Το παρόν είναι μια σελίδα από το site  του περιοδικού  "ΣΤΙΓΜΕΣ"   (Ηράκλειο Κρήτης)


Περπατώντας την Κρητική παράδοση
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΕΠΑΝΩΣΗΦΗΣ

Πηγαίνοντας στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Απανωσήφη, για να πραγματοποιήσω αυτή την επιτόπια έρευνα, τα συναισθήματα που νοιώθω είναι εντελώς διαφορετικά απ' αυτά που ένοιωθα τις άλλες φορές που επισκέφτηκα το μοναστήρι ως "πανηγυριώτης". Διαφορετικός ο σκοπός της επίσκεψης, διαφορετικά και τα συναισθήματα. Δηλώνω θιασώτης της γνώσης, βαθύς λάτρης της επιστήμης και της αντικειμενικότητας, της ψυχρής, αντικειμενικής, επιστημονικής αλήθειας. Παρ' όλα αυτά κάτι μέσα μου "κλωτσάει", αντιστέκεται. "Κι αν ναι, κι αν όχι, κι αν δεν είναι έτσι, και τα τόσα θαύματα, οι τόσοι πιστοί και "πιστοί" που συρρέουν κάθε χρόνο στη χάρη Του, τι γίνεται;". Σαν αστραπή οι σκέψεις περνάνε απ' το μυαλό μου: "Να φύγω. Τι γυρεύω εγώ εδώ. Άσε τον κόσμο να πιστεύει ό,τι θέλει. Τι ψάχνω;".

 Όσο προχωρώ προς το Μοναστήρι τόσο πιο έντονα και τα συναισθήματά μου. Σκέφτομαι να σταματήσω, να κάνω στροφή και να γυρίσω πίσω. Παρ' όλα αυτά όμως προχωρώ. Για μια στιγμή μου φαίνεται ότι και το αυτοκίνητο δεν θέλει να προχωρήσει, ότι αντιστέκεται.

Δεισιδαιμονία, θρησκοληψία, φόβος για τον θαυματουργό Άγιο που φιλοδοξώ να ανατρέψω(;) το θαύμα (θρύλο) για το νερό στο Μοναστήρι Του και να τον εξηγήσω(;) επιστημονικά, ή κατάλοιπα της παιδικής μου ηλικίας, τότε που με μεγάλωναν με το φόβο, την ελπίδα και την πίστη στο Θεό, στο Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους; Σα να βλέπω τώρα μπροστά μου τη μητέρα μου, με το ένα χέρι της να με κρατάει απ' τον ώμο, και με το άλλο, με το δείκτη τεντωμένο να κινείται πάνω κάτω, κοιτάζοντάς με κατά πρόσωπο και να μου λέει: "Κάνε το σταυρό σου, κάνε την προσευχή σου, να μη λες ψέματα, γιατί θα σε τιμωρήσει η Παναγία".

Υπάρχει βέβαια και μια προκατάληψη εκ μέρους μου, απέναντι στα "Εκκλησιαστικά", που άρχισε έντονα από τότε που γνώρισα και αγάπησα τη Φυσική και τους Φυσικούς. Φέρνω στο νου μου το Γαλιλαίο μπροστά στους "σοβαρούς", αυστηρούς ιεροεξεταστές του, να παραδέχεται ότι η γη παραμένει ακίνητη. Τον βλέπω να φεύγει απ' την Ιερά Εξέταση αθώος μεν, αλλά συντετριμμένος, απογοητευμένος, πικραμένος και να ψιθυρίζει το γνωστό, που έμελλε να μείνει στους αιώνες "Ε πουρ, σι μουόβε" ("Και όμως κινείται").

