mesog-sm.gif (656 bytes)

Αφιέρωμα

17/5/2000

Κρήτη: Ο πρώτος ευρωπαϊκός πολιτισμός

Οι πρώτοι άνθρωποι έφθασαν στην Κρήτη τη Νεολιθική εποχή, γύρω στο 6000 π.Χ. και εγκαταστάθηκαν στην Κνωσό. Εφεραν οψιανό από τις Κυκλάδες και κατοικίδια ζώα - αιγοπρόβατα, βοοειδή και χοίρους - που δεν υπήρχαν ως τότε στην πανίδα του νησιού.
Ηδη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκου και μετά το 2600 π.Χ. περίπου, εμφανίζονται στην Κρήτη εισηγμένοι σφραγιδοκύλινδροι από τη Συροπαλαιστίνη, που σηματοδοτούν την επικοινωνία μεταξύ των δύο περιοχών.Τ ην ίδια εποχή αρχίζουν οι σχέσεις του νησιού και με την Αίγυπτο. οι θαλάσσιοι δρόμοι της εποχής οδηγούσαν από την Κρήτη κατ' ευθείαν στην Αίγυπτο, αλλά στην επιστροφή φαίνεται ότι ακολουθούσαν την ακτή της Συροπαλαιστίνης, τραβούσαν προς τη Ρόδο και από εκεί κατευθύνονταν είτε προς την Κάσο και την Κάρπαθο είτε προς τις Κυκλάδες. Η Κρήτη, η Θήρα και η Κέα βρίσκονταν σε θαλάσσιο δρόμο επικοινωνίας. Η δυτική Κρήτη, εξάλλου, επικοινωνούσε με τη νότια Πελοπόννησο μέσω των Κυθύρων. Τα πλοία από και προς την Κύπρο ακολουθούσαν τη διαδρομή Κάρπαθος - Δωδεκάνησα - Μικρασιατική ακτή. Σειρά ναυαγίων διαφόρων φάσεων της Εποχής του Χαλκού π.χ.σ το Ακρωτήριο των Ιρίων (κοντά στις Σπέτσες), στο Ακρωτήριο της Χελιδονίας και στο Ulu Burum (Νότια Τουρκία), στο Κφαρ Σαμίρ (Ισραήλ), δίνουν πολύτιμες πληροφορίες.
Μια επιβεβαίωση των σχέσεων Κρήτης - Συρίας προέρχεται από το Μάρι της Μεσοποταμίας, τον πρώιμο 18ο προχριστιανικό αιώνα: κείμενα αναφέρουν εμπόρους από την Κρήτη, οι οποίοι φαίνεται ότι αποτελούσαν οργανωμένη εμπορική αντιπροσωπεία,αφού διέθεταν επικεφαλής έμπορο και τους είχε διατεθεί ντόπιος μεταφραστής. Ο κασσίτερος φαίνεται ότι ήταν ένα από
τ α προϊόντα που εισάγονταν στην Κρήτη, η οποία, με τη σειρά της, έκανε εξαγωγή όπλων, υφασμάτων ακόμη και υποδημάτων, δεν εξήγαγε, δηλαδή, πρώτες ύλες, στις οποίες ήταν φτωχή (ιδίως σε μέταλλα), αλλά είδη πολυτελείας.
Εκτός από τα εισαγόμενα αντικείμενα,σ την Κρήτη συναντάται και μεγάλος αριθμός μιμήσεων ξένων αντικειμένων - αλλά και πολλές ξενόφερτες ιδέες, οι οποίες επηρέασαν τις εξελίξεις στο νησί και παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς υποδεικνύουν το βαθμό διείσδυσης ξένων πολιτιστικών στοιχείων στις τοπικές κοινωνίες. Χαρακτηριστική περίπτωση, το διοικητικό - λογιστικό σύστημα της Παλαιοανακτορικής Κρήτης, το οποίο παρουσιάζει σαφείς ομοιότητες με τα ανάλογα συστήματα στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία την ίδια περίοδο. Το σύστημα αυτό στηριζόταν στην πολύπλοκη χρήση σφραγίδων, οι οποίες σφράγιζαν κομμάτια πηλού με τα οποία έκλειναν τα ανοίγματα δοχείων από διάφορα υλικά (πηλός, ξύλο), ή σακιά κ.λπ., καθώς και τα πόμολα δωματίων.
Επίσης, η οργάνωση των χώρων, διάφορα στοιχεία της αρχιτεκτονικής των πρώτων μινωικών ανακτόρων, αλλά και ο ιερατικός χαρακτήρας της μινωικής βασιλείας, υπενθυμίζουν στοιχεία των πολιτισμών αυτών.
Η Παλαιοανακτορική περίοδος του μινωικού πολιτισμού (περίπου 2000-1700 π.Χ.) έθεσε τα μεθέλια της Μινωικής "θαλασσοκρατίας" κατά την επόμενη Νεοανακτορική περίοδο (1700-1450 π.Χ.), οπότε η ισχύς της μινωικής Κρήτης και η ακμή του μινωικού πολιτισμού έφθασαν στο απόγειό τους. Εξάλλου, εκτός από τηνΑνατολή, η Κρήτη διατηρούσε σχέσεις με τα Κύθηρα αλλά και με τη Σαμοθράκη, στο βόρειο Αιγαίο.

