mesog-sm.gif (656 bytes)

Αφιέρωμα

9/3/2000

Το τουρκικό αρχείο Ηρακλείου και η αξιοποίησή του

wpe1.gif (65584 bytes)

Προχθές το βράδυ, στην αίθουσα "Δομήνικος Θεοτοκόπουλος" της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, πραγματοπιοήθηκε εκδήλωση για την έναρξη του προγράμματος μετάφρασης των τουρκικών αρχείων του Ηρακλείου.
Μεταξύ των ομιλησάντων στην εκδήλωση ήταν και η Πτυχιούχος Ανατολικών Σπουδών του Ιστορικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης και μέλος της ομάδας που θα προβεί στη μετάφραση κ. Ελένη Καραντζίκου.
Η κ. Καραντζίκου μίλησε με θέμα "Το Τουρκικό Αρχείο του Ηρακλείου και η αξιοποίησή του".
Την ενδιαφέρουσα και σημαντική αυτή εισήγηση της δημοσιεύουμε σήμερα.

Η σπουδαιότητα της ύπαρξης και της διατήρησης των ιστορικών αρχείων ενός τόπου έγκειται στο γεγονός ότι μια κοινωνία συντηρώντας τα "αρχεία" των δημόσιων, οικονομικών και θρησκευτικών αρχών της, διαφυλάσσει παράλληλα και τα τεκμήρια της ιστορικής της ταυτότητας. Τα αρχειακά έγγραφα δεν είναι λογοτεχνικά ή αφηγηματικά κείμενα, τα οποία ενέχουν το στοιχείο της υποκειμενικότητας, αλλά δημόσια έγγραφα αυθεντικού χαρακτήρα, υπαγορευμένα από τη διοικητική αναγκαιότητα, που απαιτεί την βαθμιαία και σταθερή συγκέντρωσή τους. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι η διάσωση πλήθους εγγράφων που αφορούν τις δραστηριότητες της δημόσιας διοίκησης των θρησκευτικών ιδρυμάτων, των εμπορικών επιχειρήσεων και των ιδιωτών. Ο θεματικός πλούτος των εγγράφων και η αξία αυτών ως ιστορικά τεκμήρια καθιστούν το αρχείο αναμφισβήτητα την πολυτιμότερη πηγή για την ανασύνθεση της ιστορίας ενός τόπου.
Είναι ευτύχημα το γεγονός ότι στην Κρήτη διασώθηκε σημαντικό αρχειακό υλικό, που καλύπτει την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί. Οι τουρκικοί κώδικες, όπως φαίνεται, άλλωστε, και στο πολύτιμο έργο του αειμνήστου Νικολάου Σταυρινίδη, περιέχουν πλήθος αρχειακών ειδήσεων, ικανών να φωτίσουν μια από τιςπιο άγνωστες περιόδους της ιστορίας του νησιού.
Σε μια προσπάθεια για την αξιοποίηση του πολύτιμου υλικού του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου και την ανασύνθεση της ιστορίας του τόπου στηρίχθηκε και η διπλωματική μου εργασία, στην οποία επιχείρησα να παρουσιάσω ορισμένα στοιχεία για την πολεοδομική μορφή της πόλης του Ηρακλείου κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η έρευνα μου εστιάστηκε στη μελέτη του 2ου, 3ου και 4ου κώδικα του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου, από τους οποίους χρησιμοποιήθηκαν τα ιεροδικαστικά έγγραφα, που αφορούσαν αγοραπωλησίες διαφόρων ακινήτων του Χάνδακα κατά τα έτη 1670-1673. Τα έγγραφα αυτά, που εκδίδονταν μετά από κάθε πώληση ή μεταβίβαση ακινήτου από τον τοπικό ιεροδικαστή και είχαν τη θέση συμβολαίου και τίτλου μαζί, ενέχουν πλήθος πληροφοριών, που αφορούν το είδος του συμβολαίου, τον τρόπο μεταβίβασης του ακινήτου, το φύλο, το θρήσκευμα και το επάγγελμα των συμβαλλομένων, το είδος και τη θέση του ακινήτου, τα ακίνητα με τα οποία συνορεύει τα στοιχεία των ιδιοκτητών τους, την έκταση, τους χώρους, και τέλος την τιμή του ακινήτου.
