mesog-sm.gif (656 bytes)

Αφιέρωμα

13/5/1999

H συλλογή Νομισμάτων Μεταξά στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης

metaxas.jpg (13879 bytes)Συλλογή αραβικών νομισμάτων που ανάγονται στην εποχή της Αραβοκρατίας στην Κρήτη (828-961) δώρισαν ο πολιτικός μηχανικός Νικόλαος Μεταξάς και η σύζυγός του Θεανώ, ιδρυτές της αλυσίδας των maris hotels στην Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών.
Η Συλλογή, του ζεύγους Μεταξά κατέχει επί τριανταπέντε χρόνια, αποτελείται από 181 νομίσματα από τα οποία 7 είναι χρυσά, 2 ασημένια και τα υπόλοιπα χάλκινα.
Η δωρεά έγινε δεκτή από το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών, και η συλλογή πρόκειται να εκτεθεί σε προθήκες στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, και μαζί με τα υπόλοιπα αραβικά νομίσματα του Μουσείου να συμβάλλουν στην ιστορική έρευνα αλλά και να βοηθήσουν τους επισκέπτες που θέλουν να μάθουν περισσότερα για την ελάχιστα γνωστή αυτή περίοδο της κρητικής ιστορίας.
Η ιστορική και πολιτιστική αξία της συλλογής είναι πολύ μεγάλη αφενός διότι τα νομίσματα αποτελούν τα μοναδικά αρχαιολογικά ευρήματα αυτής της περιόδου και αφετέρου διότι από τα 268 νομίσματα που υπάρχουν συνολικά σε συλλογές σε όλο τον κόσμο σήμερα, τα 181 ανήκουν στη συλλογή Μεταξά.
Η δωρεά αυτή και η συμβολή της οικογένειας Μεταξά στη διαφύλαξη και τον εμπλουτισμό της πολιτιστικής μας κληρονομιάς δεν είναι η μοναδική. Εχει προηγηθεί τον Φεβρουάριο 1997 η δωρεά της αρχαιολογικής συλλογής Μεταξά, αποτελούμενη από 2.229 αντικείμενα που καλύπτουν από την 4η π.Χ. χιλιετία μέχρι τον 3ο μ.Χ. αιώνα (στην οποία περιλαμβάνεται και η μοναδική συλλογή 680 μινωικών σφραγιδολίθων) στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, γεγονός για το οποίο η Ακαδημία Αθηνών ετίμησε τον Νικόλαο Μεταξά με το Χρυσό Μετάλλιο.
Μέχρι το 1953 ελάχιστες ήταν οι γνώσεις - προερχόμενες κυρίως από διάσπαρτες και αντιφατικές αναφορές Βυζαντινών και Αράβων χρονογράφων - και ανύπαρκτα τα αρχαιολογικά ευρήματα για την περίοδο της αραβικής κυριαρχίας της Κρήτης (828-961 μ.Χ.). Λόγω έλλειψης επαρκών γνώσεων μέχρι τότε δεν διακρίνονταν τα αραβικά νομίσματα από τα τουρκικά.
metaxas2.jpg (15870 bytes)Τη χρονιά εκείνη ο John Walker, επιμελητής του Τμήματος Νομισμάτων και Μεταλλίων του Βρετανικού Μουσείου, απέδωσε μια σειρά 15 χρυσών και χάλκινων νομισμάτων στους εμίρηδες της Κρήτης. Η ταύτιση αποδείχτηκε ορθή, ακολούθησαν δημοσιεύσεις και από άλλους νομισματολόγους και τα νομίσματα αποτέλεσαν τα πρώτα χειροπιαστά δεδομένα της εποχής της αραβοκρατίας στην Κρήτη. Οπως αναφέρει ο αμερικανός νομισματολόγος και διευθυντής του Μουσείου Νομισματικής Εταιρείας της Νέας Υόρκης George Miles τα δημοσιευμένα νομίσματα στο Corpus μέχρι το 1966 ήταν 128.
