mesog-sm.gif (656 bytes)

Θέματα & Αφιερώματα

24/1/2001

“Γεώργιον Χορτάκιον έκραζαν τ’ όνομά του...”
Toυ Στέφανου Κακλαμάνη
Αναπλ. Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

“...η ‘Ερωφίλη’ είναι μια από τις λίγες στέρεες γέφυρες ανάμεσα στον γραπτό και τον προφορικό πολιτισμό στη σύγχρονη Ελλάδα (...), ουσιώδες τμήμα της πολιτισμικής παράδοσης της σύγχρονης Ελλάδας”.

    Οταν τέσσερις αιώνες πριν, τέλη 16ου - αρχές 17ου αιώνα, ο Ρεθύμνιος ποιητής Γεώργιος Χορτάτσης, στην ακμή της δημιουργικότητάς του, έγραφε την “Ερωφίλη”, την “Πανώρια” και τον “Κατσούρμπο” η πνευματική και η καλλιτεχνική αναγέννηση στη βενετοκρατούμενη Κρήτη βρισκόταν στο ζενίθ της δικής της ακμής.
    “Ποτέ δεν γεννιέται μια λογοτεχνία μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν είναι άξιο για τη νιώσει” και να γίνει δέκτης της, παρατηρεί κάπου ο ακαδημαϊκός Στυλιανός Αλεξίου, αναφερόμενος στην κρητική αναγέννηση. Τα έργα της ακμής της κρητικής λογοτεχνίας -ανάμεσά τους εκείνα του Χορτάτση διακρίνονται κορυφαία- είχαν στην εποχή τους την αγάπη του μεγάλου κοινού αλλά και την αποδοχή των λογίων του απαιτητικού πνευματικού βενετοκρητικού περιβάλλοντος.
    Η οθωμανική κατάκτηση του Χάνδακα, το 1669, ακύρωσε ένα σπουδαίο μορφωτικό κέντρο στον ελληνικό χώρο, αλλά δεν έριξε στη λήθη τα επιτεύγματα του κρητικού πολιτισμού. Ο,τι έφεραν μαζί τους στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα οι πρόσφυγες έκανε εντονότερη την παρουσία των κρητικών παραδόσεων εκεί. Η συνάντηση του επτανησιακού πολιτισμού -πολύπλευρα σημαντικού για τη νεοελληνική πραγματικότητα- με τον πολιτισμό της αναγεννησιακής Κρήτης διαμόρφωσε τους όρους που απέτρεψαν την απώλεια και επέτρεψαν στην ποίηση του Χορτάτση να δώσει τη δική της, μοναδική, συμβολή στη διαμόρφωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αν από την ευρύτερη απήχηση του έργου του απομονώσουμε, έστω μόνο, τη συναρπαστική περιπέτεια της επιβίωσης της Ερωφίλης σε πλήθος λαϊκές διασκευές στα Επτάνησα, στην κρητική παραλογή, στο λαϊκό θέατρο της δυτικής και της κεντρικής Ελλάδας, θα καταλάβουμε γιατί ο Κωστής Παλαμάς αποκάλεσε τον Χορτάτση “πατέρα του νεοελληνικού θεάτρου”.
    Τα κείμενα του αφιερώματος στον Γεώργιο Χορτάτση υπογράφουν διακεκριμένοι μελετητές του έργου του αλλά και της πνευματικής και καλλιτεχνικής αναγέννησης στην Κρήτη της βενετοκρατίας.
    Ο Μαρίνος Τζάνες Μπουνιάλης στη “Φιλονικία του Χάνδακος και Ρεθέμνου” (1681) συγκαταλέγει και τον Γεώργιο Χορτάτση μεταξύ των εκλεκτών συμπατριωτών του που λάμπρυναν το Ρέθυμνο στα χρόνια της ελευθερίας και απαριθμεί τρία έμμετρα έργα του, όσα γνωρίζουμε και εμείς σήμερα: την ποιμενική κωμωδία “Πανώρια” (ή “Γύπαρης”), την κωμωδία “Κατσάραπος” (ή “Κατσούρμπος”) και την τραγωδία “Ερωφίλη”.
Ενα παιδί μου παλαιόν οπού ’θελα γεννήσει,
κ’ εκείνο με πολλήν τιμήν ήθελε με στολίσει,
Γεώργιον Χορτάκιον έκραζαν τ’ όνομά του
κ’ οι στίχοι του φημίζουνται και τα ποιήματά του,
κ’ έκαμε την Πανώριαν του με ζαχαρένια χείλη
μαζί με τον Κατσάραπον, την άξιαν Ερωφίλη.