Η συγκέντρωση και η επεξεργασία αυτών των στοιχείων των εγγράφων κατέστησε δυνατό τον εντοπισμό των συνοικιών των εκκλησιών, των τζαμιών και άλλων μνημείων του Χάνδακα, που υπήρχαν ή δημιουργήθηκαν κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας καθώς και την σύνθεση τη χωροταξικής εικόνας των συνοικιών της πόλης και την οικιστικήστο σύνολο τους μορφή.
Η πολιορκία του Χάνδακα, η οποία διήρκεσε 22 ολόκληρα χρόνια, από το 1648 έως το 1669 αποτελώντας την πιο μακροχρονια πολιορκία στην παγκοσμια ιστορία, ήταν φυσικά να ρημάξει την άλλοτε κραταιά πόλη και να τη μεταμορφώσει σε ένα σωρό ερειπίων πάνω από τον οποίο πλανιόταν η πείνα, η αρρώστια και ο θάνατος. Το ενετικό φρούριο, παρόλο που ήταν το μεγαλύτερο οχυρωματικό έργο της ανατολικής Μεσογείου, δεν κατόρθρωσε να ανακόψει την πορεία των Οθωμανών. Η εξέλιξη των όπλων και των μεθόδων πολιορκίας καθώς και οι υποδείξεις του βενετοκρητικού μηχανικού Andrea Barozzi, που αυτομόλησε στο στρατόπεδο των Οθωμανών κατέστησαν ικανή την πτώση του φρουρίου, το οποίο παραδόθηκε κατόπιν διαπραγματεύσεων το Σεπτέμβριο του 1669. Οι Οθωμανοί παρέλαβαν μια ερημωμένη πόλη. Τα περισσότερα κτίρια καθώς και μεγάλο τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου είχαν ισοπεδωθεί. Οι καταστροφές που είχε υποστεί η πόλη εξακολουθούσαν να είναι φανερές για μεγάλο χρονικό διάστημα, παρά τις προσπάθειες του πορθητή του Χάνδακα Koprulu Ahmed Pasa να καθαριστεί και να ανοικοδομηθεί όσο γινόταν πιο σύντομα. Ο καθαρισμός και οι εργασίες επισκευών των κτισμάτων της πόλης χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να ολοκληρωθούν. Σε πολλά τουρκικά έγγραφα γίνεται λόγος για επισκευές τμημάτων των κατεστραμμένων ενετικών οχυρώσεων, των λιμενικών εγκαταστάσεων και του υδρευτικού συστήματος. Στο εσωτερικό τμήμα της πόλης καταγράφονται πολλές επισκευές βενετσιάνικων κτιρίων, καθώς και οικοδομήσεις νέων που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για τις ανάγκες στέγασης των τουρκικών στρατευμάτων.
