20-3-1998
Αφιέρωμα

 

Ενα περιστατικό από τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής
Του Ξεν. Λήμνιου

 Στα τέλη Αυγούστου 1944 μια δυνατή φθινοπωρινή βροχή λάσπωσε όσες λιγοστές σταφίδες βρισκόταν ακόμα απλωμένες στους οψιγιάδες κατάχαμα, γιατί για σταφιδόχαρτο ούτε λόγος να γίνεται μετά από τρία χρόνια κατοχής. Ετσι σκεπάτηκαν με δυο - τρεις πόντους λάσπη οι σταφίδες του γειτόνου μας Γιώργη Φιλιππίδη από την Κυθαρίδα που τις είχε απλωμένες στο αλώνι του, στη θέση Περβόλα Γουρνών Τεμένους, που χρησιμοποιούσε και για οψιγιά.
 Το δικό μας μετόχι, που μείναμε από το Νοέμβριο του 1940 μέχρι και τον Αύγουστο του 1945 μετά την απελευθέρωση, ήταν ψηλότερα από την Περβόλα Γουρνών στη θέση Κοκογιάννη Παπούρα. Στο μετόχι αυτό διατηρούσαμε αρκετές όρνιθες για τα αυγά και το κρέας τους. Τα πρώτα χρόνια της κατοχής τις είχαμε ελεύθερες αλλά, όσο περνούσε ο καιρός, πήγαιναν τ' αρπακτικά πουλιά σκάρες, γεράκια κ.λ.π. και συχνά ακούαμε ένα παραπονιάρικο κακάρισμα και βλέπαμε να σηκώνεται η σκάρα κρατώντας στα νύχια της μια όρνιθα ή ένα πετεινάρι που μάταια θρηνούσε τη συμφορά του.
 Για αρκετό διάστημα τις είχαμε στον κούμο και τ' απογεύματα όταν τις αφήναμε ελεύθερες έκανα χρέη βοσκού μ' ε΄να καλάμι στο χέρι για να φοβούνται τ' αρπακτικά.
 Ημουν τότε 12 χρονών.
 Η θρασύτητα όμως των αρπακτικών ξεπέρασε κάθε όριο και παρά την επίβλεψή μου μια μέρα του Αυγούστου μια σκάρα με κάθετη εφόρμηση, σαν Γερμανικό "Στούκα", μου άρπαξε μια όρνιθα κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια μου, δίπλα μου, αφού το καλάμι που κρατούσα έσπασε στη ράχη της αλλά αυτή απτόητηη κρατώντας στα νύχια της γιατζωμένη την όρνιθα πέταξε ψηλά στον ουρανό.
 Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες οι όρνιθες κλείστηκαν μόνιμα πια στο κουμάσι. Δημιουργήθηκε όμως πρόβλημα τροφής και οι εγκαταλελειμένες λασπωμένες σταφίδες του γειτόνου ήταν μια καλή λύση για μας. Ενα πρωινό λοιπόν φορώντας τα πιο παλιά μας ρούχα κατεβήκαμε με τον πατέρα μου στον οψιγιά και μαζέψαμε σε κοφίνια όσο πιο πολλές σταφίδες μπορούσαμε.
 Τη μεταφορά τους ανέλαβα εγώ και ο πατέρας μου αφού γέμισε μια λάντζα με νερό τις έβαζε λίγες λίγες στο τρυπητό τσιγκάκι, τις ξέπλενε και τις άπλωνες ξανά να στεγνώσουν για να διατηρηθούν κάπως και να τις δίνομε λίγες - λίγες στις όρνιθες.
 Δεν είχε κάνει την 7η ή 8η διαδρομή μετόχι - περβόλα και ξαφνικά είδα να ανεβαίνουν από το μονοπάδι δυο Γερμαρνοί οπλισμένοι και φορώντας κράνη. Γύρισα πίσω τρέχοντας και λαχανιασμένος λέγω στον πατέρα μου - Δυο Γερμανοί έρχονται απ' τη Περβόλα. Δεν μου μίλησαν και πιστεύω δε με είδαν. - Κάθισε εδώ να έλθουν να δούμε τι θέλουν.
 Ετσι καθίσαμε "περιμένοντας τους βαρβάρους" που σε λίγη ώρα έφθασαν στο σπίτι. Ο πατέρας μου δεν ήξερε καθόλου Γερμανικά εκτός από λίγες - ελάχιστες λέξεις. Τους ρώτησε αν μιλάνε Γαλλικά, τα οποία ο ίδιος μιλούσε πολύ καλά, και ο ένας του είπε ότι μιλούσε τα Γαλλικά λίγο.
 Κάθισαν έξω στην αυλή και τους προσφέραμε τομάτες και ξυλάγγουρα, που κόψαμε εκείνη τη στιγμή απ' το μικρό κήπο που διατηρούσαμε, ελιές, παξιμάδι και την απαραίτητη σ' αυτές τις περιπτώσεις τσικουδιά. Εφαγαν απ' όλα αλλά τσικουδιά δεν ήπιαν, δεν δοκίμασαν καν. Εν τω μεταξύ δεν μιλούσαν καθόλου πράγμα που μας έβαλε σε σκέψεις τί γύρευαν;
 Κάποια στιγμή βλέποντας τα παλιόρουχα που φορούσαμε και τις λασπωμένες σταφίδες μπαίνει ο ένας τους μέσα στο σπίτι και αρχίζει να βγάζει από τις τσέπες του παντελονιού του κουτάκια με σφαίρες.
