mesog-sm.gif (656 bytes)

Θέματα & Αφιερώματα

25/1/2001

Κρήτη από κοντά, Κρήτη από μακριά
Του Γιώργη Γιατρομανωλάκη
Καθηγητή Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Σέ μιά εποχή πού δέν πήγαινα ακόμη σχολείο, Ιούνιο μήνα, θυμάμαι, ενωρίς τo απόγευμα, η γιαγιά μου, ονομαζόμενη Ευτυχία, γυναίκα αγράμματη αλλά πολύ ευσεβής και ιδιαιτέρως ευφάνταστη, με πήρε μαζί της στο νεκροταφείο του χωριού να περιποιηθούμε τούς τάφους και να μού δείξει από εκεί τον τόπο του κόσμου, όπως είπε. Το νεκροταφείο βρισκόταν στην κορυφή ενός λόφου πάνω από το χωριό. Θυμάμαι τη δύσκολη ανάβασή μας στο μονοπάτι με τα ξερά χόρτα και τα αγκάθια (από εκεί εξακολουθούν και σήμερα οι ζωντανοί να ανεβάζουν τους νεκρούς στους ώμους τους), δίπλα στα καχεκτικά και ανεμοδαρμένα αμπέλια, τις χαμηλές ελιές και τις λιγνές σαύρες να με τρομοκρατούν καθώς έφευγαν σάν αστραπές ανάμεσα στα βήματά μου. Η γιαγιά σιωπηλή καί σκοτεινή, μέ τή μαύρη μαντήλα και τά ρούχα ενός αιώνιου πένθους, με τραβούσε ατάραχη και αποφασιστική.
    Ο "τόπος του κόσμου" πού μού έδειξε η γιαγιά ήταν μιά έκταση μερικών τετραγωνικών χιλιομέτρων (τόν έχω δεί έκτοτε πολλές φορές) με αργιλώδεις, χέρσους λόφους, μικρές πλαγιές και κοιλάδες, αλλού σταχτιές καί καμένες από τόν ήλιο, αλλού σκεπασμένες από πράσινες λωρίδες αμπέλια καί δίπλα ελιές, χαρουπιές, βελανιδιές, μυγδαλιές, συκιές, φασκομηλιές καί θάμνοι. Κι ανάμεσα στήν καλλιεργημένη γή, διάσπαρτοι μεγάλοι βράχοι, άλλοι επίπεδοι, υπερφυσικοί δίσκοι, σάν τίς τεράστιες "αμάδες" του μυθικού ήρωα Διγενή. Αλλοι απότομοι, υψηλοί, ξασπρισμένοι από τή βροχή καί το φώς, σάν βουτυρένιοι. Και άλλοι σκοτεινοί από τον κισσό και τις αγριοσυκιές. Καί έτσι τούς έλεγαν. Η Αμάδα, ο Βούτυρος, ο Μαύρος Χάρακας.
    Ο τόπος πού έβλεπα έμοιαζε μέ μιά τεράστια χοάνη καθώς μακριά στόν ορίζοντα, αλλά καί ολόγυρα, όπου έφτανε το μάτι, υψώνονταν συνεχόμενοι λόφοι καί βουνά. Κάτω από τά πόδια μας τό χωριό, χτυπημένο από τόν απογευματινό ήλιο, αγωνιζόταν νά ξυπνήσει. Ηχοι από σκυλιά, κότες, πρόβατα καί γελάδια έφταναν ώς εμάς, ευδιάκριτοι παρά τήν απόσταση. Πάνω στόν θόλο του ουρανού τά γεράκια της ορεινής Κρήτης έκαναν κύκλους αργά και σταθερά. Χαμηλότερα διασταυρώνονταν χελιδόνια, σπουργίτια, σπίνοι και κορυδαλλοί.
