Η ιστορία του Πανανείου Δημοτικού Νοσοκομείου

 
Εχει ενδιαφέρον, να αναφερθούμε στην ιστορία του Πανανείου Δημοτικού νοσοκομείου, που εγκαινιάστηκε με μεγαλοπρέπεια, στις 10 Φεβρουαρίου του 1902.
Μια ιστορία, που καταγράφει ο γιατρός-ακτινολόγος διδάκτορας της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μανόλης Δετοράκης, αντλώντας πληροφορίες, από το αρχείο της Δημογεροντίας και το αρχείο της Κρητικής Πολιτείας, της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης.
Ο κ. Δετοράκης αναφέρει: "Το παλαιότερο πολιτικό νοσοκομείο στην Κρήτη ήταν το πάλαι ποτέ Χριστιανικό νοσοκομείο ή Ρωμαίϊκα Σπιτάλια, που βρισκόταν στην οδό Ταξ. Μαρκοπούλου, στη θέση του σημερινού 8ου Δημ. Σχολείου, που συντηρούσε η Χριστιανική Κοινότητα Ηρακλείου, ήδη πριν το 1800. Από τα μέσα του ΙΘ' αι. είχε επισημανθεί η αδυναμία του για την εξυπηρέτηση των νοσηλευτικών και λοιπών κοινωνικών αναγκών του Τμήματος Ηρακλείου (και όχι μόνον).Ετσι το 1860, επί Μητροπολίτου Κρήτης Διονυσίου Χαριτωνίδου (1858-68) και μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου "ηυρύνθη και επεσκευάσθη προς αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών αυτού", όπως μας πληροφορεί ο αείμνηστος Ν. Ζευγαδάκης, σε δημοσίευμά του στην εφημ. ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ της 27.7.1963. Το ίδρυμα αυτό χρησιμοποιούμενο ως Νοσοκομείο, Πτωχοκομείο και Γηροκομείο, υπήρξε ακόμη άσυλο των Χριστιανών στις επανειλημμένες Κρητικές επαναστάσεις του ΙΘ' αι. και πολλοί επώνυμοι και ανώνυμοι αγωνιστές της ελευθερίας, ολόκληρα πτώματα ή αταίριαστα μέλη, έχουν ταφεί στην αυλή του, γι' αυτό και δικαιολογημένα ο αείμνηστος Ν. Ζευγαδάκης, το αποκαλούσε "Εθνικόν Κοιμητήριον".
Η μεγάλη συρροή κάθε είδους ασθενών και ενδεών ή αναπήρων, καθιστούσε το ίδρυμα αυτό κάθε μέρα και ανεπαρκέστερο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Χριστ. κοινότητας. Αμεση διοίκηση του νοσοκομείου, ασκούσε εκλεγμένη από τα σωματεία τριμελής επιτροπεία, που υπαγόταν στη Δημογεροντία Ηρακλείου, με πρόεδρο τον εκάστοτε Μητροπολίτη. Το Νοσοκομείο (Πτωχοκομείο, Γηροκομείο), μαζί με τα Χριστιανικά Σχολεία και τον ανεγειρόμενο Ναό του Αγ. Μηνά, αποτελούσαν τα "Κοινωφελή Καταστήματα της πόλεως Ηρακλείου". Ενας βασικός κανονισμός λειτουργίας των, δημοσιεύτηκε το 1876, επί Μητροπολίτου Σωφρονίου (ΑΔΗ 2/111-338).
Τον Νοέμβριο του 1863 "οι τα διάφορα σωματεία της Χριστ. Κοινότητος της πόλεως ταύτης αποτελούντες... αισθανόμενοι την απόλυτον ανάγκην του να αγορασθή εκ μέρους της Κοινότητος το πωλούμενον οίκημα του Μπετέρ Χανάν Πασά, ίνα χρησιμεύση ως κατάστημα του Νοσοκομείου, καθ' όσον κείται εις κατάλληλον μέρος και αρκετήν έχει ευρυχωρίαν, επομένως το ήδη κατάστημα του Νοσοκομείου να χρησιμεύση ως Ελληνική Σχολή και Παρθεναγωγείον...", ανέθεσαν ομόφωνα στον έγκριτο Στεφ. Οικονομίδη να προχωρήσει στη διαδικασία της αγοράς του οικήματος, που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε (εγγρ. ΑΔΗ 2/10-1348 και 2/10-1358).