    Ο ποιητής Γεώργιος (Τζώρτζης) Χορτάτσης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στα μέσα του 16ου αιώνα και πέθανε μετά το 1605. Η οικογένειά του, που ανήγε την καταγωγή της στην παλαιά βυζαντινή αριστοκρατία της Κρήτης (“Τζώρτζη να πεις πως λέσινε, Χορτάτση τη γενιά μου”), ανήκε στην αστική τάξη και ήταν εύπορη, γεγονός που επέτρεψε στον νεαρό βλαστό της να αποκτήσει σημαντική για την εποχή του μόρφωση. Η παιδεία του ήταν δυτική-ιταλική παρά (αρχαιο)ελληνική, όπως προκύπτει αβίαστα από τη μελέτη των δραματικών έργων του. Ωστόσο, δεν είναι εξακριβωμένο αν σπούδασε στην Ιταλία καθώς τόσοι άλλοι συνομήλικοί του Κρητικοί (Πηγάς, Μαργούνιος, Λούκαρις κ.ά.), αλλά ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν πρέπει να αποκλειστεί. Αν νεότερα στοιχεία ενισχύσουν την υπόθεση αυτή, τότε το πιθανότερο είναι ο Χορτάτσης να φοίτησε μεταξύ 1565 και 1575 στη Φερράρα, γιατί τα έργα του προϋποθέτουν εξοικείωση με τη θεατρική πράξη και άριστη γνώση της ποιητικής τέχνης και της παραγωγής δημιουργών όπως του G.B. Giraldi, του L. Groto, του T. Tasso, του G.B. Guarini κ.ά., που έζησαν και έδρασαν στην εκλεπτυσμένη αυλή των Estensi, και όχι στον αυστηρό πανεπιστημιακό χώρο της Πάδοβας.
Η ταυτότητα του ποιητή
    Αν και φημισμένος και καταξιωμένος στην εποχή του [“οπού εστάθη εις τούτο το γένος ο κορυφαίος των ποιητών” Γραδενίγος (1676)^ “οι στίχοι του φημίζονται και τα ποιήματά του” Μπουνιαλής], στις μέρες μας δεν σώζονται αξιόπιστες πληροφορίες για τον ίδιον και για την οικογένειά του, όπως λ.χ. το πατρώνυμο, στοιχείο που θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύτιμο στην ταύτιση του ποιητή με κάποιον από τους πολλούς ομώνυμούς του που μαρτυρούνται στα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα της εποχής. Η ταύτιση του ποιητή με τον αστό Γεώργιο Χορτάτση του Ιωάννη και με τον ομώνυμο γραμματικό του Ματθαίου Καλλέργη (1523-1571) σκοντάφτει στην αδιαμφισβήτητη μαρτυρία των αρχειακών πηγών: ο γραμματικός Γεώργιος Χοράτσης γεννήθηκε στον Χάνδακα, ήταν γιος του Ευδοκίμου και πέθανε λίγο μετά το 1577^ για τον Γεώργιο Χορτάτση του Ιωάννη διαθέτουμε περισσότερες πληροφορίες που φωτίζουν διάφορες πτυχές της ζωής του, αλλά καμιά που να τον συνδέει με τον ποιητή και τον κόσμο του. Εφ’ όσον ο ποιητής του “Φορτουνάτου” Μαρκαντώνιος Φόσκολος (1595-1660) και ο “κριτικός” εκδότης της Ερωφίλης (1676) αββάς Αμβρόσιος Γραδενίγιος -Κρητικοί που ήταν σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα από εμάς τα λογοτεχνικά πράγματα του καιρού τους- αποκαλούν τον ποιητή “Ευγενή αφέντη” και “ευγενέστατο”, δεν αποκλείεται αυτός να απέκτησε την κρητική ευγένεια, άγνωστο πότε -αλλά οπωσδήποτε μετά το 1582- και σε αντάλλαγμα ποιων σημαντικών υπηρεσιών προς το Βενετικό κράτος. Πάντως, δεν είναι χωρίς σημασία ότι στον “Κατάλογο” (1644) του Antonio Triv(is)an καταγράφονται Χορτάτσηδες του Ρεθύμνου κάτοχοι της κρητικής ευγένειας. Η ύστερη (1726) πληροφορία του Νικόλαου Κομνηνού Παπαδόπουλου για τον συγγενικό δεσμό του ποιητή με τον γιατρό Γεώργιο Χορτάτση (1658) και με τον μητροπολίτη Φιλαδελφείας Μελέτιο Χορτάτση (1677), η οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύτιμη στην ανίχνευση του πατρωνύμου του ποιητή, δεν είναι ασφαλής.