"Αυτός ο τόπος που βλέπεις", μού είπε η Ευτυχία, "είναι όλος ο κόσμος πού ζούμε. Αυτή είναι ολη η Κρήτη. Ολόγυρα στέκει ο αέρας του Κυρίου, πάνω κρέμεται ο ουρανός μέ τήν σκάλα των αγγέλων ριγμένη γιά νά ανεβαίνουν οι δίκαιοι, στο βάθος της ρεματιάς, κάτω εκεί στό ρέμα του Σιδερόσπηλιου τρυπώνουν καί κοιμούνται τά δαιμόνια. Γύρω μας όλα τα δέντρα του κόσμου, όλα τά φυτά, όλα τά ζώα, τα ερπετά καί τά πουλιά. Αυτή είναι όλη η Κρήτη. Αυτός είναι όλος ο κόσμος. Μετά τελειώνει η γή και αρχίζει το μαύρο χάος ... "
Η ιδέα ότι ολόκληρος ο κόσμος περιοριζόταν σέ τούτη τή μικρή έκταση και μετά άρχιζε το χάος μέ τρομοκράτησε γιά μεγάλο διάστημα. Στό μεταξύ πολλοί έφευγαν καθημερινά γιά δουλιές στήν πρωτεύουσα του νομού, τό Ηράκλειο, μέ αλογα και γαϊδούρια (το αυτοκίνητο δέν έφτανε την εποχή εκείνη στο ορεινό χωριό) και επέστρεφαν ύστερα απο δυό τρείς μέρες, κατάκοποι αλλά ευχαριστημένοι μέ τά όσα είδαν στή μεγάλη πόλη. Μέ εντυπωσίαζε περισσότερο η περιγραφή της θάλασσας και του λιμανιού. "Μεγάλη πεδιάδα μέ πράσινα νερά, αφρούς και θόρυβο. Στό βάθος μόνο ουρανός. Το λιμάνι είναι λίμνη ακίνητη, με βαπόρια σιδερένια, αβύθιστα, πιό ψηλά από τό καμπαναριό του Αϊ- Γιώργη". Ημουν σέ μεγάλη σύγχυση καί δέν ήξερα τι νά πιστέψω. Τούς καθημερινούς ταξιδιώτες ή τη γιαγιά;
    Τήν απορία μου έλυσε (τουλάχιστον προσωρινά) ο μπάρμπας μου ο Μανόλης, αδελφός του παππού. Ο Μανόλης είχε ταξιδέψει "εξω από τήν Κρήτη", όπως έλεγαν, και είχε πολεμήσει σέ μακρυνούς και απροσδιόριστους τόπους. Στή Μακεδονία, στή Μικρά Ασία, στά Δαρδανέλια. Στό σπίτι του, διέδιδαν, είχε τόσα βιβλία πού σίγουρα δέν έφτανε μιά ζωή νά τά διαβάσει κάποιος. Και αυτό φόβιζε κάπως τούς ανθρώπους... Μιά μέρα λοιπόν πού βρεθήκαμε μόνοι μού αποκάλυψε το μυστικό. "Εχω", μού είπε, "ένα χαρτί πού δείχνει όλο τον κόσμο. Φαίνεται και η Κρήτη", πρόσθεσε. Εβγαλε από μιά κασέλα έναν παμπάλαιο, φθαρμένο πολιτικό χάρτη της ευρωπαϊκής ηπείρου (όπως κατάλαβα αργότερα), τόν ξεδίπλωσε τελετουργικά, πήρε τόν δείκτη του δεξιού μου χεριού και τον έβαλε πάνω στά ακανόνιστα σχήματα των διαφόρων χωρών (κάθε μία διαφορετικό χρώμα) καί είπε σοβαρά. "Νά το κράτος της Αγγλίας ψηλά. Λιγο δεξιά της η Σκανδινάβια. Ανατολικά η Ρουσία. Εδώ το κράτος της Γερμανίας. Εκεί η Γαλλία. Η Ιταλία. Βουλγαροι, Ούγγροι. Πολωνοί. Ισπανοί. Εις τον βορράν ρέει ο Βόρειος Παγωμένος Ωκεανός. Δυτικώς κυλά ο Ατλαντικός. Ανατολικώς ευρίσκεται η Ασία καί νοτίως, κάτω εδώ, η Μαύρη Ηπειρος. Τό μπλέ είναι η θάλασσα της Μεσογείου. Η Ελλάς κρέμεται εις την Μεσόγειο. Καί εις το μέσον της θαλάσσης, όπως βλέπεις, η νήσος Κρήτη".
    Περισσότερο μέ εντυπωσίασε ο επίσημος τόνος της φωνής του και λιγότερο η εικόνα της Κρήτης όπως τήν πρωτοείδα, ένα ελάχιστο μακρόστενο νησί μέσα στή θάλασσα. Μού φάνηκε πώς έμοιαζε κάπως μέ έναν άνδρα ξαπλωμένο ανάσκελα στά νερά, έτοιμο νά βουλιάσει. Στά δυτικά, στά Χανιά, διέκρινα το ακανόνιστο κεφάλι μέ τή μεγάλη μύτη και τά χείλη του κόλπου της Σούδας, στό κέντρο στήν περιοχή του Ηρακλείου είδα τή φουσκωμένη κοιλιά του καί ανατολικά στήν περιοχή της Σητείας τά μαζεμένα του πόδια.