Το 1892 ο Πανανός Θεοδουλάκης και η σύζυγός του Αθηνά, το γένος Ανεμογιάννη, πρόσφεραν για ενίσχυση των σκοπών του νοσοκομείου την μετά ζωήν κυριότητα "μιας οικίας και 6 μαγαζείων" αλλά και 500 λίρες για την ίδρυση του νέου νοσοκομείου, όπως προκύπτει από ευχαριστήριο έγγραφο του τότε Μητροπολίτου και πανάξιου ιεράρχη Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη (επίσημη εφημ. ΚΡΗΤΗ φ. 1324 της 4-12-1892).
Στην εφημ. ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ, της 6ης Ιανουαρίου του 1894, διευκρινίζεται ότι οι 500 λίρες θα καταβληθούν "άμα τη ενάρξει της οικοδομής του νέου νοσοκομείου εις τον κοινοτικόν χώρον Πετριχάν Πασά..."
Ακολούθησε νέα μεγάλη δωρεά από 2000 εικοσόφραγκα, για τον ίδιο σκοπό το Γενάρη του 1895. Για το λόγο αυτό, οι εκπρόσωποι των Χριστιανικών σωματείων της πόλης, υπό την προεδρεία του Μητροπολίτου Τιμοθέου, εξέδωκαν ψήφισμα με το οποίο ανακήρυξαν το ζεύγος Θεοδουλάκη, μεγάλους ευεργέτες της πόλης του Ηρακλείου, "επειδή απεφάσισαν νέαν μεγάλην δωρεάν υπέρ των ενδεών ασθενών πατριωτών ημών, ορίσαντες δύο χιλιάδες εικοσόφραγκα προς ίδρυσιν νοσοκομείου, εν τη πόλει ημών, ου μεγίστην ανάγκην έχει η χριστιανική κοινότης Ηρακλείου, άτε του υπάρχοντος όντος ακαταλλήλου και μη εκπληρούντος πάντας τους όρους της υγιεινής... (εφημ. ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ, 26 Ιαν. 1895).
Οπως μας πληροφορεί ο αείμνηστος Ν. Ζευγαδάκης (εφημ. ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ, 9-2-1960): "Ο θεμέλιος λίθος "του ασύλου τούδε των νοσούντων", ετέθη την 28ην Μαΐου του 1895, Κυριακή των Αγ. Πάντων, επί Μητροπολίτου Κρήτης Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη, ανηγέρθη δε το ίδρυμα τη γενναία χορηγία και εξ ιδίων δαπάνη των ιδρυτών αυτού Πανανού και Αθηνάς Θεοδουλάκη.
Την οικοδομήν, ήτις είχε φθάσει μέχρι στέγης, διέκοψε η τον Ιούλιον του 1896 εκραγείσα επανάστασις. Τον Νοέμβριον του αυτού έτους το έργον επανελήφθη, ανεκόπη όμως και πάλι περί τα μέσα Ιανουαρίου του 1897. Αλλά-ως αναγράφεται εις τας επιγραφάς-τη θεία ευδοκία και χάριτι, κατά Δεκέμβριον του 1900, ηγεμονεύοντος του Πρίγκηπος Γεωργίου της Ελλάδος, Υπάτου Αρμοστού και Ευμενίου Ξηρουδάκη Κρητός Αρχιερατεύοντος, επανελήφθη και συνεπληρώθη η οικοδομή, τη πλουσία και αφειδεί των αυτών ιδρυτών χορηγία. Ετελέσθησαν δε τα εγκαίνια του τε Πανανείου τούδε Νοσοκομείου και του εν αυτώ υπό των αυτών ιδρυτών ανεγερθέντος ιερού ναού του Αγ. Παντελεήμονος, τη 10η Φεβρουαρίου του 1902, οπότε εδωρήθη και ανεκηρύχθη υπό των ιδρυτών το φιλανθρωπικόν τούτο ίδρυμα ως ιδιοκτησία τελεία του εν τη πόλει ταύτη ιερού ναού του Αγ. Μεγαλομάρτυρος Μηνά..."
Ο μεγάλος πράγματι ευεργέτης του Ηρακλείου Πανανός Θεοδουλάκης, καταγόταν από τη Μεγάλη Βρύση Μονοφατσίου, είχε εγκατασταθεί στη Σμύρνη, ίσως μετά την επανάσταση του 1866, όπου απέκτησε τεράστια περιουσία. Η σύζυγός του Αθηνά, ήταν κόρη του Ηρακλειώτη μεγαλεμπόρου Ιωαν. Ανεμογιάννη και είχε αδελφούς τους εξέχοντες πολίτες, μεγαλεμπόρους επίσης, Λεωνίδα και Ανδρέα Ανεμογιάννη. Για τους ενδιαφερόμενους για περισσότερες πληροφορίες για το ζεύγος Πανανού Θεοδουλάκη, παραπέμπω στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, της 17-4-1963 δημοσίευμα Ν. Σταυρινίδη, 9 συνέχειες.
