"ΠΑΤΡΙΣ"     ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ  2000

O ΓYΠAETOΣ THΣ KPHTHΣ

O γυπαετός είναι ένα από τα σπανιότερα και μεγαλύτερα αρπακτικά της Ευρώπης. To επιστημονικό του όνομα είναι Gypaetus Barbatus. Η λέξη Βarbatus σημαίνει «μουστακαλής». Ο χαρακτηρισμός αυτός του αποδόθηκε επειδή στο ράμφος του υπάρχουν ευδιάκριτες τούφες από μακριές μαύρες τρίχες που μοιάζουν με γενειάδα.
Αποτελεί το σπανιότερο είδος γύπα (δηλαδή πτωματοφάγου αρπακτικού) από τα τέσσερα που συναντώνται στην Ευρώπη. Κινδυνεύει με εξαφάνιση και προστατεύεται από την ελληνική και τη διεθνή νομοθεσία.
Στην Ελλάδα, ο κυριότερος όγκος του πληθυσμού (20-25) βρίσκεται στην Κρήτη. Είναι ο μοναδικός βιώσιμος πληθυσμός στη χώρα μας και τα Βαλκάνια, καθώς και ο μεγαλύτερος νησιωτικός του είδους στην Ευρώπη και τον κόσμο.
Η κύρια πηγή τροφής των γυπαετών είναι τα κόκαλα των νεκρών ζώων, μικρού ή μεσαίου μεγέθους. Συνήθως ζουν ανά ζεύγη και υπερασπίζονται τεράστιες εκτάσεις («επικράτειες»), στις οποίες τρέφονται και φωλιάζουν, ενώ δύσκολα ανέχονται μέσα σε αυτές την παρουσία άλλων ενήλικων ατόμων του ίδιου είδους.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Είναι ένα είδος γύπα που αναγνωρίζεται εύκολα από τις μακριές, μυτερές φτερούγες του και τη μεγάλη ρομβοειδή ουρά του. Χαρακτηριστικά επίσης είναι το δυναμικό και γρήγορο πέταγμά του και οι ελιγμοί του, παρά το μεγάλο βάρος του, που φτάνει τα πέντε έως επτά κιλά, και το άνοιγμα των φτερών του, που φτάνει τα 2,80 μέτρα στα ενήλικα άτομα.
Τα νεαρά πουλιά έχουν γκρίζο χρώμα, ενώ τα ενήλικα ασπροκίτρινο κεφάλι και ξανθοκάστανο ή πορτοκαλί σώμα. Οι φτερούγες και η ουρά είναι γκριζόμαυρες από πάνω και καστανόμαυρες από την κάτω πλευρά τους. Το χρώμα της κοιλιάς οφείλεται στο «μακιγιάρισμα» των φτερών του με οξείδια του σιδήρου, που προσλαμβάνει, καθώς τρίβεται στα ασβεστολιθικά πετρώματα. Όταν αυτά λείπουν, το χρώμα του είναι σαν «λερωμένο άσπρο». Στο κεφάλι, κοντά στο ράμφος, φέρει μια μακριά τούφα με μαύρες «τρίχες» που μοιάζει με γένι.
Οι γυπαετοί ζουν μόνοι ή κατά ζεύγη σε μια επιφάνεια 350 τ. χλμ., την οποία υπερασπίζονται, όταν απειλoύνται από άτομα του ίδιου είδους. Φωλιάζουν αποκλειστικά σε ημιορεινά και ορεινά οικοσυστήματα (500-4.000μ.) μέσα σε μικρές σπηλιές, εσοχές ή προεξοχές ψηλών ορθοπλαγιών και πάντα σχεδόν σε φαράγγια ή κατακόρυφα βράχια.
ΕΞΑΠΛΩΣΗ
Αρκετά συνηθισμένο είδος μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, ο γυπαετός ζούσε σε όλα σχεδόν τα βραχώδη βουνά, τόσο της κυρίως όσο και της νησιωτικής Ελλάδας. Παλαιότερα φώλιαζε στις Κυκλάδες, τη Λευκάδα, το Ναύπλιο, τον Ταΰγετο, το Χελμό και τη Ρόδο, όπου τον ονόμαζαν «Χαλιναρά», επειδή τα μουστάκια του θυμίζουν χαλινάρια.