Το "ξέρω" αντιδιαστέλλεται με το "πιστεύω". Ξέρω σημαίνει είμαι σίγουρος(είμαι;). Ενώ πιστεύω σημαίνει νομίζω, θα 'θελα να 'ναι έτσι, ότι δέχομαι κάτι ως αληθινό. Το πρώτο είναι αντικειμενικό, ενώ το δεύτερο υποκειμενικό. Η γνώση μειώνει την πίστη και αυξάνει την αντικειμενικότητα. Σε κάνει να ξέρεις. Σε κάνει γνώστη, ειδικό, ειδήμονα, "επαΐοντα" όπως έλεγε ο Σωκράτης. Γεμίζει το κεφάλι και αδειάζει την ψυχή. Αδειάζει την ψυχή απ' όλα όσα πίστευαν οι πρόγονοί σου. Κάποτε δεν ήξεραν για τον ήλιο, τη γη, τον αέρα, τη σελήνη και τόσα άλλα. Σήμερα ξέρουμε! Δεν τα φοβόμαστε όπως παλιά. Φοβόμαστε όμως τα αποτελέσματα της γνώσης. Τα επιτεύγματα της επιστήμης και της ανθρώπινης νόησης. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας δε σκοτώθηκαν τόσοι άνθρωποι με μιας, όπως στην Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι. Αλλά και σήμερα τους ανθρώπους δεν τους θερίζουν οι επιδημίες όπως στο παρελθόν. Επιτεύγματα της γνώσης και της επιστήμης και τα δύο. Ευχή και κατάρα η γνώση λοιπόν ή…

Ένα μαύρο πράγμα ανεμίζει τον αέρα. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου. "Παναγία μου, τι είναι αυτό;". Α! ναι. Ένας καλόγερος του Μοναστηριού βγαίνει απ' τη μεγάλη πύλη της Μονής και τα ράσα του ανεμίζουν στο δυνατό Νοτιά που φυσάει εδώ και λίγες μέρες. Αυτό γίνεται αιτία να βγω  απ' τις σκέψεις μου. Πετάω τη γόπα του τσιγάρου μου που πρέπει να 'χει σβήσει εδώ και αρκετή ώρα χωρίς να το καταλάβω, παίρνω τα πράγματά μου, κατεβαίνω απ' το αυτοκίνητο και προχωρώ, αποφασιστικά θα 'λεγα, για το Μοναστήρι.

Προσκυνώ στην Εκκλησία, βγαίνω και από 'δω και έπειτα προσπαθώ να μάθω στοιχεία που μου χρειάζονται και δεν τα αναφέρουν όσοι ασχολήθηκαν με την ιστορία της Μονής (Εμμ. Λ. Πετράκης, Νίκος Ψιλάκης, Στέργιος Γ. Σπανάκης, Άνθιμος Σαραντινός). Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή, όπως μου τα είπαν οι καλόγεροι και ο ηγούμενος της Μονής και όπως τα αναφέρουν οι διάφοροι μελετητές και το χειρόγραφο με τίτλο "ΔΙΗΓΗΣΙΣ" που βρίσκεται στο Μοναστήρι.

Στο σημερινό Μεταξοχώρι (τότε Κακό Χωριό), 2 χιλιόμετρα απ' το Μοναστήρι, είχε κτήματα ο ενετοκρητικός άρχοντας (φεουδάρχης), Λαγγουβάρδος, ο οποίος είχε χτίσει στη θέση που βρίσκεται σήμερα η Μονή, ένα μικρό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο για να εκκλησιάζονται οι Χριστιανοί που δούλευαν στα κτήματά του. Σ' αυτό το εκκλησάκι διανυκτέρευσε κατάκοπος απ' την πεζοπορία ο μοναχός Παΐσιος, καθώς πήγαινε από τη Μονή Απεζανών όπου ζούσε μέχρι τότε, στη Μονή Αγκαράθου, για να συνεχίσει εκεί τον υπόλοιπο μοναχικό του βίο και να αποφύγει έτσι τις προστριβές, στις οποίες είχε έλθει με τους άλλους μοναχούς της Μονής Απεζανών. Τη νύχτα, ο Παΐσιος είδε όνειρο τον Άγιο Γεώργιο, ο οποίος του είπε ότι θέλει να μείνει εκεί και να Του μεγαλώσει την εκκλησία Του. Ο Παϊσιος έμεινε, βρήκε το προσωπικό που χρειαζόταν, κατάφερε να κερδίσει και τη συνδρομή των κατοίκων των γύρω χωριών και άρχισε το κτίριο. Ο μόνος που αντέδρασε αρχικά, ήταν ο άρχοντας της περιοχής Λαγγουβάρδος, ο οποίος, όμως, έπειτα από τιμωρία του Αγίου Γεωργίου, βοήθησε στην οικοδόμηση της Μονής. Έτσι χτίστηκε η Μονή. Η ίδρυσή της τοποθετείται περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1590 με 1600.

