mesog-sm.gif (656 bytes)

Θέματα & Αφιερώματα

12/1/2001

Εικόνες καθημερινής ζωής στο Ηράκλειο του 19ου αιώνα

    Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο "Ο Μίτος της Αριάδνης. Πρόκειται για το βιβλίο στο οποίο περιέχονται όλες οι ομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στον ομώνυμο κύκλο διαλέξεων, που διοργάνωσε η δημοτική παράταξη "Ηράκλεια Πρωτοβουλία".
    Οι διαλέξεις πραγματοποιήθηκαν πριν από περίπου τρία χρόνια στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημοτικού Καταστήματος της οδού Ανδρόγεω.
    Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου και μέσα απ’ αυτό δημοσιεύουμε σήμερα την ομιλία που πραγματοποίησε την 1η Μαρτίου του 1997 ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Θεοχάρης Δετοράκης.
    Οι φωτογραφίες είναι του ανθρώπου που διέσωσε το Ηράκλειο, τουλάχιστον από άποψη εικόνας.
    Του σίγουρα εκτιμητέου και βέβαια γνωστού Μπεχαεντίν.

ΜΕΡΟΣ Α΄
Η βάπτιση, ο έρωτας, η μνηστεία, ο γάμος, ο θάνατος, οι κοινωνικές σχέσεις, ο εορτολογικός κύκλος, τα καθ' ημέραν δρώμενα και τα δρώμενα κατά τις εορτές, αλλά και τα τραγούδια, και τα παραμύθια, και οι παροιμίες, και οι γνώμες, και οι ποικίλες αντιλήψεις για τη ζωή και το θάνατο, για τον παρόντα κόσμο και τον μέλλοντα, όλα αυτά ως σκέψεις και αντιλήψεις των απλών ανθρώπων έχουν ιδιαίτερο και πολύ γοητευτικό ενδιαφέρον.
    Σήμερα στην ιστορική βιβλιογραφία τα μελετήματα αυτής της φύσεως είναι πάντοτε ευπρόσδεκτα, γιατί συμπληρώνουν με άλλο τρόπο την ιστορική εικόνα ενός τόπου σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
    Πού στηριζόμαστε για να έχουμε πληροφορίες γι’ αυτά τα θέματα, που είπαμε προηγουμένως, για την πόλη του Ηρακλείου;
    Η βασικότερη πηγή μας είναι ένα βιβλίο πολύ περίεργο και ακόμη προβληματικό, που ονομάζεται: "Χωρογραφία της Κρήτης". Αυτό το βιβλίο φαίνεται ότι ήταν έργο κάποιου πράκτορα μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης, πιθανότατα της Ρωσίας, συντάχθηκε γαλλιστί, μεταφράστηκε στο Βουκουρέστι στα ελληνικά, σε μια γλώσσα που θυμίζει Κοραή, και το χειρόγραφο της ελληνικής μετάφρασης βρέθηκε στη νήσο Ίο το 1818 από τον Ζαχαρία Πρακτικτίδη, τον γνωστό Κρητικό ιερωμένο, λόγιο, επαναστάτη και πολιτευτή των πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης, από τους Μουχτάρους Πεδιάδας καταγόμενο, ο οποίος και το αντέγραψε. Το αντίγραφο του Πρακτικίδη το βρήκε στα κατάλοιπά του ο εγγονός του Κωνσταντίνος Πρακτικίδης, ιερέας στην Ερμούπολη της Σύρου, το εξέδωσε το 1900 και το προσέγραψε στον παππού του. Έτσι φερόταν ως τώρα ως έργο του Ζαχαρία Πρακτικίδη. Ο ίδιος όμως ο αντιγραφέας σε σημείωμά του αναφέρει το ιστορικό της εύρεσης και της πιστής αντιγραφής αυτού του βιβλίου.
    Το βιβλίο αυτό, πολύτιμο για την ιστορία της Κρήτης, ιδιαίτερα όμως του τόπου μας, του Ηρακλείου, επανεκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο - Τμήμα της Ανατολικής Κρήτης το 1983, από τον αείμνηστο Νικόλαο Σταυρινίδη, με πολύτιμα σχόλια. Θα στηριχθώ στο βιβλίο αυτό για πάρα πολλά πράγματα και φυσικά στα σχόλια του Σταυρινίδη, του εγκυρότερου ιστορικού των χρόνων που μας απασχολούν.
