Πύλης της Αμμοχώστου στη Λευκωσία. Η ομοιότητα των δύο πυλών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι επιτυχημένες λύσεις που δόθηκαν από τον Savorgnan σε σ ένα δύσκολο οχυρωματικό πρόβλημα του Χάνδακα με την κατασκευή της piattaforma rovescia και, κατ' επέκταση, τη λειτουργία και τη μορφή της πύλης, επαναλήφθηκαν σχεδόν επακριβώς στη Λευκωσία. Φαίνεται ότι αυτό έγινε επειδή αφ' ενός το σχέδιο θεωρήθηκε επιτυχές και, αφ' ετέρου, ίσως η πίεση που δημιουργούσε ο επερχόμενος τουρκικός κίνδυνος δεν άφηνε χρονικά περιθώρια για την εκπόνηση νέων σχεδίων.
Η κάτοψη της Πύλης του Αγίου Γεωργίου παρουσιάζει ιδιομορφίες σε σχέση με τις άλλες πύλες του φρουρίου. Η έξοδος της πύλης κάτω ακριβώς από τη δυτική πλευρά του βόρειου orecchione. Η μορφή του θυρώματος, όπως συμβαίνει με τις εξόδους και των άλλων πυλών, ήταν απλή. Το κατώφλι της εξόδου βρίσκεται σε στάθμη περίπου +19,30 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας. Προς το εσωτερικό της κατασκευής, σε απόσταση 5,90 μ. από το θύρωμα, διαμορφώνεται, κάτω από τις επιχωματώσεις, ένας ευρύς χώρος με κυκλική κάτοψη. Η διάμετρος του κυκλικού χώρου είναι 9,55 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας. Η διάβαση αυτή είχε μήκος 43.50 μ. πλάτος 4.16 μ. ύψος 4.50 μ. και ιδιαίτερα ισχυρή κλίση (περίπου 13%) - κλίση που προέκυπτε από τη μεγάλη υψομετρική διαφορά των 8,70 μ. μεταξύ της στάθμης της εισόδου και της στάθμης της εξόδου.
Η είσοδος της πύλης από την πλευρά της πόλης είχε, σε κάτοψη, σχήμα αντεστραμμένου Τ. Οπως και οι άλλες πύλες του φρουρίου έτσι και η Πύλη του Αγίου Γεωργίου κατασκευάστηκε από λαξευμένη λιθοδομή κτισμένη κατά το ισόδομο σύστημα. Στην πρόσοψή της, την πρώτη που διαμορφώθηκε στο νέο οχυρό περίβολο, ο Savorgnan έδωσε μνημειακή μορφή ακολουθώντας τα μανιεριστικά πρότυπα της εποχής του. Η σύνθεση αναπτύχθηκε με την τήρηση αυστηρών κατακόρυφων αξόνων συμμετρίας, από τους οποίους ο κεντρικός τονίστηκε ιδιαίτερα. Εκεί τοποθετήθηκε η καμαρόσχημη είσοδος που οριοθετούσαν δύο προεξέχουσες πλατειές ψευδοπαραστάδες. Η είσοδος τονίστηκε ακόμη περισσότερο με την προσθήκη μιας κατασκευής με αποκλειστικά διακοσμητικό ρόλο: ιωνικοί κίονες υποβάσταζαν θριγκό, στον οποίο είχε χαραχθεί η χρονολογία 1565.
Η έλλειψη ανάλογης κατασκευής στην Πύλη της Αμμοχώστου στη Λευκωσία είναι η μόνη ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο πύλες.