Σε έγγραφό του προς το δήμαρχο Ηρακλείου (Οθωμανό) Ριφαάτ Αφεντακάκη με ημερομηνία 15-3-1902, ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευμένιος, γράφει: "Λαμβάνομεν την τιμήν να δηλώσωμεν Υμίν ότι το Πανάνειον Νοσοκομείον κατά πάντα είναι έτοιμον όπως χρησιμεύση ως Νοσοκομείον του Δήμου Ηρακλείου. Επειδή δε πριν ή παραχωρηθή το ειρημένον κατάστημα τω Δήμω Ηρακλείου είναι ανάγκη να προηγηθή συνεννόησίς τις μεταξύ της επιτροπής του Ι. Ναού του Αγ. Μηνά και του υπό την προεδρείαν Υμών Αδελφάτου, δια ταύτα παρακαλείσθε να ορίσητε ημέραν και ώραν καθ' ην είναι δυνατόν να λάβη χώραν τοιαύτη από κοινού συνεννόησις εν τη Ιερά Μητροπόλει, όπως καλέσωμεν και τα μέλη της επιτροπής..." (ΑΔΗΚ 3-2/24-408).
Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, το Αδελφάτο του Νοσοκομείου, αποτελούσαν τα παρακάτω πρόσωπα, που έχαιραν πράγματι ιδιαιτέρας υπολήψεως:
1. Ριφαάτ Αφεντακάκης, Οθωμανός, Δήμαρχος Ηρακλείου.
2. Αριστείδης Ζαφειρίδης, ιατρός, μέλος.
3. Ιωσήφ Χατζιδάκης, ιατρός, Εφορος Αρχαιοτήτων.
4. Αριστ. Στεργιάδης, Δικηγόρος.
5. Φαζήλ Βέης Χατζηφαζιλαζαδές. Οθωμανός επίσημος (ΑΔΗΚ 3-2/24-100).
Οπως διαπιστώνεται από μεγάλο αριθμό εγγράφων (κατά κανόνα αδημοσίευτων), η έναρξη της λειτουργίας του νέου νοσοκομείου καθυστέρησε αρκετά, αφού εκτός από το κτιριακό συγκρότημα, δεν είχε παρά στοιχειώδη εξοπλισμό. Ετσι π.χ. μέγα θέμα προέκυψε από την απουσία πρόβλεψης καταλλήλου χώρου για χειρουργείο (!)
Η διαρρύθμιση υπαρχόντων δωματίων για το σκοπό αυτό, αποτέλεσε την πρώτη εκλογή και δημιούργησε θέμα μεταξύ της Μητροπόλεως (που είχε την κυριότητα και την ευθύνη αλλά δεν είχε προβλέψει τέτοιο κονδύλιο στον προϋπολογισμό της) και του Δήμου, που είχε πιεστικές ανάγκες για την εξυπηρέτηση των ασθενών, αφού τα παλιά Σπιτάλια δεν λειτουργούσαν ως νοσοκομείο από διετίας και οι Χριστιανοί ασθενείς νοσηλεύονταν ακόμη στο τότε Οθωμανικό νοσοκομείο, με καταβολή αντιτίμου εκ μέρους του δήμου στη Μουσουλμανική Δημογεροντία.
Οπως μας πληροφορεί ο αείμνηστος Ν. Σταυρινίδης, το νοσοκομείο αυτό ήταν εγκατεστημένο στο κονάκι του Βελή πασά και βρισκόταν στην οδό Ιδομενέως και ακριβώς στη θέση του γνωστού γυμναστηρίου. Το μέγαρο αυτό καταστράφηκε από φωτιά στις αρχές του αιώνα.
Στην αίτηση του δημάρχου για την οικονομική αντιμετώπιση του θέματος του χειρουργείου, η Μητρόπολη απήντησε ότι "στερείται απολύτως χρημάτων και ότι η μόνη συνδρομή ην κατά την οικοδομήν ταύτην δύναται να χορηγήση η επιτροπεία είναι να εκχωρήση λίθους, δοκούς ξυλίνους εξ εκείνων ας έχει και εν μέρει και άσβεστον..." (ΑΔΗΚ 3-2/42-85 της 5-8-1903). Με εντολή του δημάρχου, ο μηχανικός του Δήμου Κ. Τσαντηράκης, σε συνεργασία με τους γιατρούς του νοσοκομείου συνέταξε τη μελέτη και τον προϋπολογισμό του χειρουργείου. Αποφασίστηκε η εξ αρχής οικοδομή νέου κτίσματος στη βόρεια πλευρά του κτιρίου, η δε προβλεπόμενη δαπάνη ανήλθε στις 3.234 δρχ. (Τιμή 1 οκάς κρέατος Α' Ποιότ. 1.10) (ΑΔΗΚ 3-2/41-427).

