«Με εγκατέστησαν κοινοβουλευτικόν δικτάτορα»

ΗΛΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Δύο χρονολογίες ­ το 1910 και το 1936 ­ σηματοδοτούν τα χρονικά όρια της βενιζελικής παρουσίας στην ελληνική εκλογική ιστορία: από την πρώτη δηλαδή εκλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου στην ελληνική Βουλή, τον Αύγουστο του 1910, μέχρι τον θάνατό του, τον Μάρτιο του 1936. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιήθηκαν συνολικά 13 αναμετρήσεις για εκλογή Βουλής, 2 γερουσιαστικές εκλογές και 3 δημοψηφίσματα για τον θεσμό της Μοναρχίας. Ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν πήρε βέβαια μέρος και στις 13 βουλευτικές εκλογές αυτής της περιόδου. Απουσίαζε, όχι μόνον από τις δύο εκλογές στις οποίες η παράταξή του προτίμησε την αποχή ­ τον Δεκέμβριο του 1915 και τον Ιούνιο του 1935 ­ αλλά ακόμη δύο φορές, το 1926 και το 1936. Επίσης, δύο άλλες φορές (τον Αύγουστο του 1910 και τον Δεκέμβριο του 1923) εξελέγη χωρίς να πάρει ο ίδιος μέρος στην προεκλογική εκστρατεία. Η πολιτική παρουσία τού Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν όμως πάντα αισθητή, ακόμη και όταν συνοδευόταν από την εκλογική του απουσία, και γι' αυτό όλη αυτή η περίοδος της ελληνικής εκλογικής ιστορίας, σφραγίζεται από το όνομα του Βενιζέλου.

Η πρώτη εκλογή του Ελ. Βενιζέλου στην ελληνική Βουλή πραγματοποιήθηκε στις 8 Αυγούστου 1910, στις εκλογές για την Α' Αναθεωρητική Βουλή. Το κυριότερο χαρακτηριστικό των εκλογών αυτών ήταν η παρουσία πολλών ανεξάρτητων υποψηφίων («οπαδών της Αλλαγής»), οι οποίοι κατόρθωσαν να κερδίσουν 122 έδρες (σε σύνολο 362), παρ' όλο που είχαν να αντιμετωπίσουν τους κοινούς συνδυασμούς τους οποίους είχαν σχηματίσει, τα μέχρι πριν από λίγο καιρό αντίπαλα παραδοσιακά κόμματα (θεοτοκικό, ραλλικό, ζαϊμικό κ.ά.). Η επιτυχία τόσο μεγάλου αριθμού ανεξαρτήτων και ιδιαίτερα η δημοψηφισματική εκλογή ορισμένων από αυτούς θεωρήθηκε ως λαϊκή επικύρωση του (άμορφου έως τότε) Ανορθωτικού Κινήματος.

Ο Ελ. Βενιζέλος εξελέγη πρώτος βουλευτής Αττικοβοιωτίας συγκεντρώνοντας 32.256 θετικές ψήφους (σφαιρίδια) σε σύνολο 38.800 ψηφισάντων (δηλαδή 83,1%). «Μια επανάστασις συνετελέσθη, όχι του στρατού πλέον, αλλά του λαού. Του κυριάρχου. Επανάστασις ειρηνική» έγραφε η «Πατρίς» στις 10.8.1910 και συμπλήρωνε εμφατικά: «Ο Βενιζέλος είναι σύμβολον, είναι μια ιδέα. Ο Αντικομματισμός είναι η ελπίς της Αναγεννήσεως».

Μετά τη θριαμβευτική εκλογή του ο Ελ. Βενιζέλος επέστρεψε στην Ελλάδα και ο Γεώργιος Α' του ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης. Όμως, παρά την υπερψήφιση της κυβέρνησής του από τη Βουλή, ο Ελ. Βενιζέλος ζήτησε τη διάλυσή της και έτσι, στις 28 Νοεμβρίου 1910, πραγματοποιήθηκαν νέες εκλογές για τη Β' Αναθεωρητική. Τα παλαιά κόμματα, θεωρώντας αντισυνταγματική τη διάλυση της Α' Αναθεωρητικής (στην οποία διέθεταν την πλειοψηφία), αποφάσισαν να απόσχουν από τις εκλογές. Έτσι, το νεοπαγές κόμμα Φιλελευθέρων, που ιδρύθηκε στις 22 Αυγούστου 1910, έχοντας να αντιμετωπίσει μόνον ανεξάρτητους συνδυασμούς, κατέλαβε τις 307 από τις 362 έδρες.