Το 1996 ο G. Miles ευρισκόμενος στην Κρήτη επισκέφθηκε το Νικόλαο και τη Θεανώ Μεταξά, οι οποίοι είχαν αρχίσει τον προηγούμενο χρόνο να σχηματίζουν συλλογή νομισμάτων χωρίς ακόμα να γνωρίζουν την συγκεκριμένη κατηγοριοποίησή τους. Με τη βοήθεια του Miles, ο οποίος με άδεια την συλλεκτών μελέτησε τα νομίσματα, το ζεύγος Μεταξά άρχισε να τα αναγνωρίζει και συχνά η κ. Μεταξά με εξονυχιστική έρευνα ανακάλυπτε και αγόραζε αραβικά νομίσματα από τα παλαιοπωλεία. Η συλλογή μέχρι το 1970 αριθμούσε ήδη 85 κομμάτια. Ενδεικτικό της αγάπης και της φροντίδας των συλλεκτών προς τα αντικείμενα της συλλογής είναι το γεγονός ότι ο κ. Μεταξάς έλαβε από τον φιλόλογο Νικόλαο Οικονομάκη μαθήματα αραβικής γραφής ώστε να μπορεί να αναγνωρίζει μόνος του το όνομα του εμίρη που αναγράφεται πάνω σε κάθε νόμισμα, επί της εποχής του οποίου κόπηκαν τα συλλεγόμενα νομίσματα.
Ο Miles, που εξακολούθησε να μελετά τα νομίσματα και τα επόμενα χρόνια, τα συμπεριέλαβε στην έκδοση του Corpus των γνωστών μέχρι το 1970 νομισμάτων (The Coinage of the Arabs Amirs of Crete), ενώ το 1972 εδημοσίευσε ένα ακόμα σπουδαίο νόμισμα της συλλογής (An Eight Centrury Arab Coin Found in Herakleion, Κρητ. Χρον. ΚΔ (1972 225-227 & Πιν. Κς').
Σήμερα η συλλογή Μεταξά αριθμεί 181 νομίσματα εκ των οποίων 7 είναι χρυσά, 2 ασημένια και τα λοιπά χάλκινα. Προέρχονται από πολλές περιοχές της Κρήτης όπως από την πόλη του Χάνδακα (Ηράκλειο), τις επαρχίες Μυλοποτάμου, Ρεθύμνου, Ιεράπετρας, ενώ ελάχιστα είναι εισαγμένα από την Τύνιδα κ.λ.π. Η σημασία της συλλογής γίνεται κατανοητή, εάν σκεφθεί κανείς ότι ο συνολικός αριθμός των νομισμάτων της συγκεκριμένης περιόδου που έχουν βρεθεί και ανήκουν σε συλλογές σε όλο τον κόσμο ανέρχεται μόλις σε 268, εκ των οποίων 10 είναι χρυσά, 2 ασημένια και τα υπόλοιπα χάλκινα.
Από τα νομίσματα αυτά 3 προέρχονται από τις αμερικανικές ανασκαφές της αρχαίας αγοράς της Αθήνας και 8 από τις ανασκαφές της Κορίνθου. Τα νομίσματα που προέρχονται από την Κρήτη συνολικά ανέρχονται σε 197.
Η χρονολόγηση των νομισμάτων, η οποία έγινε σύμφωνα με τα ονόματα των εμίρηδων που αναγράφουν, παρουσίασε μεγάλες δυσκολίες εξαιτίας κυρίως τριών παραγόντων: α) της έλλειψης αναφοράς σε χρονολογία και πολύ μικρής διαφοράς του καλλιτεχνικού ύφους των χάλκινων νομισμάτων, που αποτελούν τον κύριο όγκο της συλλογής, β) της μη εύρεσης επιγραφών από τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και γ) των ελάχιστων, αποσπασματικών και αντιφατικών μαρτυριών για την εποχή τόσο στις βυζαντινές όσο και στις αραβικές πηγές.
Να επισημανθεί ότι τα νομίσματα από την μια πλευρά έχουν μια φράση από το Κοράνι και από την άλλη πλευρά το όνομα του εμίρη, στην εποχή του οποίου έγινε η κοπή. Ο τρόπος γραφής μάλιστα του ονόματος του εμίρη είναι ιδιόμορφος καθώς πρώτα αναφέρεται το όνομα του γιού του, μετά το δικό του και μετά του πατέρα του. Για παράδειγμα Αμπου Χαφς Ομάρ μπεν Αϊσά, δηλ. ο πατέρας του Χαφς, ο Ομάρ, γιός του Αϊσά. Η γραφή είναι αρχαία αραβική (κουφική), η οποία δεν έχει καμπύλες αλλά ευθείες και οξείες γωνίες.
Οσον αφορά στους εμίρηδες οι βυζαντινοί δίνουν κάποια ονόματα, ενώ πρόσθετες πληροφορίες υπάρχουν και από αραβικές πηγές.