Σε έγγραφο του δημάρχου προς το Μητροπολίτη με ημερομηνία 3-7-1902 αναφέρεται:
"Αύριον και 10 π.μ. θα προσέλθωσιν εις την Ι. Μητρόπολιν τα μέλη του αδελφάτου του Δημ. Νοσοκομείου, δια την σύνταξιν του ενοικιαστηρίου του Πανανείου Νοσοκομείου" (ΑΔΗΚ 3-2/27-84). Δεν έχει διευκρινιστεί πόσο ήταν το ενοίκιο που κατέβαλλε ο δήμος στην επιτροπεία του Αγ. Μηνά, αλλά ένα χρόνο μετά την έναρξη της λειτουργίας του, το Νοσοκομείο παραχωρήθηκε στο δήμο Ηρακλείου, στην ευθύνη και κυριότητα του οποίου παρέμεινε μέχρι τη συγχώνευσή του με το Βενιζέλειο νοσοκομείο, προ εικοσαετίας περίπου. (Σχετικά με τη συγχώνευση του Πανανείου με το Βενιζέλειο, ιδέ: α' ΒΔ' 370/70, ΦΕΚ 118/26-5-70 και β' ΝΔ 161/73, ΦΕΚ 220/29-9-73).

Σε σημείωμα του δημάρχου, με την ιδιότητα του προέδρου του αδελφάτου, αναφέρεται ότι "εις το ενταύθα Δημ. Νοσοκομείον, το υπό του αδελφάτου διευθυνόμενον, διατηρούνται πεντήκοντα κλίναι δια τους προς νοσηλείαν εισερχόμενους. Ηράκλειο 10-9-1902" (ΑΔΗΚ 3-2.29.-220). Μια εβδομάδα αργότερα (17.9.1902), το αδελφάτο δηλώνει ότι "παρέλαβεν παρά του Στυλ. Πρατσινάκη, είκοσι δύο κλίνας, ομοίας καθ' όλα με την δοθείσαν παραγγελίαν" (ΑΔΗΚ 3-2/29-487).

Σε άλλο έγγραφο του δημάρχου με ημερομηνία 20.9.1902, γίνεται μνεία για τη μεταφορά του νοσοκομείου "... προκειμένου να μεταφερθεί λίαν προσεχώς το νοσοκομείον εις το Πανάνειον Κατάστημα..." (ΑΔΗΚ 3-2/29-563). Σε έγγραφο του προς τη Μοιραρχία Ηρακλείου, με ημερομηνία 11-10-1902 ο δήμαρχος ζητά να μεταβούν στο Πανάνειο, για να ορίσουν τα δωμάτια των φυλακισμένων (ΑΔΗΚ 3-2/30-178).
Η νομαρχία Ηρακλείου, σε έγγραφό της προς το δήμο, με ημερομηνία 7-11-1902, γνωστοποιεί ότι επικυρώθηκε η απόφαση με την οποία καταρτίστηκε το αδελφάτο και ζητά να συγκληθεί εγκαίρως "όπως υποδείξη συμφώνως των υπ' αριθ. 423 Νόμω τα κατάλληλα πρόσωπα, ίνα διορισθώσι ως ιατροί και φαρμακοποιοί του Νοσοκομείου, ως και το λοιπόν προσωπικόν αυτού" (ΑΔΗΚ 3-2/31-84). Οι γιατροί και οι φαρμακοποιοί, διορίζονταν με ηγεμονικό διάταγμα.
Ο πρώτος γιατρός που διορίστηκε στο Πανάνειο, ως διευθυντής του χειρουργικού τμήματος, ήταν ο διακεκριμένος χειρουργός (και οφθαλμίατρος) Σάββας Σαββάκης (1860-1934). Για τον εξοπλισμό του χειρουργείου με σύγχρονα εργαλεία, δωρέα του Πρίγκηπα Γεωργίου, ο Σαββάκης πήγε στα Χανιά για να συνεργαστεί με τον ιδιαίτερο γιατρό του υψηλότατου E. KLARK, προκειμένου να επιλεγούν τα καταλληλότερα και να παραγγελθούν σε Ευρωπαϊκούς οίκους (Εγγρ. ΑΔΗΚ 3-2/40-199) της 11.1.1903. Γιατρός του Παθολογικού τμήματος διορίστηκε ο Βασ. Θειακάκης (1872-1918), πρώτος δε φαρμακοποιός ο Κ. Ξεινιαράκης, που όπως ανέφερε στην αίτησή του "κατείχε πτυχίον του Εθνικού Πανεπιστημίου και άδειαν του Ιατροσυνεδρίου (ΑΔΗΚ 3-2/40-182) της 12-6-1903.