Τα παραπάνω σε συντομία αναφέρονται σχετικά με την ίδρυση του Μοναστηριού. Στη χειρόγραφη "Διήγηση" αναφέρεται εκτός των άλλων και το θαύμα σχετικά με την εμφάνιση του νερού στο Μοναστήρι, πράγμα το οποίο αποτέλεσε και τη βασική ιδέα για τη συγγραφή αυτού του άρθρου. Σύμφωνα με τη "Διήγηση" λοιπόν, κάποιος Μιχάλης Μηλιαράς, βοσκός, από την Έμπαρο, ο οποίος είχε μεγάλη πίστη και αγάπη στον Άγιο Γεώργιο, κάποτε αρρώστησε βαριά και έταξε στον Άγιο Γεώργιο τους 30 καλύτερους τράγους του κοπαδιού του, για να τον κάνει καλά. Μετά που έγινε καλά, πήγε 30 τράγους στη γιορτή του Αγίου, όχι όμως τους καλύτερους όπως είχε τάξει, γιατί σκέφτηκε ότι αν πήγαινε τους 30 καλύτερους τότε το κοπάδι του θα έμενε ακέφαλο. Την επόμενη μέρα βγήκε έξω και άκουσε τα κουδούνια των εκλεκτών του τράγων να ηχούν και τους είδε να οδηγούν μόνοι τους το κοπάδι του προς το Μοναστήρι. Τότε κάθισε πάνω σ' ένα μεγάλο βράχο μπροστά απ' τη δυτική είσοδο της εκκλησίας και συλλογιζότανε την αμαρτία του, δηλαδή ότι κορόιδεψε τον Άγιο και δεν εκπλήρωσε επακριβώς το τάμα του. Από 'κει που καθόταν έβλεπε τους μικρούς δόκιμους μοναχούς να κουβαλούν το νερό από μακριά, έξω απ' το Μοναστήρι και είπε: "Ω, Άγιε Γεώργιε, τόσα θαύματα κάνεις και εδώ μέσα πώς δεν βγάζεις νερό να μην πηγαίνουν να το φέρνουν από μακριά". Εκείνη τη στιγμή σάλεψαν οι τράγοι που βρίσκονταν κάτω από μια χαρουπιά, πιο ψηλά απ' το Μοναστήρι και μια πέτρα κύλησε και χτύπησε στο βράχο που καθόταν ο γέρο Μηλιαράς. Τη νύχτα, πάντα σύμφωνα με τη "Διήγηση", ο Μηλιαράς είδε όνειρο τον Άγιο Γεώργιο, ο οποίος του είπε ότι κάτω απ΄  το βράχο που χτύπησε η πέτρα υπάρχει νερό. Έβγαλαν λοιπόν το βράχο, βρέθηκε το νερό και έτσι υδρεύτηκε το Μοναστήρι. Η πηγή σώζεται ως τις μέρες μας, βρίσκεται στην αυλή της Μονής μπροστά απ' τη δυτική είσοδο της εκκλησίας και λέγεται "Αγίασμα". Μετά απ' όλα αυτά, ο Μηλιαράς έμεινε στη Μονή ως το τέλος της ζωής του, όχι ως μοναχός, αλλά ως ευσεβής χριστιανός. Έζησε εκεί περίπου 20 χρόνια (προφορική παράδοση), πέθανε και τάφηκε εκεί το έτος 1614. Ο τάφος του, ημίχωστος σήμερα, βρίσκεται στην αυλή της Μονής, λίγο πιο πέρα απ' την πηγή του νερού. Δε σώζεται όπως η ανάγλυφη επιτάφιος πλάκα με το όνομα Μ. Μηλιαράς στα πάνω μέρος της, η γλάστρα με λουλούδι (μάλλον βασιλικό) στο μέσον της και τη χρονολογία 1614 στο κάτω μέρος της, που αναφέρεται σε χειρόγραφο του 19ου αιώνα. Αυτή εξαφανίστηκε το έτος 1926, όταν γίνοταν οικοδομικές εργασίες στη Μονή και μάλλον από απροσεξία χρησιμοποιήθηκε ως υλικό και καταχώθηκε κάπου. Την πλάκα τη θυμόταν σύμφωνα με τον Εμμ. Λ. Πετράκη (1956) οι παλιότεροι μοναχοί της Μονής.
Κάπου εδώ σταματά η "περιπλάνησή" μου στα σχετικά με την ιστορία της ίδρυσης της Μονής Επανωσήφη και της εμφάνισης του νερού σ' αυτήν.