    Μια δεύτερη ομάδα πληροφοριών προέρχεται από τα σημειώματα του Στέφανου Νικολαΐδη, ο οποίος καταγόταν από τις Αγιές Παρασκιές, γεννήθηκε το 1816, ήταν σημαίνον πρόσωπο της ηρακλειώτικης κοινωνίας του περασμένου αιώνα και μετέσχε σε πολλές επιτροπές, όπως στην επιτροπή ανεγέρσεως του Αγίου Μηνά. Ήταν σπουδαίος ζωγράφος και λόγιος και έγραψε και την Ακολουθία του Θαύματος του Αγίου Μηνά (1826), για την οποία μιλήσαμε προχθές. Ο Νικολαΐδης αφήκε μια σειρά χρονικά σημειώματα, τα οποία είναι πολύτιμες μαρτυρίες για τη ζωή της πόλης τον περασμένο αιώνα. Τα σημειώματα αυτά τα εξέδωσε ο Μενέλαος Παρλαμάς στα "Κρητικά Χρονικά". Είναι λοιπόν προσιτή στην έρευνα πηγή.
    Μια τρίτη ομάδα πληροφοριών προέρχεται από τα δημοτικά τραγούδια και τις ρίμες της εποχής της Τουρκοκρατίας, πολλά από τα οποία είναι και επώνυμα έργα Ηρακλειωτών.Άλλη ομάδα προέρχεται από τις εφημερίδες της εποχής, ιδιαίτερα από την εφημερίδα "Μίνως", που άρχισε να εκδίδεται το 1881 (ακριβέστερα στο τέλος του 1880), και συνεχίστηκε η έκδοσή της επί δέκα και πλέον έτη. Λίγα στοιχεία προέρχονται και από τους περιηγητές της περιόδου. Σήμερα εκείνος που επιχειρεί να συγκεντρώσει και να τεκμηριώσει όλες αυτές τις πληροφορίες βρίσκεται πολλές φορές σε αμηχανία, γιατί, όπως σας είπα, είναι αποσπασματικές οι πληροφορίες και δεν υπάρχει συνοχή και σχέση μιας πληροφορίας με άλλη. Αλλά από αυτό το υλικό, καθώς δεν έχουμε και τίποτε άλλο, θα επιχειρήσω να δώσω μερικά στοιχεία.
    Ο ανώνυμος λοιπόν επισκέπτης του Ηρακλείου το 1818 στη "Χωρογραφία" της Κρήτης μας ομιλεί για την εικόνα της πόλης, για την πολεοδομική της οργάνωση, για την εντός των τειχών πόλη, για το λιμάνι, για τα τείχη, για τις συνοικίες, για τις αποθήκες των εφοδίων, του ύδατος και των πολεμοφοδίων, για τις εκκλησίες, για τα τζαμιά, για τα βαλανεία, για τα σπίτια των χριστιανών και των οθωμανών, των Αρμενίων και των Εβραίων, αφού το Ηράκλειο, όπως και η άλλη Κρήτη, στα μεγάλα κέντρα της είχε συμμιγή πληθυσμό. Οι πληροφορίες του με το ιδιάζον ύφος με το οποίο μας παραδόθηκαν είναι ελκυστικές.
    Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα από την περιγραφή του Θαλασσίου Φρουρίου, του Κούλε:"Εις τον Πύργον ευρίσκονται διάφοραι αποθήκαι και μια σκάλα έχουσα γύρω θυρίδας πολεμικάς. Άλλαι μεν ουν από τας ρηθείσας αποθήκας εισί κεναί άλλαι δε πλήρεις σφαιρών, κανονίων και άλατος θαλασσίου τοσούτον πεπηγότος, ώστε μόλις συντρίβεται με σιδηρούν σφυρίον. Ευρίσκεται εκεί και μια αποθήκη πλήρης διπύρου άρτου ή παξιμαδίου και άλλη πάλιν με φακόν ημιβρασμένον, αλατισμένον και ξηραμένον υπό των Ενετών από τον καιρόν της πολιορκίας. Παράδοξον φαίνεται να σώζονται αβλαβείς αι φακαί αύται προ 146 χρόνων.