Τα της λειτουργίας του νέου νοσοκομείου, διαλαμβάνονταν επακριβώς στο υπ' αριθ. 4 Ηγεμονικό διάταγμα της 21-1-1904. "Περί κανονισμού της εσωτερικής υπηρεσίας του δημοτικού νοσοκομείου Ηρακλείου", που για πρώτη φορά αναφέρεται επίσημα ως Πανάνειον Δημοτικόν Νοσοκομείον (επισ. Εφημ.Κρητ. Πολιτ. φ. 5 της 27-1-1904 Α'). Ο Κανονισμός αποτελείται από 116 άρθρα. Στο άρθρο 2 αναφέρεται: "Σκοπός του Νοσοκομείου είναι η νοσηλεία και η παροχή ιατρικής βοηθείας και φαρμάκων, άνευ διακρίσεων θρησκεύματος και εθνικότητος.

α. Εις αρρώστους απόρους του δήμου Ηρακλείου
β. Εις αρρώστους απόρους των άλλων δήμων επί πληρωμή των οικείων Δήμων
γ. Και εις ευπόρους επί πληρωμή..."

Το Νοσοκομείο περιελάμβανε παθολογικό και χειρουργικό τμήμα, καθώς και δύο ιδιαίτερα παραρτήματα: α. το των συφιλιδικών γυναικών, και β. το των μολυσματικών νοσημάτων.
Η ίδρυση ειδικών παραρτημάτων, για τα αφροδίσια νοσήματα, ήταν αναγκαία εκ των πραγμάτων, επειδή λόγω της μικτής κατοχής των ξένων στόλων, υπήρξε συρροή μεγάλου αριθμού γυναικών ελευθερίων ηθών στις πόλεις της Κρήτης, ιδιαίτερα στα Χανιά και στο Ηράκλειο.
Το γεγονός αυτό, ανάγκασε την Κρητική Πολιτεία να προβεί από τα πρώτα της βήματα στην ψήφιση του υπ' αριθ. 173 νόμου του 1900 "Περί Χαμαιτυπείων". Θεωρώ σκόπιμο με την ευκαιρία της δημοσίευσης αυτής, να παραθέσω μια περικοπή της εισηγητικής έκθεσης της Ανωτ. Διεύθυνσης των Εσωτερικών, προς τον Πρίγκηπα, για την έκδοση (έγκριση) του παραπάνω νόμου: "Εις ποίας ποτέ χρονικάς περιόδους ο Κρητικός λαός, κεκμηκώς εκ των πολιτικών παθών, ευρέθη εις συνάφεια μετά τοσούτων γυναικών ελευθερίων ηθών;
Τα απλούστερα ήθη, πρωτογενή τολμώ ειπείν, είναι η κληρονομία του Κρητικού λαού και μετ' αυτών κατά συνέπειαν η τιμή της οικογενείας εν υψίστη συναισθήσει μέχρι του σημείου να καθίσταται αφορμή αιματηρών αντεκδικήσεων... Κατά το νομοσχέδιον τούτο, ου μόνον οι κεντρικοί τόποι περιπάτου και τα δημόσια εντευκτήρια έσονται απρόσιτα εις τας ιεροδούλους, αλλά επίσης απρόσιτα έσονται και τα μέρη εκείνα, άτινα η χωροφυλακή, ήθελεν εκάστοτε ορίζει.
Η πρόνοια δ' αύτη είναι αναγκαία, διότι παρευρισκομένων ενταύθα τοσούτων στρατιωτών διαφόρων εθνικοτήτων, η διατριβή των γυναικών τούτων ανά τας οδούς, είναι διαρκής κίνδυνος της δημοσίας τάξεως, ως απέδειξαν ήδη διάφορα συμφεβηκότα, χαρακτήρος σοβαρού. Οθεν εκ τούτων, είναι αναγκαίος ο περιορισμός της διαφθοράς δια σιδηρού κλοιού...".
Η επιθεώρηση των κοινών γυναικών, είχε ανατεθεί στους αστυάτρους (άρθρα 29-42). Οι πάσχουσες από αφροδίσια νοσήματα, απομακρύνονταν αμέσως από τα χαμαιτυπεία και εισάγονταν στο ειδικό παράρτημα του νοσοκομείου για θεραπεία.

Αλλά και η ίδρυση ιδιαίτερων παραρτημάτων για τα λοιμώδη νοσήματα, ήταν απαραίτητη, λόγω του επιδημικού χαρακτήρα που προσλάμβαναν πολλά απ' αυτά, ιδιαίτερα δε η ευλογιά, η διφθερίτις, η εγκεφαλονωτιαία μηνιγγίτις, ο τύφος και η οστρακιά.