Η πόλη άρχιζε σιγά - σιγά να αλλάζει μορφή. Πολλές εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά, ή χαμάμ, αρκετές πουλήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ιδιωτικές κατοικίες ή αποθήκες και μόνο τρεις εκκλησίες, αυτή του Αγίου Ματθαίου των Σιναϊτών, η αρμενική του Αγίου Γεωργίου του Δωριανού και ο Αγιος Μηνάς, παραχωρήθηκαν στους χριστιανούς για την τέλεση των λειτουργιών και των μυστηρίων τους. Οι κτιριακές επεμβάσεις, ωστόσο, έγιναν χωρίς να τροποποιηθεί σημαντικά ο παλιός βενετικός πολεοδομικός ιστός, ο οποίος διατηρήθηκε ουσιαστικά ο ίδιος καθ' όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι δεν έχτισαν την πόλη παρά μόνον ένα καινούργιο τζαμί, αυτό της Kizil Tabya, απέναντι από τον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, γνωστό και ως Fetih Camisi (Τζαμί της κατάκτησης). Ολα τα άλλα ήταν πρώην χριστιανικές εκκλησίες. Η μετατροπή μιας εκκλησίας σε τζαμί γινόταν με την κατασκευή του mihrab, μιας μικρής κοιλότητας στον τοίχο που έδειχνε την κατεύθυνση προς τη Μέκκα (Kible), την τοποθέτηση του minber, του άμβωνα στα δεξιά του mihrab, την κάλυψη των τοιχογραφιών και την κατασκευή ενός minare συνήθως στη θέση του κωδωνοστασίου. Το στοιχείο του minare, ωστόσο, έλειπε από τα mescid, που ήταν συνοικιακά τεμένη και συνήθως μικρότερα από τα τζαμιά. Πλάι σε πολλά τζαμιά χτίστηκαν σχολεία για τη στοιχειώδη εκπαίδευση των μικρών μουσουλμάνων, ιεροδιδασκαλεία, δημόσια λουτρά, κρήνες και πτωχοκομεία.
Βασικό χαρακτηριστικό της νέας ισλαμικής πόλης ήταν και η διαμόρφωση της αγοράς (carsi) όπου ήταν συγκεντρωμένα σε ορισμένο πάντοτε τόπο τα εργαστήρια και τα καταστήματα κάθε συντεχνίας. Στο κεντρικοτερο σημείο της αγοράς, στη σημερινή πλατεία Νικηφόρου Φωκά, κατασκευάστηκε ένα bezesten, ένα κλειστό κτίριο με σιδερένιες πόρτες, όπου πωλούνταν τα πολύτιμα και σπάνια εμπορεύματα.
Οσο αφορά τα σπίτια της πόλης αυτά μπορούμε να τα κατατάξουμε σε δυο βασικές κατηγορίες: στις μεγάλες ενετικές κατοικίες, όπου εγκαταστάθηκαν οι αξιωματούχοι της τουρκικής διοίκησης και βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης και στο λιμάνι, και στα μικρότερα σπίτια των λαϊκών συνοικιών, όπου εγκατατάθηκαν ανάμεικτα διάφορες πληθυσμιακές ομάδες. Οι ενετικές κατοικίες υπέστησαν ορισμένες εσωτερικές κύριως επεμβάσεις προκειμένου να προσαρμοστούν στις συνήθειες και τις αισθητικές αντιλήψεις των Τούρκων. Ετσι άλλαξε η διαρρύθμιση των χώρων, καθώς το ισλαμικό σπίτι απαιτούσε την ύπαρξη γυναικωνίτη (haremlik) και ανδρωνίτη (selamlik), αίθουσα υποδοχής (ivan hame, δωμάτιο του καφέ (ahve odasi) και λουτρό (hammam). Εξωτερικά πολλά από αυτά περιφράχθηκαν με ψηλούς τοίχους προκειμένου να διαφυλαχθεί η απομόνωση των γυναικών, όπως όριζε ο ισλαμικός νόμος. Για τον ίδιο λόγο τα παράθυρα στον πάνω όροφο διαμορφώθηκαν σε προεξέχοντες χώρους κλεισμένους με καφάσια (sahnisin, ενώ στο ισόγειο απλώς προφυλάχθηκαν για λόγους ασφαλείας με σιδερένια δκτυωτά. Τα μεγάλα αυτά σπίτια διέθεταν επίσης μαγειρεία, φούρνους, στάβλους, αποθήκες, αποχωρητήρια, δεξαμενές, στέρνες, πηγάδια και κήπους με κιόσκια και συντριβάνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενετικού κτιρίου που μετατράπηκε σε τουρκική κατοικία, αποτελεί το γνωστό επί ενετοκρατίας Palazzo Capitan Grando (μέγαρο αρχιναυάρχου), που βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της δουκικής εκκλησίας του Αγίου Μάρκου (Defterdar Camisi. Το διώροφο αυτό κτίριο αμέσως μετά την άλωση υπέστει διάφορες μετατροπές και προσθήκες προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του defterdar Ebu Bekir Efendi Ενδεικτική είναι η διαμόρφωση αιθουσών υποδοχής και καφέ, γυναικωνίτη και λουτρού. Από έγγραφο, επίσης, του 1671 μαθαίνουμε ότι στο κτίριο είχε προστεθεί και τρίτος όροφος.