Κρήτη και Ανατολή

Οι σχέσεις της Κρήτης με την Ανατολή πυκνώνουν κατά τη Νεοανακτορική περίοδο. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν στοιχεία θρησκευτικής ιδεολογίας ανατολικής και αιγυπτιακής προέλευσης, τα οποία εδραιώνονται την περίοδο αυτή στην τοπική κουλτούρα, όπως π.χ. διάφορα δαιμονικά όντα, οι γρύπες,οι "σφίγγες" ή οι δαίμονες της βλάστησης. Αφετέρου, σημαντική πιστοποίηση της επιρροής του Κρητικού πολιτισμού στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο αποτελεί η ανάπτυξη γραφής κρητικού τύπου στην Κύπρο. Είναι η λεγόμενη κυπρο-μινωική γραφή, που πιστεύεται ότι δημιουργήθηκε αρχικα από Κύπριους και Μινωίτες στην Ουγκαρίτ, το μεγαλο κοσμοπολίτικο λιμάνι της Συρίας, και από εκεί μεταδόθηκε στην Κύπρο, όπου έτυχε μακραίωνης χρήσης.
Η μινωική κεραμεική στην Κύπρο και η κυπριακή κεραμεική στην Κρήτη σηματοδοτούν πιο στενή επικοινωνία μεταξυ των δύο νησιών. Η Κύπρος, με μεγάλα κοιτάσματα χαλκού, έκανε μεγάλες εξαγωγές του μεταλλεύματος σε ανατολή και δύση, με τη μορφή ταλάντων σε σχήμα δέρματος βοδιού. Τέτοια τάλαντα εμφανίζουν ευρύτατη εξάπλωση, από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Σαρδηνία, την Κρήτη, τη Συρία και τηΝ Παλαιστίνη.
Με τη μέθοδο της αναλυσης των ισοτόπων του μολύβδου, διαπιστώνεται όχι ο χαλκός των περισσοτέρων από τα τάλαντα που έχουν βρεθεί στην Κρήτη προέρχεται από το Λαύριο κι όχι από την Κύπρο.
Αντίθετα, περίπου ταμισά από τα τάλαντα της πόλης του Ακρωτηρίου της Θήρας, η οποία είχε στενέες σχέσεις με την Κρήτη, αποδείχθηκε ότι περιείχαν χαλκό από την Κύπρο.
Σγραγιδοκύλινδροι από τη Συροπαλαιστίνη συνεχίζουν να εμφανίζονται στην Κρήτη κατά τη Νεοανακτορική εποχή, δείχνοντας συνέχεια στις σχέσεις.
Πέτρινα τριποδικά γουδιά συροπαλαιστινιακού τύπου κάνουν αυτή την εποχή την εμφάνισή τους στην Κρήτη και τη Θήρα.
Σκεύη όπως αυτά επηρεάσαν τη ντόπια παραγωγή και έγιναν μόδα στα δύο νησιά, ενώ η επέκταση, αργότερα, της χρήσης τους και στην ηπειρωτική Ελλάδα, σηματοδοτεί την επίδραση των ανατολίτικων συρμων στο Αιγαίο και στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο.