Σύμφωνα με το νόμο 423/1901 "Περί Δημοτικών Νοσοκομείων", η διοίκηση του νοσοκομείου ανατέθηκε σε πενταμελή επιτροπή, που λεγόταν αδελφάτο. Μέλη του ήταν ο δήμαρχος της πόλης (πρόεδρος) και τέσσερα άλλα πρόσωπα που εκλέγονταν από το δημοτικό Συμβούλιο.
Από αυτά, τα δύο ήσαν γιατροί, τα δε άλλα δύο "εκ των μάλλον ευυπολήπτων προσώπων της πόλεως". Με το Νόμο 564 της 23/7/1903 "περί διοικήσεως των Δημοτικών Νοσοκομείων", καθιερώθηκε η διπλή διοίκηση, δηλ. η αστική και η ιατρική εφορεία.
Το άρθρο 5, προέβλεπε: "Εις την αστικήν εφορείαν ανάγεται παν ό,τι αφορά εις την διοίκησιν και διαχείρησιν της περιουσίας του νοσοκομείου, ιδία δε διορίζει αύτη τους υπαλλήλους και το κατώτερον προσωπικόν του νοσοκομείου, απολύει δε αυτούς μόνον τη προτάσει της ιατρικής εφορείας, διατάσσει πάσαν προμήθειαν φαρμάκων και τροφίμων, εξελέγχει τους λογαριασμούς, εντελλομένη πάσαν πληρωμήν και εν γένει έχει όσα άλλα καθήκοντα ανατεθώσιν αυτή, δι' ηγεμονικού διατάγματος...". Πρόεδρος της αστικής εφορείας του Πανανείου, που ήταν τριμελής, ήταν τα χρόνια εκείνα ο μητροπολίτης Ευμένιος (Ξηρουδάκης), μέλη δε, ο Σάββας Σαββάκης και ο Εμμαν. Λογιάδης.

Στον κανονισμό του Πανανείου, καθιερώνεται για πρώτη φορά θέση οικονόμου (άρθρα 12-13), που αποτελούσε ένα εποπτικό όργανο, άγρυπνο μάτι της αστικής εφορείας.

Στις 6-2-1904, η αστική εφορεία υπέβαλε στο δημοτικό συμβούλιο για έγκριση τον προϋπολογισμό 1903-1904 (δηλ. από 1-9-1903 μέχρι 31-8-1904) που προέβλεπε έξοδα 44.928.90, με προβλεπόμενα έσοδα 41.144.40 δρχ. Από αυτά, η ετήσια εισφορά του δήμου, ανερχόταν σε 30.644 δρχ. η δε χορηγία της κυβέρνησης, δηλ. της Κρητικής Πολιτείας σε 2000 και αφορούσε αποκλειστικά στη λειτουργία του Συφιλιδικού νοσοκομείου (ΑΔΗΚ, 3-2/55-56, 8). Από τα στοιχεία του παραπάνω εγγράφου, πληροφορούμαστε π.χ. ότι ο μισθός του Δ/ντή χειρουργού ήταν 200 δρχ. του παθολόγου 180 και του βοηθού ιατρού 120.
Ο οικονόμος και ο φαρμακοποιός έπαιρναν 100, ο αρχινοσοκόμος 60, οι νοσοκόμοι από 30, ο μάγειρος 30, ο θυρωρός 30, η πλύντρια 30 και οι δύο υπηρέται 20. Για τροφή, φωτισμό, καύσιμη ύλη, προβλέπονταν 1200 δρχ. και για αγορά φαρμάκων 2000 δρχ.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απογραφή του νοσοκομείου την 21 Ιαν. 1903 (ΑΔΗΚ 3-2/38- 65). Σ' αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων: "Κρεβάτια σουμιέ 42, στρώματα εκ χόρτου νέα 40 και παλαιά 35, σινδόνια νέα 40, παλαιά 170, μποτίλιες νερού 30, ποτήρια 55, ουροδοχεία υάλινα ανδρικά 22, γυναικεία 8 και εκ πορσελάνης γυναικεία 5, λαβίδες αιμοστατικαί 7 καθετήρες ερευνητικοί THOMPSON 2, βελονοκάτοχα 2, ψαλίδια ευθεία 1, εργαλεία μαιευτικής (εμβρυουλκός) με μαχαιρίδια 3, λιθολάβοι κυρτοί 2, ευθείς 1, λαρυγγοσκόπιον 1, υστερόμετρον 1, στηθοσκόπια 3, ωτοσκόπια εκ καουτσούκ 3, σκίμπους μαιευτικός 1, τραπέζιον χειρουργικόν 1, ιγδία φαρμακείου εκ πορσελάνης 10, υέλινα 2, εργαλεία οδόντων 9, μάσκα χλωροφορμίου 1".
Επίσης μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία της ιατρικής και της φαρμακευτικής παρουσιάζει η απογραφή των φαρμάκων του νοσοκομείου, που υποβάλει ο β' φαρμακοποιός του Α. Νικολαΐδης, στις 21-1-1903 (ΑΔΗΚ 3-2/38-59). Πρόκειται για ένα κατάλογο 135 φαρμάκων, μεταξύ των οποίων: "BAUME DE PEROU VRAI, BELLADONNE FEUILLES, CAPSULINES DE CREOSOTE, CHLOROFORME ANESTHETIQUE CHIM. PURE, COCA DE PERLU FEUILLES, COCAIN HYDROCHL, DIGITALLINE FEUILLES, ETHER SULFURIQUE RECTIFIE, EXTRAIT DE VALERIANE, MORPHINE HYDROCHL, MERCURE SUBLIME CORROSIVE EN PUDRE, NITRATE D' ARGENT CRYST, QUIN UONE GRIS MENU, QUININE SULFATE, BISULFATE, HUDDROCHL, κλπ".
Για την προμήθεια φαρμάκων στο νέο νοσοκομείο, έδειξαν ενδιαφέρον διάφοροι φαρμακευτικοί οίκοι της Ευρώπης, όοπως η MERCK DARMSTADT του Βερολίνου και η CARLO ERBA του Μιλάνου, όπως φαίνεται σε έγγραφο του αντιπροσώπου τους RICH KRUGER, στο δήμαρχο Ηρακλείου, με ημερομηνία 2-3-1903 (ΑΔΗΚ. 3-2/37-79)". Αλλά και ο Μ. STUERMER, στέλνει επιστολή στο δήμαρχο για τον ίδιο λόγο, με ημερομηνία 21/4/1903, στην οποία αναφέρει: "Γνωρίζων εκ των προτέρων ότι θέλει δοθή κατ' αυτάς η παραγγελία των φαρμάκων του ενταύθα Νοσοκκομείου, σπεύδον σήμερον όπως παρακαλέσω υμάς, ίνα ευαρεστούμενος μη λησμονήσητε του να με έχετε υπ' όψιν σας κατά την παραγγελίαν αυτών. Και εστέ υπερβέβαιος, ότι θέλετε μείνει κατά πάντα ευχαριστημένος, ευτυχήσας να αντιπροσωπεύω κατάστημα Γαλλικόν, του οποίου τα φάρμακα, εργαλεία κλπ. είδη, χαίρουσι παγκοσμίας φήμης. Ευελπιστών εκ των προτέρων ότι θέλετε με προτιμήσει κατά την παραγγελίαν τούτων, διατελώ όλως υμέτερος. MAK STUERMER" (ΑΔΗΚ 3-2/39-63).