    Βαθύτερον δε τούτου του εδάφους έως 12 βαθμούς καταβάθρας ευρίσκεται έτερον υπόγειον, όπου πήγουσι τους κακοποιούς Τούρκους και πλησίον της θύρας αυτού εστίν η αναβάθρα δι ης αναβαίνουσιν εις το άνωθεν μέρος του Πύργου, όπου ευρίσκεται ο Φάρος και εν τζαμίον και η οικία των φυλακών".
    Σε φωτογραφία, που χρονολογείται στα τέλη του περασμένου αιώνα, σώζεται ακόμη τότε ο Φάρος.
    Εκείνο που εντυπωσιάζει τον επισκέπτη τι νομίζετε ότι είναι; Η καθαριότητα της πόλεως και η οργάνωση των δρόμων της: "Η θέσις της πόλεως εστί κατωφερής, της οποίας όλαι αι οδαί εισί λιθόστρωτοι, εν μεν τω μέσω από μεγάλους σκληρούς και μαύρους λίθους, εις δε τα πλάγια από ‘λίθους’ του αιγιαλού λευκούς και μέλανας, προσκεκολλημένους ορθίως τοιουτοτρόπως, ώστε σχηματίζουσι διάφορα δένδρα και άλλα παρόμοια και μένουσι πάντοτε ακίνητοι και αβλαβείς. Εις δύο διαφορετικά μέρη προς το μέσον σχεδόν της πόλεως ευρίσκονται δύο τρύπαι, υδραγωγοί, η μεν μεγαλυτέρα εις την αγοράν καλουμένη Σεβρί Τσεσμέ ή Οξεία Βρύσις, η δε εις την αγοράν Κεμέρ Αλτί ή υπογέφυραν, αι οποίαι τρύπαι δέχονται όλα τα βρόχινα ύδατα της πόλεως και τα εκφέρουσιν εις την θάλασσαν. Και η μεν πρώτη εκβάλλει αυτά εις την Πύλην της άμμου πλησίον, η δε εις την του λιμένος. Η πόλις λοιπόν άπασα φυλάττει την εντελεστάτην καθαριότητα, ώστε οι κάτοικοι δεν μεταχειρίζονται ποτέ υποδήματα ή μόνον εμβάδας (παπούτσια δηλαδή και παντούφλες), αι οδοί εισίν όλαι ευρύχωροι, τα εργαστήρια τακτικώς οικοδομημένα αι αγοραί κατ' ευθείαν σχηματισμέναι γραμμήν από την μιαν Πύλην έως την άλλην, ώστε εν μέσω της πόλεως σχηματίζουσι σταυρόν, του οποίου το κέντρον ονομάζεται Κεμέρ Αλτί".Και μη νομισθεί ότι είναι υπερβολικός, γιατί οι πληροφορίες του επιβεβαιώνονται και από άλλες πηγές. Στα πρώτα χρόνια της άλωσης του Χάνδακα ήλθε στην Κρήτη ένας Τούρκος περιηγητής, ο Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος λέγει ότι η πόλη δεν είχε αποχετευτικό σύστημα. "Από της εποχής των απίστων", γράφει, "δεν υπήρχαν οχετοί εντός της πόλεως. Λόγω τούτου ο Μέγας Βεζύρης (ο Κιοπρουλής δηλαδή, ο κατακτητής του Χάνδακα) διέταξε όπως από του Τεμένους Βαλιδέ Τζαμί προς τον λιμένα διανοιχθεί βαθύς λιθόκτιστος οχετός, όστις να παραλαμβάνει και να διοχετεύει τας ακαθαρσίας εις την θάλασσαν έξωθι της Πύλης του λιμένος".
    Η αγορά της πόλης, όπως ακούσατε, ήταν οργανωμένη με διατεταγμένα τα καταστήματα κατ' ευθείαν γραμμήν. Θα αφήσομε τον ανώνυμο περιηγητή του 1818 και θα πάμε στον Καζαντζάκη, που θα μας δώσει περίπου την ίδια εικόνα στον "Καπετάν Μιχάλη".