"Η Κρήτη βρέχεται βορείως από τό Κρητικόν Πέλαγος, νοτίως από το Λυβικόν", συνέχισε μέ τόν επίσημο τόνο του ο Μανόλης. "Δυτικώς η θάλασσα της Σαπιέντσιας, ανατολικώς η θάλασσα της Καρπάθου. Το Κρητικό πέλαγο είναι θάλασσα κρατημένη, διότι την συγκρατεί η Κρήτη και δέν χάνεται. Το Λυβικό Πέλαγος είναι θάλασσα χυμένη. Πέφτεις μέσα καί σέ πάει Αφρικα. Καταλαβαίνεις. Εις τη μέση της Μεσογείου η Κρήτη. Εις τή μέση της Κρήτης ο νομός Ηρακλείου. Εις το μέσον του νομού το χωριό μας. Εις τή μέση του χωριού μας το σπίτι μας. Πού είναι το κέντρο της Μεσογείου;" ρώτησε. "Εδώ" είπε. "Ακριβώς εδώ. Στό σπίτι μας! "
Πέρασα όλο το δημοτικό σχολείο μελετώντας μικρούς και μεγάλους χάρτες του νησιού. Σέ κάθε κλίμακα. Πολιτικούς, γεωφυσικούς, ιστορικούς. Χάρτες πού έδειχναν τά κύρια προϊόντα κάθε περιοχής, τους αρχαιολογικούς τόπους, τις ιαματικές πηγές, τά εξωκλήσια. Ο Μανόλης δέν ήταν απλώς ο χορηγός και ο προμηθευτής μου - ένας στενός, γεμάτος στροφές αμαξωτός ένωνε ήδη τό χωριό μέ τό Ηράκλειο - ήταν και ο καθοδηγητής μου. Διάβαζε τούς χάρτες μαζί μου μέ έναν εντελώς δικό του τρόπο καί οι ερμηνείες του δέν είχαν καμιά σχέση μέ ό,τι μάθαινα στο μάθημα της Πατριδογνωσίας. "Η Κρήτη είναι γυναίκα καί έχει τρία βυζιά. Τά Λευκά Όρη στά Χανιά, τόν Ψηλορείτη στο Ηράκλειο, τό ορος Δίκτη στο Λασήθι. Βάλε τό χέρι σου νά τά πιάσεις", έλεγε. Πάντα προσεκτικός μη μάς ακούσει η γιαγιά. "Η Κρήτη παλαιά είχε εκατό βασίλεια και ο πρώτος βασιλέας αυτής ήτο ο λεγόμενος Μίνως. Η γυναίκα αυτού ήτο γελάδα. Καί έκαμε μαζί της έναν υιό τον λεγόμενο Μινώταυρο. Αυτός εζούσε εις τον Λαβύρινθο και έτρωγε πρωί βράδυ μιά βασιλοπούλα".
Μετά τά μυθολογικά, άρχιζαν τά ιστορικά, τά πολιτικά και τά θρησκευτικά ταξίδια πάνω στον χάρτη. Ομως στά ταξίδια αυτά ποτέ δέν ήξερες πού αρχίζει και πού τελειώνει η αλήθεια. Ιδιαίτερα όταν ο Μανόλης απαριθμούσε καί περιέγραφε τά είδη της κρητικής πανίδας και χλωρίδας - ένα θέμα πού τον γοήτευε - οι πληροφορίες του ήταν πάντα ανεξέλεγκτες. Ακόμη καί σήμερα δέν γνωρίζω άν πράγματι τά μυρμήγκια στήν Κρήτη είναι 25 ειδών, άλλα φτερωτά, άλλα του νερού, άλλα νά ταξιδεύουν μόνο ανατολικά, άλλα μόνο δυτικά. Ούτε έμαθα ποτέ ποιός είναι ο πραγματικός αριθμός των αρωματικών φυτών του νησιού (εκείνος ισχυριζόταν πώς ήταν κάτι παραπάνω από 111 κάτι παρακάτω από 222) και άν όντως όλα είναι διουρητικά και αφροδισιακά. Ούτε μπόρεσα νά ελέγξω άν αληθεύει αυτό πού έλεγε σχετικά μέ τούς ανθρώπους, καθώς μέ ξεναγούσε στούς πολύχρωμους χάρτες και μετρούσαμε τακτικότατα αλλά και μέ κάποια αγωνία τά χωριά και τις κωμοπόλεις του νησιού, "μήπως αλλάξει ο αριθμός τους" από τό ένα πρωί στό άλλο... "Στήν Κρήτη", έλεγε, "ίσως και αλλού, υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Αυτοί πού είναι καλοί και αυτοί που δέν έγιναν καλοί. Διότι οι άνθρωποι είναι όπως τό κρασί. Αλλο κρασί πετυχαίνει, αλλο όχι. Αλλά και αυτό πού δέν πετυχαίνει, δέν το χύνουμε".