    Ο Χορτάτσης έζησε για κάμποσο χρόνο στον Χάνδακα. Στον “Κατσούρμπο” αναφέρονται τοπωνύμια, εκκλησίες και λαϊκές γειτονιές της πόλης αυτής, όπου ξετυλίγεται η υπόθεση (Ε93). Εκεί, το 1581 ή λίγο αργότερα, έγραψε την κωμωδία με πρότυπα ιταλικές της λεγόμενης λόγιας κωμωδίας (commedia erudita). Tην ίδια εποχή πρέπει να τεθεί και η γνωριμία του με τον Βενετοκρητικό ευγενή Μαρκαντώνιο Βιάρο (1540-1605), σημαντικό παράγοντα της δημόσιας ζωής των Χανίων και προστάτη των γραμμάτων, γνώριμο του Πηγά, του Φουρλάνου και άλλων Κρητικών λογίων της εποχής. Χάρη στο κύρος και την πολιτική επιρροή του Βιάρου, ο Χορτάτσης ρύθμισε μια δύσκολη υπόθεσή του στο Ρέθυμνο, όπου οι δυο άνδρες συναντήθηκαν, άγνωστο πότε ακριβώς και κάτω από ποιες συνθήκες. Ο Χορτάτσης θα αναφερθεί στην υπόθεση εκείνη αργότερα:
σ’ τσι χάρες λίγη αντίμεψη οπ’
έχω γνωρισμένα
απού το σπλάγνος το πολύ κι
άμετρη καλοσύνη
της αφεντιάς του τσ’ άξιας εις
την φοράν εκείνη
οπού ΄τον εις το Ρέθυμνος
Το κοινωνικό
περιβάλλον
    Στο γνώριμο κοινωνικό περιβάλλον του ποητή ανήκε και ο Κρητικός ευγενής, “ρήτορας” (δικηγόρος), σπουδαγμένος στην Πάδοβα (πτυχ. 1581), Ιωάννης Μούρμουρης, από τα Χανιά, γιος του Εμμανουήλ, εξαίρετου στρατιωτικού στην υπηρεσία της Γαληνοτάτης. Στους δυο αυτούς διακειριμένους άνδρες, τον Βιάρο και τον Μούρμουρη, ο Χορτάτσης αφιέρωσε παραστάσεις της “Πανώριας” κα της “Ερωφίλης” στα Χανιά, τις οποίες εκείνοι θα χρηματοδοτήσουν (Αφιέρωση, στ. 41-44).
    Ο Χορτάτσης έγραψε την “Ερωφίλη” λίγο μετά το 1595, γιατί στον Πρόλογο, διά στόματος του Χάρου, υπαινίσσεται τη φοβερή επιδημία πανούκλας που έπληξε την Κρήτη στα χρόνια 1592-1595. Τα χρονικά όρια σύνθεσης της “Πανώριας” είναι μεγαλύτερα, γράφτηκε μετά το 1585 (α΄ εκδ. του πιθανού ιταλικού προτύπου της “La Calisto” του Groto), και ως το 1605, οπότε μαρτυρείται για τελευταία φορά ζωντανός ο Βιάρος. Η χρονολόγηση της “Πανώριας” μέσα στην τελευταία δεκαετία του 16ου αιώνα ίσως να μην είναι μακριά από την αλήθεια. Μετά το 1595 (1601) ξαναπαίχτηκε και ο “Κατσούρμπος”, σύμφωνα με κάποιες επίκαιρου περιεχομένου προσθήκες στο κείμενο (Β1) της κωμωδίας. Ολες αυτές οι ενδείξεις φανερώνουν ότι στη δεκατία του 1590 ο Χορτάτσης επιβάλλεται στη θεατρική ζωή του νησιού ως προικισμένος συγγραφέας και θεατράνθρωπος.
    Η συμμετοχή του Χορτάτση στην Ακαδημία των Stavaganti του Χάνδακα, στον κύκλο των Κρητικών λογίων που θεράπευαν τις Μούσες και τα γράμματα και μετακένωναν την πνευματική ατμόσφαιρα της Ιταλίας στον τόπο τους, πρέπει να θεωρηθεί πιθανή, ίσως μάλιστα ο Χορτάτσης να παρουσίασε τα έργα του ενώπιον των μελών της Ακαδημίας^ γιατί αυτά προϋποθέτουν καλλιεργημένο κοινό για να παρακολουθήσει με άνεση τα επί σκηνής δρώμενα. Ασφαλώς και ο ποιητικός λόγος του Χορτάτση γοήτευε το κοινό του, το οποίο διψούσε για κάτι διαφορετικό από τον τυποποιημένο ακαδημαϊκό λόγο του ιταλικού δράματος, που ανακυκλωνόταν διαρκώς στη μνήμη του από την πρόσφατη θεατρική εμπειρία του στην Ιταλία και από την ανάγνωση των έντυπων έργων που κυκλοφορούσαν στην Κρήτη. Σε ένα περιβάλλον στο οποίο τα νέα θεατρικά κείμενα πρέπει να ήταν σπάνιο είδος, το θεατρικό ανέβασμα των έργων του Χορτάτση αποτελούσε μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός στην τοπική κοινωνία.
