Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΝΩΝ

"Κρήτη μου όμορφο νησί,
κλειδί του Παραδείσου…"

Αυτά λέει ένα απ’ τα πολλά τραγούδια που έχουν γραφτεί για την Κρήτη. Νησί κλειδί του Παραδείσου η ελληνική μεγαλόνησος, χώρια τα άλλα κοσμητικά που τις αποδίδονται, από Κρητικούς και μη, από Έλληνες και μη.
Μια Κρήτη που είναι όλη ένας Παράδεισος
. Ένας πεπερασμένος, επίγειος, θαλασσοτριγυρισμένος Παράδεισος όμως δεν φτάνει και δεν κατάφερε ποτέ να καλύψει τις υπαρξιακές αγωνίες των ανθρώπων (του), σχετικά με την ανεύρεση του άλλου, του θεϊκού (θρησκευτικού) Παραδείσου, στον οποίο δύναται να καταλήξει η ψυχή μετά το θάνατο του σώματος. Και που ο άνθρωπος στο μοναχικό αγώνα του δεν κατάφερε ποτέ, όσο κι αν προσπάθησε, να ανακαλύψει και στη συνέχεια να αποκαλύψει και στους υπόλοιπους το σίγουρο δρόμο για την κατάκτησή του. Την πεπατημένη οδό. Ή μήπως το κατάφερε κάποιος ή κάποιοι και δε μας το είπαν, κρατώντας μόνο για τον εαυτό τους τη σημαντική τούτη αποκάλυψη; Θέλοντας έτσι την απόλαυση του Παραδείσου καθαρά ατομική; Μάλλον όχι, γιατί η ανθρώπινη χαρά βρίσκεται στο "μοιράζεσθαι" και όχι στο κρατώ για τον εαυτό μου μόνο.
Έτσι λοιπόν κάποιοι συντοπίτες μας, ριζωμένοι για χρόνια στα εύφορα χώματα που βρίσκεται η σημερινή κωμόπολή τους, ανήσυχοι, ανυπόμονοι ίσως για την κατάκτηση του Παραδείσου, βρήκαν εκεί δίπλα τους τον επίγειο δρόμο και τρόπο που δείχνει έγκαιρα, όποτε το θελήσει κανείς, αν θα κατακτήσει ή όχι τον επουράνιο Παράδεισο. Οι Αρχανιώτες, γιατί γι' αυτούς πρόκειται, λαός αρχαίος, πλούσιος σε πολιτισμό και σε δημιουργία εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια, όπως μαρτυρούν τα πάμπολλα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή τους και κάπως πιο ανυπόμονοι ίσως απ' τους άλλους ανθρώπους (δείγμα του πολιτισμού άραγε η ανυπομονησία;), τοποθέτησαν δίπλα τους "Τις πύλες του Παραδείσου". Κι έτσι όποτε θελήσουν, μπορούν να τον επισκεφτούν και να δοκιμάσουν να τον κατακτήσουν.
Τόσοι και τόσοι άνθρωποι, σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, αγωνίστηκαν σκληρά σ' όλη τους τη ζωή, για να τον βρουν και να τον κατακτήσουν. Σ' όλα, εκτός από τις Αρχάνες. Οι Αρχανιώτες είχαν δίπλα τους αυτό που οι άλλοι έψαχναν. Και δεν τους έμενε, παρά μόνο να δοκιμάσουν.