Οι Μυκηναίοι στην Κρήτη

Μετά τις μεγάλες καταστροφές στην Κρήτη, γύρω στο 1450, παρουσιάζονται σημαντικές αλλαγές στο νησί. Τα ανάκτορα είναι πλέον ερείπια. Μόνο η Κνωσός ξαναχτίζεται, αλλά τώρα, κατά τα φαινόμενα, γίνεται αλλαγή δυναστείας και υπάρχει μια διαφορετική άρχουσα τάξη. Η γραφή αλλάζει, η Γραμμική Α εξαφανίζεται και παρουσιάζεται η Γραμμική Β, που αποδίδει μια πανάρχαια ελληνική διάλεκτο - οι Μυκηναίοι έχουν εγκατασταθεί στην Κνωσό, δίνοντας τέλος στη μινωική θαλασσοκρατία. Την ίδια εποχή διαπιστώνονται στην Κνωσό τάφοι πολεμιστών που αποδίδουν μυκηναϊκά ταφικά έθιμα.
Η παρουσία των Μυκηναίων πολεμιστών και του Μυκηναίου άνακτα στην Κνωσό αποδεικνύεται και από κείμενα της Γραμμικής Β, όπου φαίνεται ότι το σύστημα που επικρατούσε πλέον ήταν αντίστοιχο με εκείνο της μυκηναϊκής Ελλάδας. Οι νεκροί θάβονται τώρα σε θαλαμοειδείς τάφους σκαμμένους στο μαλακό φυσικό βράχο και σε χτιστούς θολωτούς τάφους, που όμως δεν έχουν τη λαμπρότητα της κατασκευής που έχουν πολλοί από τους θολωτούς της κυρίως Ελλάδας. Το τελευταίο ανάκτορο της Κρήτης,το μυκηναϊκό ανάκτορο της Κνωσού, καταστράφηκε περίπου το 1380 π.Χ. Τότε η Κρήτη χάνει την ηγετική της θέση στο Αιγαίο και, σε σημαντικό βαθμό, την εξέχουσα παρουσία της στις αγορές της Ανατολής και υποκαθίσταται από τους Μηκηναίους. Ωστόσο, η πολιτιστική παράδοση της Κρήτης παρέμεινε ζωντανή και το νησί συνέχισε να είναι σημαντικό εμπορικό κέντρο στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Η αλληλεπίδραση των πολιτισμών διακρίνεται ιδιαίτερα σε μια κατηγορία σφραγιδοκυλίνδρων του 15ου και 14ου αιώνα π.Χ. Η διακόμησή τους είναι ένα αμάλγαμα μινωικών, κυπριακών, ανατολικών και αιγαιακών στοιχείων, και η διάδοσή τους είναι ευρεία στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Συνήθως είναι φτιαγμένοι από αιματίτη, ενώ τα κέντρα κατασκευής τους δεν είναι με βεβαιότητα γνωστά. Ωστόσο, θα πρέπει να κατασκευάζονταν σε κέντρα όπου τ ο πολύπλοκο ιδεολογικό και μυθολογικό τους περιεχόμενο ήταν κατανοητό. Ανάμεικτα πολιτιστικά στοιχεία παρουσιάζουν και ορισμένα αγγεία και ελεφαντοστά της εποχής. Η πρώτη ύλη - χαυλιόδοντες ελέφαντα ή ιπποποτάμου - εισάγεται στην Κρήτη, το Αιγαίο και την Κύπρο από την Αίγυπτο ή και τη Συρία.
τα παλαιότερα εργαστήρια κατασκευής ελεφαντοστών έχουν βρεθεί στη Νεοανακτορική Κρήτη, στη Ζάκρο και την Κνωσό. Αριστουργήματα όπως ο "Κούρος του Παλαικάστρου" αποδεικνύουν τη δεξιότητα των Μινωιτών τεχνιτών. Ωστόσο, μετά το 1450 φαίνεται ότι ιδιαίτερη ακμή η ελεφαντουργία γνώρισε στα μυκηναϊκά κέντρα, που τα προϊόντα τους είχαν ευρεία διάδοση μέχρι την Κύπρο και τη Συρία, ακόμη και στην ίδια την Κρήτη.