Η Β' Αναθεωρητική Βουλή λειτούργησε εντατικά επί έναν χρόνο, ολοκληρώνοντας την Αναθεώρηση του Συντάγματος και ψηφίζοντας ορισμένους βασικούς νόμους για τη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τα οικονομικά, τις ένοπλες δυνάμεις κ.λπ.

Ο Ελ. Βενιζέλος αποφάσισε όμως να προχωρήσει στην πρόωρη διάλυση της Βουλής, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την ανανέωση του λαϊκού χρίσματος, με συμμετοχή αυτήν τη φορά στις εκλογές και των «παλαιών κομμάτων». Οι νέες εκλογές, για ανάδειξη «απλής Βουλής» (σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1864 η Αναθεωρητική Βουλή είχε διπλάσιο αριθμό εδρών), πραγματοποιήθηκαν στις 11 Μαρτίου 1912 και αποτέλεσαν πραγματικό θρίαμβο για το Κόμμα Φιλελευθέρων. Οι βενιζελικοί πλειοψήφησαν στις 14 από τις 19 περιφέρειες, μειοψήφησαν σε τρεις (Αρκαδία, Λακωνία, Ζάκυνθος) και ισοψήφησαν σε δύο (Σπέτσες, Νέα Ψαρά). Κατέλαβαν έτσι τις 148 από τις 181 έδρες της Βουλής (146 φιλελεύθεροι και 2 κοινωνιολόγοι).

Οι τρεις εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1910-1912 επέφεραν ριζικές αλλαγές και ανακατατάξεις στη δομή του κομματικού συστήματος, οριοθετώντας τη μετάβαση από την «Ολιγαρχική» στη «Μεταολιγαρχική» πολιτική, σύμφωνα με την ορολογία του Ν. Μουζέλη (δημιουργία συγκροτημένου κομματικού μηχανισμού, ανανέωση πολιτικού προσωπικού κ.ά.). Ταυτόχρονα όμως η μετάβαση αυτή συνοδεύτηκε και από μια έντονη και παρατεταμένη κρίση νομιμοποίησης, απαρχή της οποίας μπορεί να θεωρηθεί η αποχή των «παλαιών κομμάτων» τον Νοέμβριο του 1910, φαινόμενο που δεν είχε, μέχρι τότε, ποτέ παρουσιαστεί στα προηγούμενα 65 χρόνια εκλογικής ιστορίας του ελληνικού Βασιλείου.

Οι νίκες της Ελλάδας στους Βαλκανικούς Πολέμους, που οδήγησαν στον διπλασιασμό του ελληνικού κράτους, δεν επέτρεψαν στην κρίση αυτή να προσλάβει αμέσως έκδηλη μορφή. Στην εκρηκτική όμως συγκυρία του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και με κρίσιμο διακύβευμα τη συνέχιση της διαδικασίας εθνικής ολοκλήρωσης, η λανθάνουσα κρίση μετατράπηκε σε εθνικό διχασμό. Η διαφωνία του Ελ. Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον Φεβρουάριο του 1915, οδήγησε στη διενέργεια νέων εκλογών, στις 31 Μαΐου 1915, από τις οποίες νικητής αναδείχτηκε και πάλι το Κόμμα Φιλελευθέρων, κερδίζοντας 186 από τις 316 συνολικά έδρες (στις οποίες θα πρέπει να προστεθούν και 6 ανεξάρτητοι βενιζελικοί).

Επίσκεψη του Βενιζέλου στο Κάστρο Λήμνου 12 Μαΐου 1934

Οι βενιζελικοί απέσπασαν όλες τις έδρες στην Ήπειρο, την Κρήτη και το Ανατολικό Αιγαίο (58 συνολικά) και διατήρησαν στο ακέραιο τη δύναμή τους στην Παλαιά Ελλάδα, κερδίζοντας 128 από τις 184 έδρες. Το Κόμμα Φιλελευθέρων ηττήθηκε όμως κατά κράτος στη Μακεδονία, όπου περιορίστηκε σε 5 μόνο έδρες (και 1 ανεξάρτητο βενιζελικό), ενώ οι αντιβενιζελικοί κέρδισαν 66 και οι σοσιαλιστές της Φεντερασιόν, που συνεργάσθηκαν μαζί τους στη Θεσσαλονίκη, άλλες 2.