Εκφραστική ωριμότητα
    Ο Χορτάτσης γνώριζε την ιταλική λογοτεχνική και θεατρική παραγωγή της εποχής του. Στα έργα του αποδεικνύεται πολυσυλλεκτικός, γιατί αφομοιώνει εκλεκτικά τις λογοτεχνικές κατακτήσεις των σημαντικότερων Ιταλών δημιουργών του 16ου αιώνα: τα έργα των Ariosto, Giraldi, Groto, Guarini, Marzi, Piccolomini, Speroni, Tasso, Trissino κ.ά. γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας και ένταξης στα αισθητικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα του τόπου του. Οι ποιητικές κατοβολές του στον Κλασικισμό και τον Μανιερισμό δεν περιορίζονται στις κειμενικές πηγές της έμπνευσής του αλλά απλώνονται σε όλο το εύρος της ποιητικής θεωρίας και πράξης του. Η χρήση του κρητικού ιδιώματος στη σύνθεση των έργων του συνάδει προς τις επιταγές του Μανιερισμού, που συνιστούσε την καλλιέργεια των τοπικών διαλέκτων στη λογοτεχνική δημιουργία. Η εκφραστική ωριμότητα και η καθαρότητα της γλώσσας του Χορτάτση από ξένα δάνεια μας επιβάλλεται, ο ποιητής προσαρμόζει τα διάφορα επίπεδά της ανάλογα με το δραματικό είδος και το γλωσσικό πρέπον των χαρακτήρων του. Η περίπλοκη και σύνθετη συντακτική δομή των περιόδων, με την ανατροπή της φυσικής σειράς των λέξεων, τα συχνά λογοπαίγνια, οι διαδοχικές παρηχήσεις, η ρητορική οργάνωση του λόγου, το μακροπερίοδο ύφος προδίδουν το “μέχρις επιτηδεύσεως έντεχνο” ύφος του Χορτάτση, σύμφωνα με τον εύστοχο χαρακτηρισμό του ύφους του Χορτάτση από τον Στυλιανό Αλεξίου. Αλλά και η στιχουργία του συμβάλλει στην ανάδειξη ενός ύφους που όμοιό του δεν έχει να επιδείξει στη διαδρομή του χρόνου. Η συστηματική αποφυγή της χασμωδίας, ακόμα και μεταξύ των στίχων και των διστίχων, και η κατά κόρον χρήση της συνίζησης και του διασκελισμού του νοήματος προσδίδουν εξαιρετική ποικιλία στο ρυθμικό βάδισμα του στίχου και επιτρέπουν στον ποιητή να εκφράσει με χαρακτηριστική άνεση και ευθυβολία και τα πιο στοχαστικά νοήματα.
    Με την υποδειγματική καλλιέργεια της κωμωδίας, της τραγωδίας και του ποιμενικού δράματος, ο Χορτάτσης συνέβαλε αποφασιστικά στη μεταφύτευση του θεάτρου από την Ιταλία στην Κρήτη και ανανέωσε ριζικά τους τρόπους, τους στόχους και τα κριτήρια της λογεχνικής δημιουργίας στο νησί, ανοίγοντας με το πολύπτυχο έργο του το δρόμο στην αναγέννηση του Νεοελληνικού Θεάτρου.
Βιβλιογραφία
- Λίνος Πολίτης, “Η προσωπικότητα του Χορτάτση”, “Εποχές”, ιχ. 17 (Σεπτ. 1964), σ. 3-7.
- Στέφανος Κακλαμάνης, “Ερευνες για το πρόσωπο και την εποχή του Γεωργίου Χορτάτση”, Ηράκλειο Κρήτης 1993.

(Από το ένθετο της “Καθημερινής” Επτά Ημέρες)


© Copyright "ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ"

1on.gif (2742 bytes)