Κατηφορίζοντας απ' τις Πάνω Αρχάνες προς Σίλαμο, δίπλα στο παλιό ενετικό υδραγωγείο που είχε κατασκευάσει ο Μοροζίνι, για να υδροδοτήσει το Ηράκλειο, και μέσα στην πανέμορφη αλλά δύσοσμη ρεματιά, συναντά κανείς απέναντι απ' τον παλιό νερόμυλο "Τις πύλες του Παραδείσου". Ειδυλλιακό το τοπίο, ιδιαίτερα βέβαια την άνοιξη, πανέμορφο, νερά, πλατάνια, κισσοί, δροσιά, λουλούδια, βουητό μελισσών, τιτιβίσματα πουλιών, βουνά κοντά το ένα στο άλλο, που δημιουργούν το Αρχανιώτικο φαράγγι όπου κυλάει τα νερά του ο ποταμός Σιλαμιανός, δικαιολογεί απόλυτα το χαρακτηρισμό του ως Παράδεισο. Γιατί Παράδεισος (απ' το περσικό Pairi-Daeza ή από το σανσκριτικό Paradesha προέρχεται) σημαίνει έναν χώρο, ένα πάρκο, ένα κήπο, κατάφυτο με πολλά δέντρα και λουλούδια, με τρεχούμενα νερά, γεμάτο με πουλιά και ζώα, που προσφέρεται για ιδεώδη διαβίωση. Η ιδέα έχει παρθεί απ' τους ιδιωτικούς κήπους των βασιλιάδων της Ανατολής και αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τις θρησκείες (ιουδαϊσμό, χριστιανισμό) που έχουν ως θεμελιακή αρχή ότι η ψυχή συνεχίζει τη ζωή της και μετά το θάνατο τους σώματος. Μόνο σ' έναν τέτοιο χώρο θα μπορούσε ο Θεός να τοποθετήσει το δημιούργημά Του, τον άνθρωπο, έως ότου τον διώξει τελικά από κει και ο άνθρωπος ν' αρχίσει από κει και μετά να αναζητά τον χαμένο Παράδεισο συνεχώς και να μην τον βρίσκει. Και να που τελικά "βρέθηκε" δίπλα μας, μέσα στο Αρχανιώτικο φαράγγι.

Όλα αυτά που βλέπεις στο Αρχανιώτικο φαράγγι, σου δημιουργούν την εντύπωση της όμορφης, φιλόξενης, ζεστής γωνιάς ετούτου του πλανήτη, όπου το μάτι βρίσκει όμορφες εικόνες να ακουμπήσει απάνω τους, να ξεκουραστεί και να ξεφύγει απ' τη ματαιότητα της καθημερινότητας, το αυτί αφουγκράζεται τους ήχους της φύσης που ευτυχώς δεν έχει βρεθεί ακόμη ο συνθέτης που θα τους συνθέσει, η μύτη γυρίζει πίσω και οσμίζεται τις μυρωδιές που για χρόνια έθρεψαν τους ανθρώπους τούτης της γης και το "νερό" που τρέχει γάργαρα, με τη δική του μουσική, έδινε ζωή σ' όλα αυτά, ξεκούραζε και ξεδίψαζε την κουρασμένη ψυχή που ζητούσε διαρκώς. Και χρησιμοποιώ παρελθοντικό χρόνο, γιατί σήμερα υπάρχει μια ζωντανή αντίθεση ανάμεσα κυρίως σ' αυτά που βλέπεις και ακούς και σ' αυτά που οσμίζεσαι και δε μπορείς να γευτείς. Ας είναι καλά η ανάπτυξη που δε σέβεται το περιβάλλον. Οι παλιοί Αρχανιώτες έφτιαξαν το μύθο για τον "Παράδεισό τους", οι καινούριοι προσπαθούν, ευτυχώς ανεπιτυχώς ακόμη, να τον καταστρέψουν και να τον κάνουν… κόλαση(;). Τα λύματα της κωμόπολής τους έχουν χαλάσει σε μεγάλο βαθμό το τοπίο. Χωρίς καμιά επεξεργασία (βιολογικό καθαρισμό) ρίχνονται στο ποτάμι.