Σήμερα έχει εξαφανιστεί από όλες αυτές τις περιοχές. Ο κύριος όγκος του πληθυσμού βρίσκεται στην Κρήτη (25 άτομα) και κυρίως στο Φαράγγι της Σαμαριάς στο Νομό Χανίων, ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα απαντώνται ελάχιστα άτομα.
Στην Ευρώπη συναντάται στην οροσειρά των Πυρηναίων (Ισπανία-Γαλλία, 77 ζευγάρια), στο νησί της Κορσικής (10 ζευγάρια) και στα Βαλκάνια (2-3 ζευγάρια). Στις Αλπεις το είδος έχει επανεισαχθεί τα τελευταία χρόνια (80 άτομα).
ΒΙΟΛΟΓΙΑ-ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
Ο γυπαετός είναι ορεσίβιο είδος και απαντάται σε περιοχές μεγάλου υψόμετρου (1.500-4.000 μ.), ενώ το χειμώνα λόγω του χιονιού κατεβαίνει στα ημιορεινά (500-800 μ.).
Συνήθως χτίζει δύο και τρεις μεγάλες φωλιές, ενώ γεννά σε μία από αυτές ένα με δύο αβγά τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο. Η εκκόλαψη των αβγών γίνεται και από τους δύο γονείς και διαρκεί σχεδόν δύο μήνες. Το μοναδικό μικρό που επιζεί μένει στη φωλιά για τέσσερις μήνες περίπου, από όπου στα τέλη Ιουνίου με αρχές Ιουλίου θα πετάξει για πρώτη φορά.
Τα νεαρά πουλιά διανύουν μεγάλες αποστάσεις, αλλά εξακολουθούν να επισκέπτονται τη φωλιά, εξαρτώμενα από τους γονείς τους για αρκετό ακόμα διάστημα. Έπειτα από έξι χρόνια φτάνουν σε σεξουαλική ωριμότητα. Το νέο ζευγάρι που θα δημιουργηθεί κινείται σε επιφάνεια 200-400 τ. χλμ.
Ο γυπαετός είναι πτωματοφάγος και το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά (70-90%) με κόκαλα, γι' αυτό και στην Κρήτη το ονομάζουν και «Κοκαλά». Δεν μπορεί να σκίσει μόνος του τα διάφορα πτώματα ζώων και χρειάζεται τη βοήθεια άλλων μεγάλων γυπών. Βασική του πάντως τροφή είναι τα κόκαλα. Τα μικρότερα τα καταπίνει ολόκληρα και το στομάχι του, με τα πανίσχυρα γαστρικά υγρά που διαθέτει, τα χωνεύει με ευκολία. Τα μεγαλύτερα από αυτά τα σπάει ρίχνοντάς τα με χαρακτηριστικό τρόπο. Τα πετάει από μεγάλο ύψος σε βραχώδεις, απότομες πλαγιές, τις «σπάστρες», ακολουθώντας τα με σπειροειδή κάθοδο, διαδικασία που επαναλαμβάνεται μέχρι να σπάσουν σε μικρά κομμάτια, και στη συνέχεια τα τρώει ξεκινώντας από το μεδούλι. Αυτή η διατροφική του συνήθεια φαντάζει περίεργη, αλλά από τη στιγμή που έχει λυθεί το πρόβλημα της πέψης, τα κόκαλα αποτελούν μια πολύ θρεπτική και εύκολα αποθηκεύσιμη τροφή, για την οποία επιπλέον έχει ελάχιστους ανταγωνιστές.
ΚΙΝΔΥΝΟΙ-ΑΠΕΙΛΕΣ
Απειλείται κυρίως από δηλητηριασμένα δολώματα που χρησιμοποιούνται στην ύπαιθρο για την καταπολέμηση «επιβλαβών ειδών», από την καταστροφή των βιοτόπων και από την παράνομη φόνευση.
Επίσης, κινδυνεύει άμεσα από τον περιορισμό της ορεινής κτηνοτροφίας και τη μείωση των πληθυσμών των άγριων ορεινών μηρυκαστικών, τα οποία αποτελούν την κύρια πηγή της τροφής του. Στην Κρήτη, όπου απαντάται και ο μεγαλύτερος πληθυσμός, η λαθροθηρία και η έντονη παρενόχληση, ιδιαίτερα κατά την κρίσιμη περίοδο της αναπαραγωγής, είναι οι βασικότεροι κίνδυνοι.