 Κάθε κουτάκι ήταν στο μέγεθος μιας πλάκας πράσινου σαπουνιού. Θα είχε γύρω στις 7-8 κουτάκια στη κάθε τσέπη. Αφού άδειασε τις τσέπες άρχισε να λύνει τη ζώνη, να ξεκουμπώνει τα κουμπιά και να κατεβάζει το παντελόνι. Με έκπληξη και απορία παρακολουθούσαμε τη σκηνή.
 Οταν έβγαλε το παντελόνι, από μέσα φορούσε δεύτερο, αφού έβαλε πάλι τα κουτάκια με τις σφαίρες στις τσέπες του δεύτερου αυτού παντελονιού άρχισε να διπλώνει προσεκτικά και επιμελημένα το πρώτο και το δώρησε στο πατέρα μου.
 "Je vous remercie beacoup" του είπε ο πατέρας μου και το κράτησε. "Το σας ευχαριστώ πολύ" ήταν και η πρώτη φράση που έμαθα στα Γαλλικά. Ξανακάθησαν έξω και συνέχισαν να τρώνε ελιές - τομάτες - παξυμάδι κουβέντα όμως για το σκοπό τους.
 Κάποια στιγμή, ενώ η μητέρα μου κι εγώ είμαστε μέσα στο σπίτι, ο "γαλλομαθής" είπε στον πατέρα μου: - Θα σου εμπιστευτώ κάτι^ εμείς οι δυο δεν είμαστε Γερμανοί^ Είμαστε Ρώσοι και πέσαμε με αλεξίπτωτα τη νύχτα, δίνοντάς του να καταλάβει ότι έπεσαν προς τη Φοινικιά και θέλομε να πάμε στον Κρουσώνα ή τους Ασίτες. Ξεδίπλωσε μάλιστα ένα κομάτι χαρτί, κάτι σαν πρόχειρο χάρτη, που έδειχνε το δρόμο Ηρακλείου - Μοιρών, πιο πίσω το δρόμο Βούτες - Αγιο Μύρωνα - Ασίτες και πιο πάνω τον Κρουσώνα. Τα ονόματα των χωριών ήταν γραμμένα με λατινικά γράμματα και το σκαρίφημα ήταν χειρόγραφο. Τελικά μας ζήτησαν να τους δείξομε που ευρίσκοντο και το δρόμο για Κρουσώνα.
 Στην αρχή φοβηθήκαμε μήπως ήσαν Γερμανοί και μας μιλούσαν παραπλανητικά για να δουν αν είχαμε διασυνδέσεις με αντάρτες μια και μέναμε μόνοι στην περιοχή, αλλά τελικώς τους συνόδευσα στην κορυφή του λόφου απ' όπου τους έδειξα κάτω και μπροστά μας το δρόμο Ηρακλείου - Μοιρών, πιο πάνω τις Βούτες αριστερά τον Αγιο Μύρωνα και στο βάθος τον Κρουσώνα.
 Για τους Ασίτες που δεν φαινόταν τους έδωσα με νοήματα να καταλάβουν ότι ήταν αριστερότερα από τον Αγιο Μύρωνα.
 Αυτοί με φιλικά κτυπήματα στην πλάτη με ευχαρίστησαν και κατηφόρησαν την πλαγιά τραβώντας για το σκοπό τους.
 Οταν σε λίγο γύρισα σπίτι βρήκαμε στην τσέπη του παντελονιού ένα κομάτι Ρωσικής εφημερίδας που διετήρησαν και του οποίου παραθέτω φωτογραφίες των δυο όψεών του (όψις 1 και όψις 2).
 Μετά την εκπομπή του κ. Νίκου Ψιλάκη στην Κρητική τηλεόραση της 5ης Μαρτίου 1998 σχετικής με δυο αποδράσεις Ρώσων κρατουμένων από το Γερμανικό Στρατόπεδο Πεφένενας Χερσονήσου την ίδια εποχή (τέλη Αυγούστου αρχές Σεπτεμβρίου 1944) και απ' όσα κατέθεσαν οι ομιλήσαντες σ' αυτήν υπάρχει μια διαφορά στον αριθμό των αποδρασάντων και στον αριθμό αυτών που βγήκαν στα Λασιθιώτικα βουνά.
 Πιστεύω ότι οι δυο Ρώσοι της ιστορίας μας προέρχονται από αυτούς που ακολούθησαν πορεία προς δυσμάς και όχι όπως μας είπαν ότι έπεσαν με αλεξίπτωτο (από πού άλλωστε ξεκίνησαν και με τί αεροπλάνο ήλθαν;).
 Πιστεύω ακόμη ότι κάποιος στη Φοινικιά τους έκαμε το σχεδιαγράμμα για το δρομολόγιο που έπρεπε να ακολουθήσουν.
 Πάντως το κομάτι της εφημερίδας, το οποίον έδειξα σε ελληνομαθή Ρωσίδα είναι από φιλολογική εσωτερική σελίδα και δεν περιέχει χρήσιμες πληροοφορίες, ειμή μόνο ότι ο εικονιζόμενος ηλικιωμένος κύριος είναι ο Νορβηγός νομπελίστας συγγραφέας Κνουτ Χάμσον ο οποίος στις 4 Αυγούστου 1944 έγινε 85 ετών. Προφανώς η εφημερίδα είναι της αυτής ημερομηνίας.
 Εμμεσα προκύπτει ότι, εάν οι Ρώσοι αιχμάλωτοι της Χερσονήσου ήλθαν στην Κρήτη μετά τις 4 Αυγούστου πιθανόν σ' ένα μήνα να οργάνωσαν και να πραγματοποίησαν την απόδρασή τους, άλλως η υπόθεση των δυο Ρώσων παραμένει, με τα αρχικά ερωτηματικά της. Αν θέλει ο κ. Ψιλάκης που ασχολείται με το θέμα ας το διερευνήσει.

© Copyright "ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ"

1on.gif (2742 bytes)