Τραβώ τις φωτογραφίες μου, ευχαριστώ τον ηγούμενο και τους μοναχούς του Μοναστηριού και φεύγω – φεύγω ξαλαφρωμένος, ανάλαφρος, ευτυχισμένος, θα 'λεγα. Όλα πήγαν καλά, όπως τα 'χα υπολογίσει. Και τώρα η σειρά της επιστήμης. Δύσκολη δουλειά κι αυτή, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να δουλέψω με στοιχεία που δεν είναι πέρα για πέρα επιστημονικά. Τα στοιχεία είναι ιστορικά και βασίζονται στις καταγραφές ανθρώπων, που όχι μόνο δεν ήταν επιστήμονες, αλλά πολλές φορές δεν ήταν καν γραμματιζούμενοι (άρα εμπεριέχουν μεγάλο κίνδυνο λάθους και υποκειμενικότητας). Στοιχεία που μπορεί να αλλοιώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου καθώς μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα.

Απ' όλες τις καταγραφές και τα στοιχεία που διασώθηκαν απ' τον αδηφάγο χρόνο, κρατώ μερικά στο μυαλό μου. Το βράχο που έπεσε, την εμφάνιση του νερού σύμφωνα με την υπόδειξη του Μηλιαρά, το έτος 1614 που αναφέρεται ότι πέθανε ο Μηλιαράς και το ότι έζησε στη Μονή, σύμφωνα με την προφορική της παράδοση, περίπου 20 χρόνια.
Προσωπικά πιστεύω (να το πάλι το πιστεύω) και αυτό θα προσπαθήσω να αποδείξω στη συνέχεια, ότι η εμφάνιση του νερού στον Επανωσήφη οφείλεται σε επιφανειακό σεισμό.

Κατά τη γένεση ενός επιφανειακού σεισμού έχουν παρατηρηθεί στο έδαφος της επικεντρικής περιοχής αρκετές μεταβολές, που κατά σειρά συχνότητας εμφάνισης είναι: ρωγμές στο έδαφος, καταρρεύσεις βράχων, κατολισθήσεις ή καθιζήσεις εδαφών, εξάρσεις ακτών και ρευστοποίηση του εδάφους. Παρατηρούνται ακόμη μεταβολές στα υπόγεια και στα επιφανειακά νερά, όπως μεταβολή (αύξηση ή μείωση) της παροχής των πηγών, εμφάνιση νέων πηγών, εξαφάνιση παλαιών (υπαρχόντων) πηγών και αλλαγή της κοίτης ποταμών. Φαινόμενα συχνά παρατηρούμενα στον Ελληνικό χώρο και τις γύρω περιοχές.

Να λοιπόν η αντιστοιχία των στοιχείων που διασώθηκαν, με τα επιστημονικά στοιχεία. Πτώση του βράχου και εμφάνιση νερού εκεί που δεν υπήρχε. Αλλά έγινε σεισμός τότε, μπορούμε να το βεβαιώσουμε;
Με δεδομένο ότι ο Μηλιαράς πέθανε το 1614 και ότι έζησε στο Μοναστήρι 20 χρόνια περίπου, ψάχνουμε μα βρούμε σεισμούς που έγιναν στην περιοχή της Μονής 20 χρόνια πριν το 1614. Έχουμε πράγματι, πάλι από ιστορικά στοιχεία, ισχυρούς επιφανειακούς σεισμούς που έγιναν αυτή την περίοδο κοντά στη Μονή.