Τα σπίδια των λαϊκών συνοικιών ήταν ισόγεια, ή διώροφα. Από το σύνολο των 136 σπιτιών που καταγράφηκαν τα 85 ήταν διώροφα και τα 50 ισόγεια. Ο αριθμός των δωματείων τους κυμαίνοταν κατά μέσο όρο από δυο έως τέσσερα βασικά δωμάτια για τα ισόγεια και τρία έως πέντε για τα διώροφα. Βοηθητικοί χώροι, μαγειρεία, φούρνοι και αποχωρητήρια υπήρχαν σε ελάχιστα σπίτια. Ταπερισσότερα, ωστόσο, διέθεταν πηγάδια ή στέρνες και αρκετά είχαν και κήπο. Πολλά, επίσης, ήταν τα σπίτια που είχαν κατεστραμμένα δωμάτια, ιδιαίτερα στις συνοικίες που βρίσκονταν κοντά στα τείχη, οι οποίες είχαν υποστεί και τις μεγαλύτερες καταστροφές κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Για παράδειγμα σε έγγραφο του 4ου κώδικα, που φέρει ημερομηνία 26/9/1672, διαβάζουμε ότι το turnaci basi Ibrahim Aga αγόρασε από τον αρχηγό των ντόπιων γενιτσάρων Suleyman Aga ένα οικόπεδο στη συνοικία του Αγίου Γεωργίου του Τουρλωτού. Το οικόπεδο, που βρισκόταν δίπλα στα τείχη, κοντά στη Χανιόπρτα περιελάμβανε μία αυλή, ένα πηγάδι, μια δεξαμενή, οκτώ ερειπωμένα δωμάτια και μια εκκλησία. Είναι προφανές ότι τα οκτώ ερειπωμένα δωμάτια υποδηλώνουν την ύπαρξη μιας κατεστραμμένης οικίας. Για την εκκλησία, ωστόσο, δεν υπάρχει καμία ένδειξη. Να υποθέσουμε ότι είχε καταστραφεί; Είναι το πιο πιθανό, εφόσον και αυτή πωλείται μαζί με τα ερειπωμένα δωμάτια ως οικόπεδο και όχι ως κτίσμα.