Ας είναι, εμείς γυρνάμε πίσω στα παλιά, τότε που όλα ήταν όμορφα σε τούτη τη γωνιά ετούτου του πλανήτη. Όμορφο το τοπίο, απ' αυτά που χαρακτηρίζουμε παραδεισένια, δικαιολογεί όπως είδαμε πλήρως την ονομασία του. Και παρόλο που βρίσκεται μέσα στο φαράγγι, κάθε άλλο παρά άγριο είναι, σε αντίθεση με τ' άλλα φαράγγια, ανεξάρτητα βέβαια απ' την αναμφισβήτητη άγρια ομορφιά τους. Κλεισμένο το φαράγγι γύρω γύρω με βουνά με αρκετά βατές πλαγιές, δε δημιουργεί δυσκολίες για την προσπέλαση του. Προσφέρεται εύκολα σ' όλους. Όμως ο Παράδεισος είναι η επιβράβευση μιας τέλειας και άρτιας ζωής. Ο ουράνιος τόπος κατοικίας των δικαίων μετά το θάνατό τους. Πώς μπορεί λοιπόν να προσφέρεται έτσι εύκολα και απλόχερα σ' όλους, δικαίους και αδίκους. Αυτό θα 'ταν άδικο, θα 'ταν ισοπέδωση.