Η παρακμή του είδους στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη αποδεικνύει την ευαισθησία του στην ανθρώπινη ενόχληση. Μολονότι φωλιάζει σε απόκρημνα και δυσπρόσιτα σημεία, η συνεχιζόμενη μείωση της τροφής το αναγκάζει να καλύπτει μεγάλες αποστάσεις για να τραφεί. Αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη δειλίας απέναντι στον άνθρωπο, το κάνει ευάλωτο. Η ακριβής απογραφή των πληθυσμών, η εγκατάσταση τεχνητών ταϊστρών, έπειτα από σοβαρή μελέτη και οργάνωση, και η προσπάθεια εξάλειψης των αιτιών εξαφάνισης μπορεί να αποτελέσουν σημαντικά βήματα για τη διατήρηση αλλά και την αύξηση των πληθυσμών του σπάνιου αυτού είδους που κινδυνεύει άμεσα με αφανισμό.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE-ΦΥΣΗ 1998, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης και η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία υλοποιούν ένα πρόγραμμα με θέμα τη «Διατήρηση-Προστασία του Γυπαετού στην Ελλάδα».
Το πρόγραμμα ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1998 και θα ολοκληρωθεί στα τέλη Νοεμβρίου του 2001. Εφαρμόζεται σε δέκα ορεινές περιοχές της Ελλάδας που ανήκουν στο Δίκτυο «Φύση 2000»: επτά στην Κρήτη (Όρη Σελίνου, Λευκά Όρη, Ασή Γωνιά - Καλλικράτης - Ασφένδου, Ψηλορείτης, Κέδρος, Αστερούσια, Δίκτη) και τρεις στην ηπειρωτική Ελλάδα (Παρνασσός, Γκιώνα, Όλυμπος), που αποτελούν τα τελευταία καταφύγια του είδους στη χώρα μας.
Στόχοι του προγράμματος είναι η διατήρηση και η προστασία του γυπαετού στην Ελλάδα. Αυτό θα επιτευχθεί με τη λήψη μιας σειράς άμεσων μέτρων για την προστασία του είδους, τη λεπτομερή καταμέτρηση του πληθυσμού των γυπαετών και την προστασία όλων των περιοχών διαβίωσης που ανήκουν στο Δίκτυο «Φύση 2000».
Μέχρι το τέλος του προγράμματος αναμένεται να τεθεί σε ισχύ ένα οριστικό νομικό καθεστώς για τις περιοχές διαβίωσης του είδους και να εφαρμοστούν ειδικά διαχειριστικά μέτρα σε όλες τις περιοχές εφαρμογής του προγράμματος.
Κατά τη διάρκεια της υλοποίησής του θα δοθεί έμφαση στα ακόλουθα σημεία:
1. Διατήρηση-προστασία του γυπαετού και των ενδιαιτημάτων του σε ορισμένες περιοχές του προγράμματος μέσω της εκπόνησης Διαχειριστικών Σχεδίων και Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (που θα οδηγήσουν σε προεδρικά διατάγματα).
2. Έρευνα της ακριβούς κατάστασης του πληθυσμού του είδους και της αναπαραγωγικής του δραστηριότητας σε εθνικό επίπεδο.
3. Διερεύνηση της πιθανότητας αποκατάστασης και επανεισαγωγής του είδους, όπου είναι εφικτό.
4. Λήψη ειδικών μέτρων-δράσεων για την επιβίωση του γυπαετού τόσο στην Κρήτη όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπως:
– Ενίσχυση της παραδοσιακής κτηνοτροφίας και προώθηση των βιώσιμων συστημάτων βόσκησης και χρήσεων γης.
– Παροχή επιπρόσθετης τροφής για τους γυπαετούς σε κατάλληλα επιλεγμένες θέσεις.
– Φύλαξη και περιφρούρηση των σημαντικότερων περιοχών για το είδος, όπως θέσεις αναπαραγωγής, κουρνιάσματος και τροφοληψίας.
– Συνεργασία με περιβαλλοντικές οργανώσεις, συλλόγους και οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης στις περιοχές υλοποίησης του προγράμματος, ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη η προστασία του γυπαετού.
– Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του τοπικού πληθυσμού μέσω διαφόρων δραστηριοτήτων (παραγωγή ενημερωτικού υλικού και βίντεο, πραγματοποίηση σεμιναρίων και διαλέξεων, λειτουργία κέντρων ενημέρωσης κ.ά.).
– Υλοποίηση προγράμματος περιβαλλοντικής εκπαίδευσης.
– Διάδοση των αποτελεσμάτων.