    Σημειώνω εδώ ότι το έργο αυτό, το μυθιστόρημα, έχει ευρύτερη και ιδιαίτερα μεγάλη αξία για μας τους Ηρακλειώτες και για την ιστορία της πόλης, και για τη μορφή της πόλης, και για τη ζωή των κατοίκων της, και τις σχέσεις μεταξύ του οθωμανικού και του χριστιανικού στοιχείου. Λέγει λοιπόν ο Καζαντζάκης:
    "Η Πλατιά Στράτα (η Πλαταία Στράτα των Βενετών) ήταν μια από τις δύο βασιλόφλεβες του μεγαλόκαστρου. Ξεκινούσε από των Χανιών την Πόρτα δυτικά και έφτανε στου Λαζαρέτου την Πόρτα, όπου ήταν η μεγάλη πλατεία, οι Τρεις Καμάρες και ο μπαξές του Πασά, ένα ξύλινο κιόσκι μέσα σε μια τούφα κατασκόνιστα δέντρα, όπου κάθε Παρασκευή έπαιζαν οι νιζάμηδες μουσική. Η άλλη βασιλόφλεβα έκοβε σταυρωτά την πρώτη, κινούσε από την Καινούρια Πόρτα κατά νότου και κατέβαινε ως το λιμάνι. Στη σταύρωση ήταν το Μεϊντάνι, η καρδιά της πολιτείας. Στην Πλατιά Στράτα βρίσκονταν τα στιβανάδικα, τα γυαλάδικα, τα εμπορικά, οι ρωμαίικοι καφενέδες, οι σπετσαρίες. Τα μαγαζιά κολλητά το ένα στο άλλο έπιαναν ψιλή κουβέντα, οι νοικοκύρηδες, καλφάδες και παραγιοί έκαναν χωρατάδες, πείραζε ο ένας τον άλλον, κουτσομπόλευαν και σκούσαν στα γέλια. Κάθε σαββατόβραδο το κέφι κόρωνε".
    Αυτά βέβαια σε περιόδους ειρήνης, όταν τα δύο στοιχεία, το τουρκικό (οθωμανικό) και το χριστιανικό, συμβίωναν ειρηνικά, γιατί, όπως μας λέει σ' ένα άλλο σημείο ο Καζαντζάκης και το περιγράφει πάρα πολύ καλά, τα δύο αυτά στοιχεία είχαν περιόδους ανάπαυλας και περιόδους λύσσας. Όταν περιγράφει την επίσκεψη του μητροπολίτη στο Διοικητικό Μέγαρο ύστερα από μια πρόσκληση του πασά, μας λέγει τα ακόλουθα πολύ χαρακτηριστικά:
    "Μπήκε ο Μητροπολίτης, άρχισαν οι χαιρετούρες, οι δυο πιο τρανές κεφαλές του Μεγαλόκαστρου έσμιγαν, ο ένας της Τουρκίας, ο άλλος της Χριστιανοσύνης. Σαν δύο γέροι βασιλιάδες ήταν στην Πολιτεία ετούτη και τα βασίλειά τους κείτουνταν μπλεγμένα το ένα μέσα στο άλλο. Τούρκικοι και ρωμαϊκοί μαχαλάδες ανάκατα, σταυρός και μισοφέγγαρο κολλημένα και πότε ομονοούσαν και καλοπορεύονταν, πότε τους έπιανε το κρητικό μπουρίνι που λένε, ένα είδος λύσσας, και κάρφωναν τα δόντια τους ο ένας στο σβέρκο του άλλου και του 'κοβαν μια μπουκιά κρέας και το 'τρωγαν".
    Θα πρέπει λοιπόν μιλώντας κανείς για την πόλη του περασμένου αιώνα να μην ξεχνά ότι η πόλη είχε συμμιγή πληθυσμό, με υπερισχύον πάντοτε το οθωμανικό στοιχείο. Στα μέσα του περασμένου αιώνα πρέπει να ήσαν περίπου μισοί και μισοί, αλλά στις αρχές του αιώνα, την περίοδο που περιγράφει ο ανώνυμος επισκέπτης του 1818, η πόλη είχε 4.000 σπίτια των χριστιανών, 8.000 του οθωμανών και επίσης υπήρχαν ελάχιστα των Αρμενίων και των Εβραίων.