Ιδεολογικές επιδράσεις

Την επίδραση της Κρήτης στην ιδεολογία της ευρύτερης περιοχής διακρίνουμε ιδιαίτερα στα ταφικά έθιμα.
Ηδη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, οι Κρήτες χρησιμοποιούσαν για την εναπόθεση των νεκρών σαρκοφάγους, δηλαδή πήλινα φέρετρα, η χρήση των οποίων συνεχίσθηκε στη Μέση και στην υστερη Εποχή του Χαλκού.
Τον 14ο αιώνα εμφανίζονται σαρκοφάγοι σε ταφους στο Ισραήλ (Γκεζέρ και Ακκο), ενώ τον 13ο αιώνα στην Τανάγρα της Βοιωτίας υπάρχει ολόκληρο μυκηναϊκό νεκροταφείο, όπου η χρήση των σαρκοφάγων - η οποία σημειώνεται και σε άλλα σημεία του μυκηναϊκού κόσμου - είναι συχνή. Προς το τέλος της εποχής του Χαλκού, λουτήρες κρητομυκηναικου τύπου εμφανίζονται σε οικισμούς και τάφους της Κύπρου.
Τα αποθηκευτικά σκεύη, επίσης, που χρησιμοποιούνταν για την φύλαξη και τη μεταφορά εμπορεύσιμων προϊόντων, δίνουν σημαντικες πληροφορίες για τις σχέσεις, τις ανταλλαγές και την οικονομία της εποχής. Χαρακτηριστικά ανάμεσά τους είναι οι χαναανίτικοι αμφορείς από τη Συρία και παλαιστίνη, και οι αποθηκευτικοί ψευδόστομοι αμφορείς από την Κρήτη. Και οι δύο αυτοί τύποι αγγείων αποτελούσαν τα τυπικά δοχεία του διαμετακομιστικού εμπορίου της εποχής στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά ενώ η χρήση των χαναανίτικων αμφορέων συνεχίσθηκε και στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου - ίσως επειδή ήταν αγγεία κατάλληλα για πολλαπλές χρήσεις, π.χ. υγρά, σιτηρά ακόμη και μικροαντικείμενα όπως οι χάνδρες - οι ψευδόστομοι αμφορείς έπαυσαν ως αντικείμενο εμπορίου μετά το 12ο αώνα, επειδή το εξειδικευμενο σχήμα τους ήταν κατάλληλο μόνο για υγρά - λάδι, κρασί, αρώματα: προϊόντα που στην παραγωγή τους ξεχώριζε η Κρήτη ήδη από την Παλαιοαναακτορική εποχή. Οι κρητικοί ψευδόστομοι αμφορείς συχνά έφεραν κόσμηση χταποδιών ή μόνο των πλοκάμων τους. Ισως η χαρακτηριστική αυτή κόσμηση λειτουργούσε ως "σήμα κατατεθέν" της προέλευσής τους και τα αγγεία αυτά γίνονταν έτσι εύκολα αναγνωρίσιμα.
Τον 13ο αιώνα πυκνώνουν οι εξαγωγές κρητικών αγγείων στην Κύπρο, τα οποία συνήθως βρίσκονται μαζί με ομάδες πολυάριθμων μυκηναϊκών αγγείων.
Την ίδια εποχή αυξάνεται και ο αριθμός των κυπριακών αγγείων στην Κρήτη. Γραπτές πηγές από την Ουγκαρίτ, χρονολογούμενες γύρω στο 1300 π.Χ., αναφέρονται σε εμπορικά πλοία της Ουγκαρίτ που ταξιδεύουν στην Κρήτη.
Τον 12ο αιώνα, το εμπόριο προς και από την Κρήτη ελαττώνεται αλλά δεν σταματά εντελώς. Τον 12ο και 11ο αιώνα παρατηρείται μια κίνηση ομάδων Μυκηναίων από την κυρίως Ελλάδα προς την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, καθώς και Κρητών προς τη Ρόδο, και την Κύπρο.
Η κίνηση αυτή, η οποία είναι προφανής μέσα από χαρακτηριστικά στοιχεία της κεραμικής,τ ης πλαστικής, της θρησκείας καθώς και της εικονογραφίας της εποχής,ε ίναι μάλλον αποτέλεσμα των καταστροφών οι οποίες έπληξαν τα μυκηναϊκά κέντρα και των κοινωνικών ανακατατάξεων που ακολούθησαν.
Η επίδραση της Κρήτης στην Κύπρο αυτή την εποχή είναι ιδιαίτερα έντονη στο χώρο της θρησκείας. Η μινωική θεά με Υψωμένα χέρια, σε στάση ευλογίας, ταξιδεύει αυτή την εποχή στην Κύπρο, μαζί με στρογγυλά ομοιώματα ναίσκων και με κέρατα καθοσιώσεως, με δαιμονικά όντα με σώμα ζώου και ανθρώπινη κεφαλή, καθώς και με ομοιώματα κύκλιου χορού. Το μινωικό τέλετουργικό των θυσιών ζώων κανει επίσης την εμφάνισή του στην κυπριακή εικονογραφία.