Τα ονόματα που δίνονται από τους βυζαντινούς είναι: Απόχαψις, Σαίπης, Βαβδέλ, Ζερκούνης, Κουρούπας και Ανεμάς, ενώ οι Αραβες αναφέρουν τα ονόματα του Σαουάμπ της Κόρδοβα, του γιού του Ισά, του εγγονού του (Αμπου Χαφς) Ομάρ, του δισέγγονου του (Αμπου Αμρ). Σαουάμπ και του Αμπνταλ Αζίζ (μπεν) Σαουάμπ, του τελευταίου των εμίρηδων. Να σημειωθεί επίσης ότι ονόματα εμίρηδων δίνονται και από άλλες αραβικές πηγές.
Αν και αρκετά από τα ονόματα των εμίρηδων που δίνουν οι Βυζαντινοί δεν είναι αναγνωρίσιμα σίγουρα ο Απόχαψις είναι ο Αμπου Χαφς, Ομάρ, που κατέκτησε το Ηράκλειο το 828 μ.Χ (και ήταν εν ζωή ακόμα το 852-53 μ.Χ.), που ήταν γιος του Ισά και γεγονός του Σαουάμπ της Κόρδοβα, ο Σαίπης ήταν αναμφίβολα ο (Αμπου Αμρ) Σαουάμπ, ο οποίος ήταν εμίρης της Κρητης επί εποχής του Μιχαήλ ΙΙΙ στο Βυζάντιο (824-867 μ.Χ.) και πιθανώς να ήταν ακόμα ζωντανός το 875 μ.χ., ότι ο Βαβδέλ και ο Ζερκούνης ήταν πιθανώς οι (Αμπου Αμπντουλάχ) Ομάρ και Ζεργκούν (ο Βαβδέλ ήταν σύγχρονος με τον Λέοντα το Σοφό (886-912 μ.Χ.) και τέλος ότι ο Κουρούπας ήταν σίγουρα ο 961 μ.χ. Ο Ανεμάς, γιος του Κουρούπα, δεν λαμβάνεται υπόψη διότι δεν διακυβέρνησε ως εμίρης αλλά συνελήφθη από τον Νικηφόρο Φωκά και πέθανε το 972 μ.Χ. πολεμώντας τους Ρώσους στο πλευρό ων Βυζαντινών. Από άλλα αραβικά νομίσματα αλλά και μεμονωμένες αραβικές πηγές ο κατάλογος των εμίρηδων έχει εμπλουτιστεί και με άλλα ονόματα όπως Αχμάντ (μπεν) Ομάρ (937-38 μ.Χ.), Γιουσούφ (μπεν) Ομάρ, Σαουάμπ (μπεν) Αχμεντ, Αλι (μπεν) Αχμεντ (948-952μ.Χ) Αλι (μπεν) Γιουσούφ, Μοχάμεντ, Ισά και Ομαρ.
Να επισημανθεί ότι στο Corpus των δημοσιευμένων νομισμάτων - από το οποίο έχουν αντληθεί τα προαναφερόμενα στοιχεία για τους Εμίρηδες της Κρήτης - περιλαμβάνονται 75 νομίσματα της συλλογής Μεταξά της εποχής των Απόχαψι, Σαίπη (τα περισσότερα), Μοχάμεντ, Γιουσούφ και Αλι.
Η ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑ
ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
Η περίοδος της αραβικής κατοχής της Κρήτης εξακολουθεί να παραμένει σε ένα μεγάλο μέρος της "terra incognita" αφενός διότι στις βυζαντινές και αραβικές πηγές της εποχής είτε δεν υπάρχουν σχετικές πληροφορίες είτε οι ελάχιστες πληροφορίες που παρέχονται είναι αντιφατικές μεταξύ τους, και αφετέρου διότι δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα που να αναφέρονται στη συγκεκριμένη περίοδο. Με αυτά τα δεδομένα τα νομίσματα που ανακαλύφθηκαν και ταυτίστηκαν με την αραβική κατοχή της Κρήτης, ως οι μοναδικές σχεδόν χειροπιαστές υλικές αποδείξεις μιας άγνωστης στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορικής εποχής της μεγαλονήσου έχουν εξαιρετική σημασία.
Η περίοδος της αραβικής κατοχής τοποθετείται από το 828-961 μ.Χ. ενώ επιδρομές στο νησί είχαν γίνει επίσης στα μέσα του 7ου αιώνα και το 674 μ.Χ. περίπου, και δεν αποκλείται μερικές περιοχές να είχαν καταληφθεί και στα χρόνια του χαλίφη Χαρούν Αλ Ρασίντ (786-809 μ.Χ.).