    Το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι η συνεννόηση, η επικοινωνία των δύο αυτών στοιχείων γινόταν σε γλώσσα ελληνική. Πολλές φορές μάλιστα οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ακόμη και τη γλώσσα των σουλτανικών φιρμανίων που έφταναν από την Πόλη, και παρίστατο ανάγκη μετάφρασης, την οποία στα πρώτα χρόνια του αιώνα μας έκανε ο τότε σημαντικός γιατρός του Μεγάλου Κάστρου, ο Ιωάννης Λευθεραίος, μια από τις μεγαλύτερες μορφές που ζούσαν στην πόλη μας στα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα. Πολύγλωσσος, λέει ο Ζίμπερ που τον γνώρισε, μιλούσε ανέτως επτά ή οκτώ γλώσσες και ανάμεσα σε αυτές και την επίσημη τουρκική της διοίκησης, τη διοικητική γλώσσα.Η αγορά βέβαια συνδέεται με το εμπόριο και το εμπόριο προϋποθέτει οργανωμένη εμπορική τάξη. Υπήρχαν κατά παράδοση από τη Βενετοκρατία οργανωμένες συντεχνίες στην πόλη, δηλαδή τα διάφορα επαγγέλματα σε επίσημα αναγνωρισμένα σωματεία που παλαιότερα είχαν τα σύμβολά τους και αργότερα, μετά τη Σύμβαση της Χαλέπας, που ανεθάρρησαν, είχαν και πάλι τις εικόνες τους και τα σύμβολά τους και τα λάβαρά τους και μετείχαν στις εορταστικές εκδηλώσεις και έδιδαν τον τόνο στη ζωή της πόλης.
    Οι συντεχνίες υπήρχαν στην Κρήτη και στην πρώιμη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο ίδιος ο ανώνυμος συγγραφέας της Χωρογραφίας μας μιλεί για τα επαγγέλματα, για τους φημισμένους μαχαιροποιούς του Κάστρου, για τους λαμπρούς λιθοξόους, για τους απαράμιλλους κτίστες και ένα πλήθος άλλων επαγγελμάτων.

Συνεχίζεται...

mesog-sm.gif (656 bytes)

Θέματα & Αφιερώματα

13/1/2001

Εικόνες καθημερινής ζωής στο Ηράκλειο του 19ου αιώνα
Του ΘΕΟΧΑΡΗ ΔΕΤΟΡΑΚΗ
Καθηγητή Πανεπιστημίου Κρήτης

ΜΕΡΟΣ Β΄

    Καθώς ερευνούσα τα Αρχεία, για να βρω στοιχεία για τον παλαιό ναό του Αγίου Μηνά, βρήκα και έναν κατάλογο αφιερωμάτων, όπου αναφέρονται ρητώς οι διάφορες συντεχνίες, τα "εσινάφεια" των Χριστιανών, που αφιέρωναν στην εκκλησία τους διάφορες εικόνες ή άλλα αφιερώματα. Ακούστε παρακαλώ, τέτοιες συντεχνίες που υπήρχαν στην πόλη, με την ανοχή βέβαια των Τουρκικών Αρχών τον περασμένο αιώνα.
    "1751, αφιέρωσαν ενσινάφι των μαραγκών, εικόνα μίαν της Υπαπαντής και άξιος ο μισθός αυτών".
    Όταν επισκεφθείτε τον Αγιο Μηνά και προσκυνήσετε την εικόνα της Υπαπαντής του Τέμπλου, διαβάζετε στον πόδα της εικόνας ότι είναι αφιέρωμα των μαραγκών του Κάστρου.
    "1751, αφιέρωσεν ενσινάφι των μπογιατζίδων εικόνα μια, «το Βάπτισμα Ιωάννου» (ήταν προστάτης τους ο Ιωάννης ο Βαπτιστής) "διά να μνημονεύονται. Και άξιος ο μισθός αυτών".
    "1778, έπιασε το ενσινάφι παπουτσίδων τζαγκαράδων τον ουρανίσκον του Αγίου Βήματος και εκόστισεν το χρύσωμά του 183 γρόσια".
    Και ένα πλήθος άλλων αναφορών που θα μας έπαιρναν πολύ χρόνο και δεν χρειάζεται να τα αναφέρουμε όλα.
    Οι συντεχνίες αυτές ήσαν η ψυχή της εμπορικής, της οικονομικής αλλά και της κοινωνικής ζωής του Χάνδακα. Όταν στα μέσα του περασμένου αιώνα αποφασίστηκε η οικοδομή του Μεγάλου Ναού, του Μητροπολιτικού ναού της πόλης μας, κινητοποιήθηκαν όλα αυτά τα Σωματεία και υπάρχουν έγγραφα στα οποία αναφέρονται και τα ονόματα των εκπροσώπων τους.