Οι συνοικίες παραπλεύρως των τειχών, ιδιαίτερα της Ak Tabya (προπύργιο Αγίου Δημητρίου) στην ανατολική πλευρά του οχυρωματικού περιβόλου, όπου έγινε η τελική μεγάλη επίθεση, αν και είχαν καταστραφεί σχεδόν ολοσχερώς από τις επιθέσεις του οθωμανικού πυροβολικού, κατοικήθηκαν ξανά σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα. Με την εγκατάσταση τωνΤούρκων και την ανακατάταξη του πληθυσμού η σύνθεση των συνοικιών άλλαξε ριζικά. Ο αριθμός τους μεταβλήθηκε και από τις 71 χριστιανικές συνοικίες που υπήρχαν επί ενετοκρατίας έμειναν μόνο 55, από τις οποίες οι 23 μετονομάστηκαν με τουρκικά ονόματα, αν και αρκετές, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, διατήρησαν παράλληλα με την τουρκική και την χριστιανική τους ονομασία. Τέτοιες συνοικίες ήταν: α) της Κεράς Ψυχοσώστρας, στην περιοχή της σημερινής Πλατείας Δασκαλογιάννη, που καταγράφεται και ως Topcu Basi β) της Κεράς Παναγιάς, στην νότια πλευρά των τειχών κοντά στην Καινούργια Πόρτα, που αναφέρεται και ως Sofu Mehmed Pasa και γ) του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, στην παράκτια ζώνη του κόλπου του Δερματά, που ονομάζεται και Balta Ahmed Aga. Ο αριθμός των συνοικιών τον επόμενο αιώνα θα συρρικνωθεί πολλύ περισσότερο. Στο πρώτο μισό του 19ου αι. δεν ξεπερνούν τις είκοσι και από αυτές μόνο μία, αυτή της Αγίας Αικατερίνης θα διατηρήσει τη χριστιανική της ονομασία. Οι υπόλοιπες, καθώς φαίνεται, ενσωματώθηκαν στις τουρκικές.
Οσο αφορά την χωροθεσία των συνοικιών του Χάνδακα, διαπιστώνεται ότι κάθε συνοικία προσδιορίζεται από τη θέση του θρησκευτικού της κέντρου. Οι εκκλησίες, εκτός από αυτή του Αγίου Ματθαίου των σιναϊτών και του Αγίου Γεωργίου του Δωριανού, παρόλο που την περίοδο αυτή δεν λειτουργούν ως θρησκευτικά κέντρα, εξακολουθούν, ωστόσο, να αποτελούν το "τοπογραφικό" κέντρο των χριστιανικών συνοικιών. Παράδειγμα αποτελεί η συνοικία που είχε αναπτυχθεί ήδη από την εποχή της ενετοκρατίας γύρω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, του επονομαζόμενου, Galigeri, η οποία καταγράφεται σε έγγραφο του 1670 λαναθασμένα από τον τούρκο γραφέα ως "Αγρού". Η θέση τη συνοικίας αυτής είχε τοποθετηθεί από το Σταυρινίδη στη νότια πλευρά της πόλης δίπλα στα τείχη, καθώς ταύτισε την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, του "Αγρού" με αυτή του Αγίου Νικολάου του Σγουρού. Ωστόσο, κατόπιν διασταυρώσεως των πληροφοριών των εγγράφων, που αφορούν τους ιδιοκτήτες των ακινήτων της περιοχής αυτής, διαπιστώθηκε ότι αυτή βρισκόταν κοντά στην είσοδο του Su Kulesi και όχι στη νότια πλευρά της πόλης, όπως υπέθεσε ο Σταυρινίδης. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ένας από τους κατοίκους της συνοικίας ήταν ο αρχιμουεζίνης (muezzin basi) του τζαμιού του Kaplan Mustafa Pasa το οποίο βρισκόταν στο θαλάσσιο φρούριο, κοντά στη συνοικία του Αγίου Νικολάου. Ο αρχιμουεζίνης θα πρέπει ενδεχομένος να έμενε κάπου κοντά στο τζαμί καιόχι σε μια συνοικία, η οποία βρισκόταν σε σχέση με το τζαμί στην εκ διαμέτρου αντίθετη πλευρά της πόλης. Στην αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να διανύει την απόσταση αυτή πέντε φορές τη μέρα για να καλεί, όπως όφειλε, τους πιστούς σε προσευχή. Κάτι τέτοιο, όμως, θεωρείται αδύνατο.
Η σύνθεση του πληθυσμού στις συνοικίες κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας εμφανίζεται μικτή. Στον Χάνδακα δεν εφαρμόστηκε αυστηρός διαχωρισμός των θρησκευτικών ομάδων. Μουσουλμάνοι, χριστιανοί, αρμένιοι και εβραίοι έχουν τη δυνατότητα να κατοικούν μαζί στις ίδιες συνοικίες.