Οπως αναφέρει στο βιβλίο του ο καθηγητής Βυζαντινής Φιλολογίας Θεοχάρης Δετοράκης πάντοτε ανοιχτά είναι τα θέματα σχετικά με το χρόνο της επιδρομής και κατάκτησης της Κρήτης, με τον τόπο απόβασης και τις συνθήκες εγκατάστασης των Αράβων στο νησί, με την αντίσταση ή αδιαφορία του χριστιανικού πληθυσμού, τους υποχρεωτικούς ή ακούσιους εξισλαμισμούς κ.λ.π.
Βάσει των νεότερων ιστορικών μελετών οι Αραβες επιδρομείς της Κρήτης προέρχονταν από την Ισπανία και συγκεκριμένα την Κόρδοβα, από όπου είχαν εκπατρισθεί τον 9ο μ.Χ αιώνα, είχαν αποβιβαστεί στην Αίγυπτο περίπου το 813 μ.Χ. επί βασιλείας του χαλίφη Μαμούν, κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια το 818 μ.Χ. αλλά εκδιώχθηκαν από τον αρχηγό της δυναστείας των Αββασσιδών Αβδουλά Ταχίρ και αναζητώντας τόπο εγκατάστασης στράφηκαν στην Κρήτη, κατέλαβαν το νησί και παρέμειναν επί 140 περίπου χρόνια. Αρχηγός των αράβων ήταν ο Αμπου Χαπς Ομάρ που οι βυζαντινοί αποκαλούσαν Απόχαψι. Οι πληροφορίες για τον αριθμό των Αράβων διϊστανται οι βυζαντινοί αναφέρουν 40 πλοία ενώ οι αραβικές πηγές για 10.000 άτομα. Οι πληροφορίες διϊστανται και όσον αφορά στην ακριβή χρονολογία κατάκτησης με επικρατέστερη κατά τον κ. Δετοράκη το 824 μ.Χ. ο οποίος επεξηγεί ότι η διαφωνία προέρχεται κυρίως από τη χρονική απόσταση από την εισβολή στο νησί μέχρι την ολοκληρωτική κατάκτηση, η οποία έγινε σταδιακά. Διάσταση υπάρχει και ως προς τον ακριβή τόπο απόβασης με επικρατέστερη τοποθεσία τον κόλπο της Μεσαράς και στην άποψη αυτή συνηγορεί και το γεγονός της ευρεσης αρκετών αραβικών νομισμάτων της εποχής αυτής σην περιοχή.
Ολες οι πηγές όμως συμφωνούν ότι το πρώτο οχυρό των Αράβων στην Κρήτη ήταν ο Χάνδαξ (Ηράκλειο) που απετέλεσε και ορμητήριο για τις περαιτέρω επιδρομές στο νησί, το οποίο κατελήφθη σύμφωνα με τους Αραβες ιστορικούς "βήμα - βήμα". Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθούν δυο σημεία. Το ένα φορά στην εσωτερική κατάσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (επανάσταση του Θωμά του Σλάβου 821-823 μ.Χ.) που δημιούργησε κενά στη βυζαντινή άμυνα με παραμέληση των παραλίων και των νησιών με αποτέλεσμα όχι μόνο την διευκόλυνση της άλωσης της Κρήτης από τους Αραβες αλλά και την εδραίωση της κυριαρχίας τους. Το άλλο σημείο αφορά στην έλλειψη πληροφοριών για την αντίσταση του τοπικού πληθυσμού.
Ομως σύμφωνα με σημαντικές ενδείξεις πολλές περιοχές της Κρήτης αρκετά χρόνια μετά δεν είχαν υποταχθεί και ιστορικοί όπως ο Β. Χρηστίδης πιστεύουν ότι μάλλον η αραβική κυριαρχία στο νησί περιοριζόταν στα όρια του Νομού Ηρακλείου και σε ορισμένα χωριά της βόρειας Κρήτης.