    Σε έγγραφο π.χ. του 1863, με το οποίο συνάπτεται δάνειο από την Ορφανική Τράπεζα 112.000 γροσίων για την οικοδομή του ναού, εγγυητές μπαίνουν οι εκπρόσωποι των Σωματείων της πόλης και μνήμης χάριν διαβάζουμε τα ονόματα και τους τίτλους των τότε συντεχνιών: "Οι πληρεξούσιοι του συστήματος των εμπόρων, δηλαδή του Εμπορικού Συλλόγου της πόλης, οι πληρεξούσιοι παντοπωλών και καπνοπωλών, οι πληρεξούσιοι των σιδηρουργών, οι πληρεξούσιοι των μαραγκών, οι πληρεξούσιοι των παπουτζήδων, οι πληρεξούσιοι των σανδαλοποιών, οι πληρεξούσιοι των χρυσοχόων, οι πληρεξούσιοι των υποδηματοποιών, οι πληρεξούσιοι των οινοπωλών, οι πληρεξούσιοι των σαμαροποιών (υπήρχαν και σαγματοποιοί των οποίων η προστάτις εικόνα ήταν η Βαϊφόρος και η Κοίμηση της Θεοτόκου).
    Τώρα μπορούμε να έχουμε και μια εικόνα των λαβάρων που έφεραν στις μεγάλες εκδηλώσεις. Σταχυολογούμε από αυτές τις αποσπασματικές πληροφορίες: οι χτίστες είχαν τον Χριστό, οι ράφτες τη Γαλακτοτροφούσα, οι μαραγκοί την Υπαπαντή, οι μπογιατζήδες τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, οι υποδηματοποιοί τη Βαϊοφόρον, οι σανδαλοποιοί τον Ευαγγελισμό, οι σαγματοποιοί την Κοίμηση της Θεοτόκου.
    Είναι ενδιαφέρον ότι εκτός από τα τακτικά καταστήματα και τις εμπορικές πράξεις επιχειρήθηκε στα μέσα του περασμένου αιώνα και η Οργάνωση Λαϊκής αγοράς στην πόλη μας και μάλιστα στις Τρεις Καμάρες.
    Ακούστε, παρακαλώ, μια είδηση:
    "1871, Μαρτίου 12, Παρασκευή της Ακαθίστου. Εγινεν διά πρώτην φοράν Γενική αγοραπωλησία, παζάρι εις την Πλατείαν των Τριών Καμαρών καθ' ομοιότητα των λοιπών μουτεσαριφλικίων και τη αυτή εσπέρα επαίχθη και Δευτέρα καμπάνα εις την Μητρόπολιν" (Θα μιλήσουμε για τις καμπάνες παρακάτω). "Το παζάρι μετ' ολίγας εβδομάδας εναυάγησεν".
    Οι συντεχνίες δραστηριοποιήθηκαν περισσότερον μετά τη Σύμβαση της Χαλέπας, τότε που κάποιος άνεμος προνομίων έπνευσε και στην Κρήτη και συνήθισαν πλέον από τότε να εορτάζουν τις εορτές τους μεγαλοπρεπώς με αρτοκλασία, με μεταφορά των λαβάρων στην εκκλησία και ύστερα με περιφορά στην πόλη, με επίσκεψη του λαβάρου και της εικόνας στην οικία του προέδρου του Σωματείου κ.λπ. Ακούστε μια είδηση:
    "1879, Νοεμβρίου 21. Εορτάσθη η γιορτή παρά της συντεχνίας των οινοπωλών μετά σημαίας, ήτις προηγείτο της εικόνος και μετεφέρθη εις την οικίαν του εορταστού. Εκτοτε ήρχισαν οι γογγυσμοί των Τούρκων διά το πρωτοφανές τούτο".
    Και παρακάτω:
    "1880, Φεβρουαρίου 2. Επανηγυρίσθη η εορτή παρά των μαραγκών δια σημαίας, καθώς ετελέσθη και των Αγίων Δέκα παρά των χρυσοχόων".
    Αυτή λοιπόν η οργανωμένη κοινωνική ζωή στον περασμένο αιώνα υπήρξε και η ισχυρή βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε και η οικονομία και η οργάνωση της πόλης αλλά προπαντός η δημιουργία μεγάλων έργων, όπως είναι η εκκλησία του Αγίου Μηνά, που δεν θα μπορούσε να γίνει με κανέναν άλλον τρόπο σε περίοδο Τουρκοκρατίας.