Εκατέρωθεν της κεντρικής εισόδου υπήρχαν δύο χώροι που χρησίμευαν για την αποθήκευση όπλων και πολεμοφοδίων και για την παραμονή της φρουράς. Η είσοδος από την πόλη στους χώρους αυτούς, οι οποίοι επικοινωνούσαν και με την κεντρική διάβαση μέσα από τοξωτά ανοίγματα, γινόταν από δύο απλές πόρτες απάνω από τις οποίες υπήρχαν παράθυρα σε σχήμα έλλειψης. Η προς τα άνω απόληξη της πρόσοψης διαμορφώθηκε με δύο κεκλιμένα επίπεδα, τα οποία έστεφε ένα έντονα προεξέχον γείσο, ενώ δύο οβελίσκοι τοποθετημένοι στα άκρα της και πέντε ανάγλυφες πλάκες, σε σχήμα κύκλου, συμπλήρωναν τη σύνθεση. Η είσοδος της Πύλης του Αγίου Γεωργίου είχε τραγική μοίρα. Κατεδαφίστηκε το 1917, προκειμένου να περάσει από το σημείο όπου ήταν κατασκευασμένη, η σημερινή λεωφόρος της Δημοκρατίας. Εάν ο άξονας της νέας λεωφόρου είχε προβλεφθεί να διέλθει λίγα μόνο μέτρα δυτικότερα η Πύλη του Αγίου Γεωργίου θα είχε σωθεί.
Οι οχυρώσεις του Χάνδακα αποτελούνται από όγκους επιχωματώσεων κατάλληλα διαμορφωμένους, των οποίων η εξωτερική πορεία επενδύθηκε και συγκρατήθηκε με ισχυρή λίθινη τοιχοποιΐα. Χρησιμοποιήθηκαν τα αργιλικά, κυρίως, χώματα, ο ντόπιος πωρολιθος και ο ασβέστης, υλικά που με αφθονία προμήθευαν οι γύρω από το φρούριο περιοχές.
Οι επιχωματώσεις σχηματίστηκαν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, από τα προϊόντα εκσκαφών της τάφρου. Οι επιχωματώσεις διαστρώθηκαν και συμπυκνώθηκαν με εξαιρετική προσοχή. Τα χώματα τοποθετούντο κατά στρώσεις, καταβρέχονταν καλά και κοπανίζονταν με ξύλινα έμβολα. Με τον τρόπο αυτόν οι Βενετοί πέτυχαν να ομοιογενοποιήσουν το υλικό και να εξασφαλίσουν τη στατική συμπεριφορά των επιχωματώσεων σαν να επρόκειτο για έναν συμπαγή και ισχυρό περιμετρικό λόφο.
Για την κατασκευή των λίθινων επενδύσεων των τειχών αλλά και των διαφόρων κτισμάτων της οχύρωσης (πυλών, νεωρίων, κτισμάτων στρατωνισμού και αποθήκευσης, κ.λπ.) χρησιμοποιήθηκε ως βασικό δομικό υλικό ο πωρόλιθος.
Στον Χάνδακα, οι επενδύσεις των επιχωματώσεων κατασκευάστηκαν από τοιχοποιΐα. Η διαφορά ανάμεσα στη δόμηση των εξωτερικών επιφανειων της της τοιχοποιϊας και στη δόμηση της μάζας της κατασκευής αυτής είναι σημαντική. Η εξωτερική επιφάνεια αποτελείται από ξεστούς λίθους περίπου τετράγωνους. Η επιμελημένη όμως δόμηση της επιφάνειας των λίθινων επενδύσεων (camicia) δεν συνεχίζεται και στο εσωτερικό της τοιχοποιϊας. ο κύριος κορμός της τοιχοποιϊας κατασκευάστηκε από αργούς λίθους χτισμένους κατά στρώσεις. Ως συνδετικό υλικό χρησιμοποιήθηκε ένα μείγμα ασβέστη και χώματος.
Η δόμηση της τοιχοποιΐας με τη μέθοδο αυτή δεν αποσκοπούσε μόνον στη μείωση του κόστους αλλά, κυρίως, στην αύξηση της ελαστικότητας της κατασκευής απέναντι στην κρουστική δύναμη των όπλων του εχθρού. Ετσι, όπως αναφέρει ο F. Basilicata "θα εισχωρούσαν μέσα στο τείχος οι μπάλες που θα έριχναν τα κανονια του εχθρού, θα ενσωματώνονταν στην κατασκευή και δεν θα προκαλούσαν μεγάλη καταστροφή σ' αυτήν".
Στα τείχη της Λευκωσίας δεν σημείωνονται ουσιώδεις διαφοροποιήσεις ως προς τις μεθόδους κατασκευής και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν.