Σημαντικα΄στοιχεία για τη διακίνηση των εμπορευμάτων αλλά και των ιδεών αυτή την εποχή μεταξύ Κρήτης και Κύπρου μας παρέχουν αντικείμενα της
μεταλλοτεχνίας, ορισμένα από αυτά εξαιρετικής τέχνης - π.χ. ραβδωτοί τρίποδες, τετράπλευροι υποστάτες κυπριακής κατασκευής, που γίνονται αντικείμενα εμπορίου αλλά και μίμησης στον κόσμο της Μεσογείου - καθώς και αμφοροειδείς κρατήρες, τυπικό μινωικό σχήμα αγγείου, ορισμένοι από τους οποίους αν και κοσμούνται με διακοσμητικά θέματα που έχουν μακραίωνη παράδοση στην Κρήτη, φαίνεται ωστόσο, ότι κατασκευάζονται στην Κύπρο, κάτω από την επίδραση της μινωικής ιδεολογίας και ίσως και τεχνικής.
Τέτοιου είδους αντικείμενα συνεχίζουν να παράγονται και να χρησιμοποιούνται και στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, δείχνοντας έτσι τη συνέχεια της μεταλλοτεχνίας από τη μια εποχήστην άλλη. Τα τελευταία χρόνια, η μελέτη των πολιτιστικών και εμπορικών σχέσεων της Κρητης έχει οδηγήσει στην έρευνα των λιμανιών όπου έρχονταν τα πλοία που μετέφεραν προϊόντα, ανθρώπους και ιδέες, καθώς και των θαλάσσιων δρόμων που ακολουθούσαν.
Πολύ σημαντικό ήταν το λιμάνι της Κνωσού, στην περιοχή του Πόρου - Κατσαμπά, όπου περίπου το σημερινό λιμάνι του Ηρακλείου, ενώ στη δυτική Κρήτη υπήρχε το λιμάνι της μινωικής Κυδωνίας, μάλλον στην περιοχή του βενετσιάνικου λιαμνιού της παλιάς πόλης των Χανίων.
Εξάλλου, στη νότια κεντρική Κρήτη σημαντικό λιμάνι και οικισμός έχουν ανασκαφεί στον Κομμό.
Η ανατολική Κρήτη επίσης είχε σειρά από σημαντικά λιμάνια στην Ψείρα, τον Μόχλο και τη Ζάκρο. Τα ως τώρα γνωστά αρχαιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι η χρήση των λιμανιών της Κνωσού και του Κομμού συνεχίσθηκε και στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.
Ο πολιτισμός της Κρήτης, ο πρώτος ευρωπαϊκός πολιτισμός στον κόσμο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, άσκησε με διάφορους τρόπους, τόσο κατά την εποχή του Χαλκού όσο και κατά την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, σημαντική επιρροή, η οποία επέζησε στις μνήμες της μεταγενέστερης Ελλάδας και μεταφέρθηκε ως τις μέρες μας μέσα από τα έργα αρχαίων συγγραφέων.
Εμπόριο πολυτελών ειδών, ειδών διατροφής, ανταλλαγές τεχνογνωσίας, αλλά και των ίδιων των τεχνιτών, διάδοση των ιδεών - είτε ως αποτέλεσμα των εμπορικών συναλλαγών είτε ω ςπροϊόντα ανταλλαγής δώρων μεταξύ ηγεμόνων, ενδεχομένως ίσως και μέσα από συγκεκριμένη μινωική κρατική πολιτική, έπαιξαν το ρόλο τους στη δάδοση της μινωικής πολιτιστικής παράδοσης. Ο Ομηρος θυμάται θεούς, ήρωες, εμπόρους Ανατολής σε καιρούς που δεν ξεχάσθηκαν αλλά τυλίχθηκαν με τη γοητεία του μύθου μέχρι τις μέρες μας, οπότε η σκαπάνη του αρχαιολόγου τους έφερε και πάλι στο φως.

© Copyright "ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ"

Σημείωση (Αντ.Θ.Βασιλάκη): Η Γραμμική Α δεν εξαφανίζεται οταν εμφανίζεται η Γραμμική Β. Αλλά χρησιμοποιούνται  μέχρι και τους Ελληνιστικούς χρόνους από τους ιερείς, με τελευταία εξαφανισθείσα την Γραμμική Α.

1on.gif (2742 bytes)