    Η πόλη μας είναι μια πόλη σεισμοπαθής και δοκιμάζεται πάντοτε από πολλούς και καταστροφικούς σεισμούς.
    Θα σας μιλήσω για δύο περιπτώσεις φυσικών φαινομένων, δηλαδή θεομηνιών, που έπληξαν την πόλη μας στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, επιλέγοντας τις πιο σοβαρές και τις πιο καταστρεπτικές από την άποψη των συνεπειών περιπτώσεις τέτοιων φαινομένων.
    Εκτός από τους πολυάριθμους σεισμούς που είναι βεβαιωμένοι, 1678, 1689, 1703, κ.λπ., κ.λπ., 15 σεισμοί στη σειρά έως τα 1839, θα περιοριστώ σε ελάχιστα πράγματα για να σας μιλήσω κυρίως για τον μεγάλο σεισμό του 1856, ο οποίος υπήρξε και ο πλέον καταστρεπτικός. Σε ένα χειρόγραφο της Μονής της Αγίας Τριάδος των Τσαγκαρόλων στα Χανιά, ένας ανώνυμος μοναχός σημείωσε:
    "1856, Σεπτεμβρίου 30, Κυριακή ξημέρωμα. Εις τας 9 η ώρα της νυκτός έκαμε έναν τρομερόν σεισμόν και εβάσταξε έως τρία λεπτά, ώστε όπου το Κάστρον το Μεγάλον δεν έμειναν παρά 33 σπίτια γερά και εχάθησαν άνθρωποι 1.500, ομοίως και ένα χωρίον εβούλησε παντάπασις εις αυτό το μέρος, εις δε τα Χανία εχάλασαν μερικά σπίτια και εκκλησίες, εχάλασαν και τζαμιά, έπεσαν κάτω, και η Αγία Μονή εις τες Μουρνιές εχάλασε και τα περισσότερα σπίτια εράγισαν".
    Σε όλη την Κρήτη βέβαια έγινε αισθητός ο σεισμός, αλλά ιδιαίτερα στο Μεγάλο Κάστρο.
    Ο Παπά Χατζής στο Καστέλλι της Φουρνής σημείωσε τα ακόλουθα στο εξώφυλλο ενός εκκλησιαστικού βιβλίου, της Οκτωήχου, της εκκλησίας του:
    "1856, Σεπτεμβρίου 30, ημέρα Κυριακής ξημέρωμα 9 παρά κάρτο έγινε ένας σεισμός και εχάλασε το Μεγάλο Κάστρο. Όλα τα σπίτια, μονάχα ολίγα εργαστήρια εμείναν αι τα βασιλικά κονάκια όπου εράγισαν αλλά δεν έπεσαν. Τα χωριά του Μαλεβυζού όλα τα περισσότερα και Γεράπετρο το Καστέλλι και το Κάτω Χωριό της Γεραπέτρου και τα περισσότερα χωριά και το Μεγάλο Μοναστήρι, τα κελία και το Κάτω Χωριό της Φουρνής και οι Λίμνες, το περισσότερο όμως και η… επλακώθηκαν άνθρωποι και στο Μεγάλο Κάστρο καθώς πληροφορούμεθα 500 και… εις δε τα άλλα χωριά του Κάστρου σαντζάκι άλλοι τόσοι και ο Θεός να φυλάττει τον κόσμον, αμήν".
    Αλλά και η δημώδης ποίηση διέσωσε τον καταστρεπτικό αυτό σεισμό:

"Στα 1800 έτος 56
ηθέλησε ο Κύριος το θάμαν του να πέψει.
Στις 29 του Σεπτεμβρίου ένα Σάββατο βράδυ
μέγας σεισμός εγίνηκε και ούλος ο κόσμος βράζει.
Απού το μέρος τω Χανιώ έρχεται το μελτέμι,
μέγας και τρομερός σεισμός κι ούλος ο κόσμος τρέμει.
Και η θάλασσα η ακίνητη και οι οχτώ ανέμοι,
τρία λεπτά βοά η γης, καπνός 'πο κάτω βγαίνει.
Χάνονται χώρες και χωριά, σαν όντε χύνεται άστρο,
μα δεν υπόφερε καμιά σαν το Μεγάλο Κάστρο.
Χαλούν τα μοναστήρια ντου, χαλούν οι μιναρέδες".