Συγκεκριμένα έχουμε τρεις ισχυρούς επιφανειακούς σεισμούς στην ευρύτερη περιοχή που τα επίκεντρά τους βρίσκονται νότια της Μονής, στο Λιβυκό πέλαγος, και απέχουν περίπου 30 χιλιόμετρα απ' αυτήν. Οι σεισμοί αυτοί έγιναν:
α) Στις 26/11/1595, μεγέθους 6,8 Richter και επίκεντρο με συντεταγμένες 34,9ο Β και 25,3ο Α.
β) Το 1604, μεγέθους 6,8 Richter και επίκεντρο με συντεταγμένες 34,9ο Β και 24,9ο Α.
γ) Στις 8/11/1612, μεγέθους 7,0 Richter και επίκεντρο με συντεταγμένες 34,9ο Β και 25,1ο Α.

Πολύ πιθανόν κάποιος απ' τους σεισμούς αυτούς να προκάλεσε την εμφάνιση του νερού στον Επανωσήφη. Κατά τη γνώμη μου, πιο πιθανό είναι να οφείλεται στο σεισμό της 26/11/1595. Κι αυτό για τους εξής λόγους: Ταιριάζει απόλυτα το έτος 1595 με την ίδρυση της Μονής από τον Μοναχό Παϊσιο και τον άρχονται Λαγγουβάρδο (1590 ως 1600 ιδρύθηκε) και ταιριάζει επίσης με την προφορική παράδοση του Μοναστηριού, ότι ο γέρος Μηλιαράς έζησε στο Μοναστήρι 20 χρόνια περίπου, πέθανε και τάφηκε εκεί το 1614 και συνδέεται με τα πρώτα βήματα της νεοσυσταθείσης Μονής. Κι όσο για την ημερομηνία 26/11, ας μην ξεχνάμε ότι η Μονή γιορτάζει εκτός απ' τις 23/4 και στις 3/11 την "Ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου". Πιθανόν λοιπόν ο Μηλιαράς να επισκέφτηκε τη Μονή για να εκπληρώσει το τάμα του στις 3/11 και όχι στις 23/4 όπως πιστεύεται (προφορική παράδοση), να πήρε την απόφαση να μείνει στο Μοναστήρι και λίγες (23) μέρες αργότερα να έγινε ο σεισμός και η εμφάνιση του νερού, πράγμα που αποδόθηκε σε θαύμα του Αγίου Γεωργίου.
Και τώρα που φτάνω στο τέλος αυτού του άρθρου, μια σκέψη έρχεται στο μου. Κι αν τα θαύματα εκδηλώνονται και με φυσικά φαινόμενα; Κι αν το σεισμό τον προκάλεσε ο Άγιος; Άραγε ποιος κινεί τα νήματα της ζωής μας, ποιος μας κατευθύνει, πού, πώς και γιατί; Κι αν δεν υπάρχει κανείς να μας κατευθύνει, κανείς να κινεί τα νήματα, αλλά όλα αυτά είναι αποτελέσματα της δικής μας εσωτερικής αναζήτησης, της ανθρώπινης τραγικότητας που προέρχεται απ' την επίγνωση του ότι όλοι είμαστε θνητοί και ότι όλοι κάποια μέρα θα πεθάνουμε χωρίς να ξέρουμε το πότε; Αδυνατώ να δώσω απάντηση, όπως και τόσοι άλλοι ανώτεροι από 'μένα. Το μόνο που μπορώ, είναι να διατυπώσω κι εγώ την ερώτηση "Από πού ερχόμαστε, πού πάμε, πώς και γιατί;". Τίποτα άλλο. Αν κάποτε βρεθεί απάντηση σ' αυτά, τότε ίσως εμείς οι άνθρωποι να ηρεμήσουμε, να γαληνέψουμε, να πάψουμε να είμαστε τραγικοί απ' την ώρα που θα γεννηθούμε.
 
 

ΚΩΣΤΗΣ ΛΟΥΛΑΚΗΣ

Site conception and realization by Nikos K.