Ωστόσο, από τα πρώτα κιόλας χρόνια, παρατηρείται μια συγκέντρωση του εβραϊκού και αρμενικού πληθυσμού, η οποία σταδιακά θα οδηγήσει στην οριοθέτηση της εβραϊκής και της αρμενικής συνοικίας, όπου θα εξακολουθήσουν, εντούτοις, να κατοικούν και μουσουλμάνοι.
Οι Εβραίοι, πριν ακόμα κατακτηθεί ο Χάνδακας από τους Τούρκους, έμεναν σε μια περιοχή κοντά στα παραθαλάσσια τείχη. Στα ιεροδικαστικά έγγραφα που εξετάστηκαν διαπιστώθηκε ότι στη συνοικία του Χριστού του Σκουλούδη, η οποία εκτεινόταν στην παράκτια ζώνη του όρμου Δερματά κοντά στο λιμάνι, οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν Εβραίοι. Λαμβάνοντας υπόψη το στοιχείο αυτό, καθώς και το γεγονός ότι σε καμία άλλη συνοικία δεν καταγράφονται τόσοι Εβραίοι, πιστεύω ότι πρόκειται για τη συνοικία των Εβραίων, η οποία από το 1671 και έπειτα καταγράφεται μόνο ως Εβραϊκή.
Κάτι ανάλογο συνέηβηκε και με την αρμενική συνοικία, του Αγίου Γεωργίου του Δωριανού, που αναπτύχθηκε αρχικά γύρω από την ομώνυμη εκκλησία. Ο επί ενετοκρατίας ορθόδοξος ναός του Αγίου Γεωργίου μετά την άλωση αγοράστηκε από τον αρμένιο τροφοδότη του τουρκικού στρατού Habro και δωρήθηκε στην αρμενική κοινότητα. Ηταν, επομένως, φυσικό οι Αρμένιοι κάτοικοι της πόλης να συγκεντρωθούν στην περιοχή αυτή, όπου βρισκόταν και το θρησκευτικό τους κέντρο. Η συνοικία του Αγίου Γεωργίου, ωστόσο, μετά το 1671 ενσωματώθηκε στη διπλανή μουσουλμανική συνοικία του Recep Aga, που εκτεινόταν στην περιοχή γύρω από το σημερινό "Καμαράκι", και άλλαξε σε τέτοιο βαθμό την πληθυσμιακή σύνθεση της τουρκικής αυτής συνοικίας, ώστε στα ιεροδικαστικά έγγραφα του 19ου αι. να χαρακτηρίζεται και ως συνοικία των Αρμενίων (Ermeni mahallesi). Σήμερα η εκκλησία τουΑγίου Γεωργίου του Δωριανού, που βρίσκεται στην οδό Λήμνου, παραμένει αρμενική και τιμάται στο όνομα του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.
Πολλά είναι ακόμα τα στοιχεία που θα έπρεπε να αναφερθούν προκειμένου να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα της πόλης του Ηρακλείου κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Τα τουρκικά έγγραφα περιέχουν πολλές ακόμα πολύτιμες πληροφορίες, για διάφορα οικονομικά, κοινωνικά και διοικητικά ζητήματα, όπως το διοικητικό και φορολογικό σύστημα, το εμπόριο και οι αγροτικές ασχολίες, η θέση των ραγιάδων, οι θρησκευτικές διαμάχες, οι επαναστάσεις, οι εξισλαμισμοί και πλήθος άλλων, που θα διαφωτίσουν ποικίλες πλευρές της ιστορικής πορείας της πόλης και του νησιού γενικότερα. Τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο επιπλέον έρευνας και μελέτης από τους σύγχρονους ιστορικούς.


© Copyright "ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ"

1on.gif (2742 bytes)