Η μαζική παρουσία εθνικοθρησκευτικών μειονοτήτων στη Μακεδονία (κυρίως μουσουλμάνων) έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την επικράτηση των αντιβενιζελικών. Αποκλειστικός εκφραστής της αντιβενιζελικής συμμαχίας στη Μακεδονία ήταν το κόμμα των «Εθνικοφρόνων», που είχε ιδρύσει, τον Ιανουάριο του 1915 ο Δ. Γούναρης, εισάγοντας στο πολιτικό λεξιλόγιο έναν νεολογισμό που θα γίνει αργότερα (θλιβερά) διάσημος και θα διαμορφώσει την κυρίαρχη ιδεολογία από το 1945 μέχρι το 1974. Ήταν η πρώτη φορά που ένα πολιτικό κόμμα, μετονομάζοντας τη βασιλοφροσύνη σε εθνικοφροσύνη, επιχειρούσε έμμεσα να αμφισβητήσει το εθνικό φρόνημα των αντιπάλων του, «μια επικίνδυνος πρόκλησις προς την νοημοσύνην του ελληνικού λαού», όπως σημείωνε, ήδη από τότε, η «Νέα Ημέρα» (7/1/1915). Και η ειρωνεία της εκλογικής πραγματικότητας ήταν ότι προνομιούχο ακροατήριο των πρώτων εθνικοφρόνων αναδείχτηκαν οι εθνικοθρησκευτικές μειονότητες της Μακεδονίας.

Η επικράτηση του Κόμματος των Φιλελευθέρων στις εκλογές δεν τερμάτισε πάντως την πολιτική κρίση. Τον Σεπτέμβριο του 1915 ο Κωνσταντίνος διαφώνησε και πάλι με τον Ελ. Βενιζέλο, εξαναγκάζοντάς τον, για δεύτερη φορά, σε παραίτηση. Τον επόμενο μήνα διαλύθηκε και η Βουλή, χωρίς να προλάβει να συμπληρώσει ούτε τέσσερις μήνες ζωής. Από τις νέες εκλογές, που πραγματοποιήθηκαν στις 6 Δεκεμβρίου 1915 οι βενιζελικοί αποφάσισαν να απόσχουν και με την επιλογή αυτή συντάχθηκε περίπου το μισό εκλογικό σώμα (ψήφισαν μόνο 334.945, ενώ τον Μάιο είχαν ψηφίσει 686.990).

Αλλά και η μονόπλευρη Βουλή που εξελέγη τον Δεκέμβριο του 1915 δεν κατόρθωσε να επιζήσει περισσότερο από έξι μήνες. Καταργήθηκε τον Ιούνιο του 1916, και έναν χρόνο αργότερα, όταν ο Κωνσταντίνος αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την Ελλάδα, συγκλήθηκε και άρχισε να λειτουργεί και πάλι η Βουλή που είχε εκλεγεί στις 31 Μαΐου 1915 («Βουλή των Λαζάρων»). Η Βουλή αυτή διατηρήθηκε στη ζωή μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1920, για να καλύψει τη συμμετοχή της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Και όταν ο Ελ. Βενιζέλος πέτυχε να υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών, αποφάσισε να προχωρήσει στη διεξαγωγή νέων εκλογών, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν την 1η Νοεμβρίου 1920.

Στις εκλογές αυτές ο Ελ. Βενιζέλος γνώρισε την πρώτη και κρισιμότερη εκλογική του ήττα, λόγω της σημαντικής μεταστροφής του εκλογικού σώματος, κυρίως στην Παλαιά Ελλάδα. Το Κόμμα Φιλελευθέρων απέσπασε όλες σχεδόν τις έδρες στην Ήπειρο, την Κρήτη και το Ανατολικό Αιγαίο (όπως και τον Μάιο του 1915) καθώς και στην, πρόσφατα απελευθερωμένη, Θράκη (όπου οι αντιβενιζελικοί διέθεταν ισχνή ή μηδενική παρουσία). Ηττήθηκε όμως στη Μακεδονία (όπως και το 1915) και κυρίως καταποντίστηκε στην Παλαιά Ελλάδα, όπου περιορίστηκε σε 6 μόνο έδρες (σε σύνολο 184). Ο Αλ. Παπαναστασίου υποστηρίζει ότι, σε αριθμό ψήφων στο σύνολο της χώρας, οι φιλελεύθεροι διέθεταν ένα ελαφρύ προβάδισμα. Όμως, ακόμη και με τους υπολογισμούς του, στην Παλαιά Ελλάδα οι βενιζελικοί συγκέντρωσαν μόλις το 40% των ψήφων, ενώ το 1915 η επιρροή τους προσέγγιζε το 55%.

Η μεταστροφή της Παλαιάς Ελλάδας, που καταγράφηκε στις εκλογές του 1920 και η μετατροπή της σε προνομιούχο εκλογικό ακροατήριο του αντιβενιζελισμού, θα διατηρηθεί για πολλές δεκαετίες, συνιστώντας την κυριότερη σταθερά τής εκλογικής γεωγραφίας μέχρι τη δεκαετία του '50. Όμως η Ελλάδα που θα διαμορφωθεί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή θα είναι μια χώρα ριζικά διαφορετική από αυτήν του 1920, όχι μόνον πληθυσμικά αλλά και πολιτικά.