Και να που η φύση, που δημιούργησε μόνη της μέσα σε τόσα χρόνια αυτό το όμορφο τοπίο, δημιουργούσε και τη φυσική δυσκολία που οδήγησε στο να το πουν Παράδεισο. Γιατί εύκολη πρόσβαση στον Παράδεισο δε νοείται.
Δίπλα στο παλιό ενετικό υδραγωγείο, απέναντι απ' τον παλιό μισογκρεμισμένο νερόμυλο, υπάρχει κάτι σαν μικρή σπηλιά, σα βραχοσκεπή θα λέγαμε πιο σωστά, με ένα και μοναδικό σταλακτίτη*. Έχει μήκος γύρω στα δώδεκα μέτρα και είναι ανοιχτή απ' τη μεριά του δρόμου. Στη μέσα πλευρά τούτης της σπηλιάς, στη μέση της περίπου, υπάρχει ένας και μοναδικός σταλακτίτης, όμοιος με κολώνα, που ξεκινά απ' το δάπεδο, καταλήγει στην κορυφή και φαίνεται να τη στηρίζει. Ανάμεσα στο σταλακτίτη αυτό και στο δυτικό τοίχωμα της σπηλιάς, υπάρχει ένα στενό πέρασμα. Αυτό το πέρασμα οι Αρχανιώτες το ονόμασαν "Πύλη του Παραδείσου" και την ευρύτερη περιοχή "Παράδεισο".
Η παράδοση λέει πως όποιος καταφέρει να περάσει απ' το πέρασμα αυτό χωρίς να βλαστημήσει, θα αξιωθεί να πάει στον αληθινό Παράδεισο.
Παλιά πολλοί ήταν αυτοί που δοκίμαζαν να περάσουν απ' το πέρασμα αυτό. Άλλοι τα κατάφερναν κι άλλοι όχι. Γιατί; Κάποιες εξηγήσεις δόθηκαν , χωρίς επιτυχία όμως. Άνετα περνούν τα παιδιά που το βρίσκουν κι ένα ευχάριστο παιχνίδι, όχι επειδή είναι μικρόσωμα, αλλά επειδή "αυτών εστί η Βασιλεία των Ουρανών", όπως είπε ο Χριστός. Επίσης περνούν με κάποια προσπάθεια οι ήρεμοι και τολμηροί άνθρωποι, ίσως "οι αγαθοί τη καρδία" του Ευαγγελίου. Και οι άλλοι που δεν τα καταφέρνουν να περάσουν ή εγκαταλείπουν στα "μισά του δρόμου", τι είναι; Γι' αυτούς είπαν πως δεν τα καταφέρνουν, γιατί είναι αγχώδεις, νευρωτικοί, προβληματικοί, φοβιτσιάρηδες, χωρίς υπομονή, πίστη και θάρρος για μια τέτοια προσπάθεια και άνθρωποι που δε θέλουν να πάρουν μια πιθανή αρνητική απάντηση "πριν την ώρα τους". Γιατί ο θρύλος το λέει ξεκάθαρα "όποιος περάσει χωρίς να βλαστημήσει θα αξιωθεί τον αληθινό Παράδεισο, ενώ όποιος δεν περάσει όχι" και ούτε λέει τίποτα για μια δεύτερη προσπάθεια. Γιατί ο να το διακινδυνεύσουν λοιπόν; Επίσης, κανείς απ' όσους έχουν περάσει μέχρι τώρα "την Πύλη του Παραδείσου" και απεβίωσαν, δε γύρισε πίσω για να μας πει για το αν αξιώθηκε πράγματι τον "αληθινό Παράδεισο".
Και να 'μια τώρα εγώ, μπροστά σ' αυτό το περίεργο κι όμορφο δημιούργημα της φύσης, να ετοιμάζομαι να περάσω "τις Πύλες του Παραδείσου". Και ξαφνικά ακινητοποιούμαι. Το συναίσθημα που με κυριαρχεί είναι ένα, μοναδικό, αρχαίο όσο κι ο άνθρωπος, πανανθρώπινο, καταλυτικό, ακατανίκητο. Τ' όνομά του; Φόβος. Αυτός ο φόβος που φέρνει τη δειλία, την ακινητοποίηση. Γιατί δειλός δεν είναι αυτός που δε φοβάται. Δειλός είναι αυτός που φοβάται το φόβο του και ακινητοποιείται και αδρανεί. Κι όμως ως σπηλαιολόγος έχω κατέβει σε σπήλαια και βάραθρα, δυσπρόσιτα, σκοτεινά, με το φόβο του κενού να χάσκει αρκετά μέτρα από κάτω μου, που σε μερικά απ' αυτά δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του άνθρωπος. Όμως εδώ σταματώ, δειλιάζω και τελικά οπισθοχωρώ. Κι όμως δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για τη σωματική μου ακεραιότητα. Κι εγώ εκεί, νικημένος, ακίνητος, ούτε να σκέφτομαι να ξαναπροσπαθήσω.
Γιατί;
Γιατί κι εγώ πιστεύω ότι η ζωή μου είναι τέλεια και άρτια και προσδοκώ τον Παράδεισο στο αναμφισβήτητο τέλος της ως επιβράβευσή της. Γιατί να διακινδυνέψω μια πιθανή απόρριψη πριν την ώρα μου; Πριν την ώρα της τελικής κρίσης; Εμμένω στην άποψη ότι η ζωή μου είναι τέλεια ή σχεδόν τέλεια και αφήνω για αργότερα, για το τέλος της, την τελική, συνολική κρίση. Ίσως η ζυγαριά να γύρει απ' την καλή μεριά.
Ξαναβρίσκοντας στάλα στάλα την ψυχραιμία μου, βάζω μπρος τη δίτροχη αγαπημένη μου και φεύγω, θαυμάζοντας για μια ακόμη φορά τη φαντασία και τη δημιουργικότητα των παλαιών ανθρώπων τούτου του τόπου. Δεξιά μου η πανέμορφη ρεματιά, στο μυαλό μου οι στίχοι του ποιητή "γλυκό 'ναι της Παράδεισος να μελετάς τα κάλλη, μέσα στην πιο παράλογη του κόσμου ανεμοζάλη" και το χαμόγελο αρχίζει σιγά σιγά να εμφανίζεται στα χείλη μου.
 

ΚΩΣΤΗΣ ΛΟΥΛΑΚΗΣ 

Κείμενο και φωτογραφίες από αυτή την σελίδα μπορoύν να αναπαραχθούν ελεύθερα μόνον εάν αναφέρεται η πηγή ως: "από τις ΣΤΙΓΜΕΣ,  το Κρητικό περιοδικόμε σύνδεση στο http://stigmes.gr  

wpe1.gif (2463 bytes)