Οι Αραβες της Κρήτης που ελέγοντο Μοζαράβες, Σαρακηνοί και Αφροι ίδρυσαν ένα ιδιότυπο εμιράτο που επιβίωνε από την καταπίεση του ιθαγενούς πληθυσμού και την πειρατεία και είχαν καταστεί μάστιγα των θαλασσών. Με ορμητήριο τον Χάνδακα έκαναν επιδρομές και λεηλασίες στη Μυτιλίνη, στον Αθω, στα παράλια της Χαλκιδικής, στην Αδριατική, στο Αίγιο και έφθασαν μέχρι τον Ελήσποντο. Ακόμα και μετά την ήττα τους από τον βυζαντινό ναύαρχο Νικήτα Ωορύφα στα θρακικά παράλια συνέχισαν τις επιδρομές και λεηλάτησαν τα παράλια της Πελοπονήσου. Ο Ωορύφας κυνήγησε τους Αραβες και τους συνέτριψε στον πατραϊκό κόλπο. Οι επιδρομές όμως των Αράβων συνεχίστηκαν και το 902 μ.Χ.λεηλάτησαν τη Δημητριάδα και την Αττική, ενώ το 904 μ.Χ. συνεργάστηκαν με τον Λέοντα Τριπολίτη στην λεηλασία της Θεσσαλονίκης.
Οι συνέπειες - οικονομικές και πολιτιστικές - για τον κρητικό λαό ήταν σοβαρές. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ούτε μνημεία πολιτισμού ούτε φιλολογικά έργα της εποχής δεν αναφέρονται πουθενά. Μοναδικές υλικές "πηγές" είναι τα ανακαλυφθέντα νομίσματα των εμίρηδων της εποχής, με βάσει τα οποία δημοσιεύθηκε ένας γενεολογικός κατάλογος των εμίρηδων, ο οποίος όπως είναι φυσικό έχει πολλάκενά. Οσον αφορά στην αλλοίωση του τοπικού πληθυσμού οι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν αποδείξει ότι δεν υπήρξε εθνολογική αλλοίωση με την αραβοκρατία αλλά μόνο σε πολύ περιορισμένη έκταση στα αστικά κυρίως κέντρα και ότι οι εξισλαμισμοί δεν ήταν υποχρεωτικοί. Ισχυρή απόδειξη ότι ο κρητικός πληθυσμός δεν αλλοιώθηκε αποτελεί η γλώσσα του, στην οποία παράμειναν ελάχιστα ίχνη αραβικών επιδράσεων (οκτώ έως δέκα λέξεις) και ορισμένα τοπωνύμια (Κατσαμπάς, Μαστραμπάς κ.λ.π.).
Να σημειωθεί ότι στη διάρκεια της αραβικής κατοχής του Βυζάντιο κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την ανάκτηση της Κρήτης όμως η μεγάλη απόσταση - και δη η θαλάσσια - και η ενασχόληση με τους πολλούς εχθρούς καθιστούσε σχεδόν αδύνατο το εγχείρημα. Οι προσπάθειες πάντως ήταν επανειλλημμένες; Φωτεινός (825-826μ.Χ.), ο οποίος είχε λάβει εντολή από τον Μιχαήλ Β να εμποδίσει τους Αραβες να εγκατασταθούν στο νησί αλλά απέτυχε, Κρατερός (829 μ.Χ.), Ωορύφας, ο οποίος δεν κατάφερε να καταλάβει το νησί αλλά έκανε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, Θεόκτιστος (843-4 μ.Χ.), για τον οποίο λέγεται ότι κατάφερε να ανακαταλάβεςι μέρος του νησιού αλλά ακόμα και αν αυτό είναι αλήθεια η επιτυχια ήταν εφήμερη, Βάρδας (865 μ.Χ.), που δολοφονήθηκε στα Θρακικά παράλια και η εκστρατεία ματαιώθηκε, Ιμέριος (911 μ.Χ.), Κωνσταντίνος Γογγύλης (949 μ.Χ.). Παράλληλα ο Βυζαντινός στόλος (Νικήτας Ωορύφας και Νάσαρ) καταδιώξαν επανειλημμένα τους Αραβες μέχρι τα κρητικά παράλια.
Τέλος ο αρχιστράτηγος και κατεξοχήν αραβομάχος Νικηφόρος Φωκάς κατάφερε με τεράστια στρατιωτική δύναμη να εκπορθίσει το φρούριο του Χάνδακα, το οποίο υπέκυψε στις 7 Μαρτίου 961 μ.Χ. μεγάλος αριθμός Αράβων σφαγιάστηκαν και μετά με εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατάφερε να απαλλάξει την Κρήτη από την αραβική κυριαρχία και να την επαναφέρει στους κόλπους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Τα στοιχεία για την περίοδο της Αραβικής κατοχής της Κρήτης προέρχονται από το βιβλίο "Ιστορίας της Κρήτης" του καθηγητή της Βυζαντινής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης Θεοχάρη Δετοράκη.


© Copyright "ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ"

1on.gif (2742 bytes)