Μεγάλα τα προβλήματα και αναποτελεσματικά τα μέσα της εποχής. Ηρωικές πράγματι οι προσπάθειες των λίγων γιατρών και των νοσοκόμων, πολλοί από τους οποίους ήσαν χωρίς σχετική κατάρτιση και πείρα. Οι μισθοί τους καταβάλλονταν με μεγάλη καθυστέρηση. Και βέβαια περί ωραρίου, ουδείς λόγος. Για την ενημέρωσή τους, αλλά και για την συμπεριφορά τους, που δεν ήταν πάντα άψογη, υπεύθυνοι ήσαν οι γιατροί. Πολλοί έδειξαν αξιοζήλευτο ενδιαφέρον και στάθηκαν στοργικοί και χρήσιμοι στους πάσχοντες, σε δύσκολες στιγμές της ζωής τους "ημέραν τε και νύκτα".
Η θέση τους εξάλλου δεν ήταν εξασφαλισμένη και όπως φαίνεται από σειρά εγγράφων, πολύ εύκολα απολύονταν. Συνήθεις ή σοβαρότερες εκτροπές στην άσκηση του καθήκοντός των αλλά και ρουσφετολογικές παρεμβάσεις εκ μέρους του δήμου και άλλων παραγόντων της πολιτείας, επηρέαζαν την υπαλληλική τους πορεία. Το ίδιο συνέβαινε και με τους γιατρούς και τους άλλους εργαζόμενους.
Η επιβολή προστίμων ή άλλων ποινών, μέχρις απολύσεως στο προσωπικό του νοσοκομείου, ήταν συνηθισμένη, και γενικά "ητιολογημένη". Ετσι π.χ. μετά από αναφορά εφορεύοντος μέλους του αδελφάτου με ημερομηνία 7-3-1903 (ΑΔΗΚ, 3-2/37-170), προς το δήμαρχο, απολύθηκε ο κατηγορούμενος νοσοκόμος την επομένη της καταγγελίας.
Η αναφορά έγραφε ότι: "Σήμερον αντελήφθην ιδίοις όμμασι, ότι ο νοσοκόμος του χειρουργικού τμήματος Νικ. Ζερβουδάκης, ίστατο άνωθεν επί του παραθύρου της γυναικείας φυλακής, ένθα κρατείται η κοινή γυνή Μαρία Σταματοπουλα, την οποίαν προ ημερών είχετε αποστείλει εκ του Συφιλιδικού νοσοκομείου και ερωτοτρόπει μετ' αυτής, έχων συνεταίρους και τινας εκ των φρουρών της εν τω νοσοκομείω Χωροφυλακής και τινα πολίτην άγνωστόν μοι...".
Αλλά και στον διευθυντή του νοσοκομείου και χειρουργό Σάββα Σαββάκη, το αδελφάτο αποφάσισε να κρατηθούν από το μισθό του 40 δρχ. (ποσό σεβαστό, ίσο με το μισθό ενός γραμματοδιδασκάλου της εποχής), διότι "εξ υπαιτιότητός του το ταμείο του δήμου επλήρωσε εις τον ιατρόν κ. Ι. Ανάτσιτον, δι' εγχείρησιν την οποίαν ενήργησε εις το νοσοκομείον, καθ' ότι ο ειρημένος ιατρός απουσίαζε τότε άνευ νομίμου αδείας..." (ΑΔΗΚ 3-2/36-193, της 11-2-1903).