Οι μηχανικοί που εργάστηκαν για το σχεδιασμό και την επίβλεψη του φρουρίου του Χάνδακα ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία Ευρωπαίοι, κυρίως Ιταλοί Φαίνεται όμως ότι αυτή η αναλογία Ευρωπαίων - Ελλήνων ανατρέπεται στους τεχνικούς των κατώτερων βαθμίδων.
Αρκετοί ήταν οι Ελληνες ειδικευμένοι τεχνίτες που δούλεψαν ως αρχιμάστορες (proti) στα εργοτάξια των οχυρωματικών και των αστικών έργων. Τα ονόματα κάποιων διασώθηκαν επειδή σε διάφορα έγγραφα είτε γίνεται ειδική αναφορά στα έργα όπου αυτοί εργάστηκαν, είτε απλώς, γίνεται μνεία στην ιδιότητά τους ως επικεφαλής συνεργείων.Βεβαίως, εκεί όμως που μπορούμε να μιλήσουμε για απόλυτη υπεροχή του ελληνικου στοιχείου είναι το εργατικό δυναμικό. Και αυτό διότι, αν ο σχεδιασμός και η οργάνωση της κατασκευής των φρουρίων και των άλλων δημοσίων κτιρίων της Κρήτης οφείλονται στους Ευρωπαίους αρχιτέκτονες καιμηχανικύς πουα ποτελούσαν το τεχνικό δυναμικό της Γαληνοτάτης, η ίδια η κατασκευή των κάθε είδους τεχνικών έργων της βενετοκρατίας στο νησί είναι αποτέλεσμα της επίπονης και σκληρής εργασίας των ντόπιων.,
Για την πραγματοποίηση των οχυρωματικών της έργων η Βενετία είχε ανάγκη από μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών. Τι φυσικότερο, σύμφωνα με τα μέτρα της εποχής και τη νοοτροπία της Dominante< από το να σκεφτεί να τα εξασφαλίσει από την κατώτερη κοινωνική τάξη, τους κατοίκους της υπαίθρου και τους χωρικούς; Στις πλάτες των ανθρώπων αυτής της τυραννισμένης τάξης φορτώθηκε ένα τεράστιο έργο που ουσιαστικά μετέβαλλε ένα τμήμα του πληθυσμού, για ορισμένο διάστημα κάθε χρόνο, από "υπηκόους" σε δούλους της Γαληνοτάτης.
Δημιουργήθηκε έτσι ο θεσμός των αγγαρειών, ο οποίος για τους Βενετούς υπήρξε τόσο σημαντικός, ώστε, στη συνέχεια, να επεκταθεί σε όλα τα δημόσια έργα. Μεγάλα κτίρια, λιμενικά έργα και έργα οδοποιΐας είχαν ως κύρια πηγή εργατικών χεριών τους "αγγάρικους", τους χωρικούς δηλαδή που έκαναν την καθορισμένη αγγαρεία τους. Κυρίως όμως, οι "αγγάρικοι" έκτισαν τα ενετικά φρούρια της Κρήτης. Και οι αγγάρικοι, επειδή ήταν χωρικοί, σε περίπτωση πολιορκίας δεν θα είχαν τη δυνατότητα να προστατευτούν μέσα στα φρούρια εκείνα που με τον ιδρώτα και το αίμα τους, πολλές φορές, κατασκεύαζαν.
Με αυτό το τεράστιο πρόγραμμα κατασκευής νέων φρουρίων, η Βενετία προσπάθησε να οχυρώσει και να διατηρήσει τις κτήσεις της. Στο τέλος ηττήθηκε, βέβαια, στην πάλη της με τις ιστορικές εξελίξεις, άφησε όμως μια σειρά εκπληκτικών μνημείων να μαρτυρούν, στους επόμενους αιώνες, τη σοφία, την ικανότητα και το μεγαλείο της, αλλα και τη σκληρότητα που επέδειξε για να πραγματοποιηθεί η κατασκευή τους.


© Copyright "ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ"

1on.gif (2742 bytes)