    Μονάχα σέ ένα πράγμα μπόρεσα τελικα νά συμφωνήσω απόλυτα μαζί του. Αυτό πού έλεγε πάντα, σάν επωδό, στήν αρχή και στό τέλος κάθε μαθήματος, είτε αυτό γινόταν κάτω από τή μουριά, καλοκαίρι, είτε τά σκοτεινά βράδια του χειμώνα, δίπλα στο τζάκι. "Η Κρήτη είναι και πολύ μικρή και πολύ μεγάλη. Είναι τόσο μικρή πού χωρά και περισσεύει στό χάρτη. Ομως κανένας χάρτης της Κρήτης δέν είναι τόσο μεγάλος όσο η ίδια. Η Κρήτη πού δείχνει ο χάρτης είναι η Κρήτη από μακριά. Αλλά η Κρήτη πού περπατούμε, χωρίς νά τή δείχνει ο χάρτης, είναι η Κρήτη από κοντά".
    Ο Μανόλης πέθανε όταν ημουν μαθητής Γυμνασίου στό Ηράκλειο. Ξαφνικά ανέβασε, όπως έμαθα, υψηλό πυρετό και άρχισε νά παραμιλά και να λέει άκατανόητα πράγματα. Αλλοτε φώναζε πώς επίκειται το τέλος του κόσμου διότι η Κρήτη άρχιζε νά εμφανίζεται στον ουρανό, ένας τεράστιος χάρτης απλωμένος ανάμεσα στά άστρα. Τά νερά του Κρητικού πελάγους είναι καλά κρατημένα. Αλλά τό Λυβικό χύνεται και θά πνίξει τον κόσμο. Αλλοτε παρακαλούσε νά τού φέρουν έναν οποιοδήποτε χάρτη γιά νά "μυρίσει τό λαιμό της Κρήτης, τίς μασχάλες της Κρήτης και τά μαλλιά της Κρήτης". Τόν βρήκαν σκεπασμένο μέ τόν παμπάλαιο χάρτη της ευρωπαϊκής ηπείρου.Η γιαγιά Ευτυχία πέθανε τρία χρόνια αργότερα. Μου τηλεφώνησαν στην Αθήνα και πήρα το αεροπλάνο γιά τό Ηράκλειο. Είδα την Κρήτη πρώτη φορά από τοσο ψηλά, ένα σώμα γαλάζιο νά απλώνεται νωχελικά στή θάλασσα. Ετοιμο νά βουλιάξει από τή μιά στιγμή στήν άλλη. Ηταν φθινόπωρο και η κηδεία έγινε ενωρίς το απόγευμα. Το μονοπάτι πού οδηγούσε από το χωριό στο νεκροταφείο δέν είχε αλλάξει πολύ. Τά αγκάθια τά είχε μαλακώσει η βροχή των προηγούμενων ημερών, σαύρες δέν υπήρχαν, μονάχα πολλά μυρμήγκια (άλλα νά τρέχουν ανατολικά και άλλα δυτικά) νά κουβαλούν σπόρους από τή μιά ακρη του δρόμου στήν αλλη. Από τήν κορυφή του λόφου (μού φάνηκε πολύ χαμηλός) φαίνονταν απέναντι οι χέρσοι λόφοι και οι βουνοκορφές, ένας ελάχιστος "τόπος του κόσμου". Στά δυτικά ο ήλιος πλησίαζε τήν οροσειρά του Ψηλορείτη. Σύννεφα διάφανα, σέ διάφορα σχήματα, άναβαν τή δύση καθώς οι ακτίνες του ήλιου τά διαπερνούσαν καί έπεφταν ορμητικά σάν καταρράχτες φωτεινοί στη γή. Οι σκάλες των αγγέλων είχαν ριχθεί γιά νά ανέβουν οι δίκαιοι. Η Αμάδα, ο Βούτυρος ακόμη και ο Μαύρος Χάρακας άστραφταν ανάμεσα στά τρυγημένα αμπέλια και τις ελιές. Καί βαθιά κάτω στό ρέμα του Σιδερόσπηλιου το φώς όλο και λιγόστευε.

Σημείωση: Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο του Γ.Ι. Παναγιωτάκη «Η Κρήτη στις Αρχές και τα τέλη του 20ού αιώνα»


© Copyright "ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ"

1on.gif (2742 bytes)