Εκτός από τη συνήθη λειτουργία του χειρουργικού και του παθολογικού τμήματος, το νοσοκομείο ήταν επίσης επιφορτισμένο με τον εμβολιασμό (Δαμαλισμός, αναδαμαλισμός, χορήγηση αντιδιφθεριτικού ορού ROUX), στους απόρους δημότες. Σε ένα ενδιαφέρον έγγραφο του διευθυντή του νοσοκομείου Σ. Σαββάκη προς το δήμαρχο, με ημερομηνία 2/3/1904 (ΑΔΗΚ 3-2/56-234) αναφέρεται: "... ελήφθησαν σωληνάρια δαμαλίδος εν όλω ενενήκοντα πέντε (95).
Δι' αυτών εδαμαλίσθησαν παίδες απόρων δημοτών Ηρακλείου από της 24 Ιαν. 1904 άχρι της 18 Φεβρουαρίου επτακόσιοι τεσσαράκοντα δύο (742), εκείθεν δε άχρι της χθες, διακόσιοι ενενήκοντα πέντε, εν όλω αριθ. 1037...".
Ο Σαββάκης υποβάλλει ονομαστικό κατάλογο των εμβολιασθέντων, όπου αναφέρεται το όνομα (εξ ου και η εθνικότης και το θρήσκευμα), η συνοικία, όπως λεγόταν τότε τουρκιστί, το αποτέλεσμα του εμβολιασμού και οι σχετικές παρατηρήσεις. Αξίζει να αναφερθεί εδώ, ότι από τα 1037 παιδιά, τα 595 ήσαν Οθωμανοί, δηλ. ποσοστό 57,5%. Μόνιμος προμηθευτής δαμαλίδος του δήμου Ηρακλείου, ήταν το "Ελληνικόν Δαμαλιστήριον, "του ειδικώς εν Ευρώπη σπουδάσαντος ιατρού Α. Δευτεραίου, ιδρυθέν εν Αθήναις το 1887...". Από το δήμο Ηρακλείου, προμηθεύονταν δαμαλίδα, όλοι οι δήμοι του τμήματος Ηρακλείου και Λασιθίου επί πληρωμή. Υπάρχει μεγάλος αριθμός σχετικών εγγράφων.

Κλείνω το σύντομο αυτό δημοσίευμα με μια προσωπική κατάθεση: Πριν από λίγα χρόνια, ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα, επισκέφτηκα τα ερείπια του Πανανείου, με το οποίο με συνέδεαν παλιές μνήμες. Στην ευρεία είσοδο του γραφείου του Διευθυντού, υπήρχε ακόμη μια μαρμάρινη πλάκα, "ήλοις καθηλωμένη" στον τοίχο, με την παρακάτω επιγραφή, που κατέγραψα αμέσως από ενστικτώδη φόβο, μήπως δεν την ξαναδώ: ΘΕΟΔΟΥΛΑΚΗΣ ΠΑΝΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΘΗΝΑ ΟΜΟΝΟΥΣ ΣΥΖΥΓΟΣ, ΤΟΝ Δ' ΑΝΗΓΕΙΡΑΝ ΤΟΝ ΔΟΜΟΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗΝ ΤΟΙΣ ΠΑΣΧΟΥΣΙΝ, ΙΝΑ ΑΥΤΩΝ ΜΑΛΑΞΩΣΙ ΤΟΥΣ ΠΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΕΠΤΡΑ ΑΠΟΔΟΣΩΣΙΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΩΑΝ ΓΗΝ.

Την επομένη επέστρεψα με φωτογραφικά σύνεργα, για να φωτογραφίσω εκείνη, τη μόνη εναπομείνασα επιγραφή. Δυστυχώς δεν υπήρχε πια εκεί!

in1.gif (2463 bytes)