Η μικρασιατική χρεοκοπία του αντιβενιζελισμού και η μαζική εγκατάσταση των προσφύγων (οι οποίοι ταυτίστηκαν αρχικά με τον βενιζελισμό σε ποσοστό που ξεπερνούσε το 90%), ανέδειξαν τη βενιζελική παράταξη σε κυρίαρχο της πολιτικής ζωής επί μία δεκαετία. Κορυφαία στιγμή αυτής της κυριαρχίας ήταν η επιστροφή του Ελ. Βενιζέλου στην ενεργό πολιτική και η σαρωτική του νίκη στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928. Στις εκλογές αυτές η βενιζελική παράταξη, συσπειρωμένη γύρω από το πρόσωπο του Ελ. Βενιζέλου, ξεπέρασε το 60% των ψήφων (περιορίζοντας τους αντιβενιζελικούς στο 32%-33%) και κέρδισε τις 226 από τις 250 έδρες της Βουλής. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εκλογική νίκη που έχει σημειωθεί στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία.

Η υπεροχή της βενιζελικής παράταξης στις Νέες Χώρες ήταν πλέον γενικευμένη και συνολικά η πλειοψηφία της υπερέβη το 70%. Στην Ήπειρο, την Κρήτη και τη Θράκη τα ποσοστά της ξεπέρασαν το 80%, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου προσέγγισαν το 75%, ενώ και η Μακεδονία (με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την εγκατάσταση των προσφύγων) είχε μετατραπεί επίσης σε βενιζελικό προπύργιο (65%).

Η βενιζελική παράταξη επικράτησε επίσης με εντυπωσιακά ποσοστά στην Αθήνα και τον Πειραιά (συνολικά 63%). Η παρουσία των προσφύγων, στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, διεύρυνε βέβαια τις διαστάσεις αυτής της νίκης. Π.χ., στα 20 αμιγώς προσφυγικά τμήματα της Αθήνας και του Πειραιά (με 11.910 έγκυρα), οι Φιλελεύθεροι συγκέντρωσαν 97,9% (!). Εξασφάλισαν όμως επίσης μία άνετη πλειοψηφία και μεταξύ των γηγενών, ακόμη και στις πιο παραδοσιακά αντιβενιζελικές συνοικίες (με ελάχιστες εξαιρέσεις). Εκεί όμως όπου το 1928 είχε την έννοια της επανόρθωσης για το 1920 ήταν στην υπόλοιπη Παλαιά Ελλάδα. Τα αντιβενιζελικά κόμματα, που είχαν διατηρήσει, και το 1926, το 58,6% των ψήφων, συρρικνώθηκαν στο 42,4% και η βενιζελική παράταξη, ξεπερνώντας ως σύνολο το 51%, ξαναβρήκε την απήχηση που είχε μέχρι το 1915.

Η κατάπληξη που προκάλεσε το εκλογικό αποτέλεσμα στον Ελ. Βενιζέλο αποτυπώνεται εύγλωττα στο γράμμα που έστειλε, δύο ημέρες μετά, στη γυναίκα του. «Μολονότι όλαι αι προβλέψεις ήσαν ότι πηγαίνομεν προς μιαν μεγάλην δημοκρατικήν νίκην, εγώ, μετά τα απροσδόκητα αποτελέσματα των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920, ήμουν πολύ επιφυλακτικός. Δι' αυτό και το μεσονύκτιον της Κυριακής (...) σου έλεγα ότι περιμένω να κερδίσω 140 έως 180 έδρας επί συνόλου 250. Το πρωί της Δευτέρας σου ετηλεγράφησα ότι περιμένω να κερδίσω περί τας 180, το μεσημέρι περί τας 200 και το απόγευμα περί τας 220 (...). Πραγματικώς η νίκη αυτή είναι απαραδειγμάτιστος διά το μέγεθός της (...). Ουσιαστικώς ο ελληνικός λαός με εγκατέστηκε κοινοβουλευτικόν δικτάτορα».

Το 1928 ήταν όμως το απώγειο της εκλογικής επιρροής του βενιζελισμού. Πέντε χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1933, ο Ελ. Βενιζέλος θα υποστεί (έστω και με οριακή διαφορά) τη δεύτερη εκλογική του ήττα και η βενιζελική παράταξη, μετά τον θάνατό του, θα γνωρίσει την πολυδιάσπαση, μέσα στις εμφύλιες συγκρούσεις της δεκαετίας του '40.

ΤΑ ΝΕΑ , 17-03-2001 , Σελ.: R18
Κωδικός άρθρου: A16995R181 

1on.gif (2742 bytes)