    Είχαν προηγηθεί βέβαια και πολλοί άλλοι σεισμοί στα προηγούμενα χρόνια. Στα 1810 συνέβη ένας καταστρεπτικός σεισμός, που κατέρριψε όλη την πόλη και οι δρόμοι χορτάριασαν, όπως μας λένε πηγές της εποχής.
    Αλλά δεν ήταν μόνον οι σεισμοί, ήταν και οι φοβερές επιδημίες της πανώλους, η οποία πλήττει κυρίως παραθαλάσσιες περιοχές, καθώς μεταδίδεται με τους ποντικούς των πλοίων, και στην Κρήτη πολλές φορές είχε προσλάβει χαρακτήρα ενδημικό.
    Μου δόθηκε άλλοτε η ευκαιρία να μελετήσω και να γράψω ένα εκτενές μελέτημα για τις επιδημίες αυτές στην Κρήτη και από εκείνες που έπληξαν ιδιαίτερα στην πόλη μας σταχυολογώ λίγα αλλά πολύ χαρακτηριστικά στοιχεία.
    Το 1870 εκδηλώθηκε λίαν θανατηφόρος επιδημία, που έπληξε ιδιαίτερα το Ηράκλειο. Η κυρία Τριανταφυλλίδου Μπαλαντιέ, η οποία μελέτησε την οικονομική ζωή εκείνης της εποχής, μας λέγει ότι την επιδημία μετέδωσε ένα πλοίο Βενετικό που ερχότανε από την Κωνσταντινούπολη. Ο Γάλλος Υποπρόξενος στο Ηράκλειο αναφέρει ότι οι αρχές της πόλης είχαν λάβει σειρά προστατευτικών μέτρων, χωρίς δυστυχώς να τα αναφέρει. Δεν έχουμε ακόμη τις μεταφράσεις των Τουρκικών εγγράφων αυτής της περιόδου, σώθηκε όμως μια πολύ σημαντική μαρτυρία από τον Γεώργιο Νικολετάκη, που ήταν από επιφανή οικογένεια του τουρκοκρατούμενου Χάνδακα και γράφει από προσωπική εμπειρία, γιατί έζησε το γεγονότα:
    «Και εις τους 1780, Νοεμβρίου 3, ήλθεν πάλιν η πανούκλα και έπιασε ευθύς και εβάσταξε έως 1781. Σεπτεμβρίου 1 ενοίξαν οι κουτουμάντζες (έληξε δηλαδή η καραντίνα). Ετούτη ονομάζεται η πανούκλα του Ισμαήλ Πασά».
    Μια άλλη ενθύμηση του Νικολετάκη αναφέρει κατά μήνα τους νεκρούς στην πόλη του Ηρακλείου.
    "Και εις τους 1797 Μαρτίου 11, ήλθεν πάλιν η πανούκλα και έπιασε ευθύς και βάσταξε έως τα 1798. Σεπτεμβρίου 1 ενοίξαν οι κουτουμάντζες τελείως". Όμως ο κάθε μήνας τι έβγαλεν είναι έτσι: "Μην Μάρτιος έβγαλεν 25 (πέθαναν δηλαδή 25). Μην Απρίλιος 239. Μην Μάιος 1.002. Μην Ιούνιος 67…" και κατά μήνα για τα δύο συνεχόμενα έτη και αθροίζει στο τέλος: "έγιναν όλοι σούμαν των 17 μηνών της πανούκλας 2.883".
    Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν μέσα σε ποιες συνθήκες κυλά η ζωή εκείνη την εποχή. Αναζητώντας στα έγγραφα διάφορα στοιχεία, μου έκανε πολλές φορές εντύπωση η διατίμηση αγαθών, η οποία την περίοδο του 18ου αιώνα και έως το τέλος της τουρκοκρατίας αναφέρεται συχνά. Είμαι μια πολύτιμη αναφορά, διότι μας δίδει την αντιστοιχία των τιμών των αγαθών μεταξύ τους και μας βοηθάει να προσδιορίσουμε με σημερινές νομισματικές μονάδες την εικόνα της οικονομίας εκείνης της εποχής.
    Σας διαβάζω λοιπόν μια διατίμηση αγαθών κατά διαταγήν του Πασά του Ηρακλείου:
    "Το 1870 άρτος λευκός 80 δράμια έναν άσπρον. Αρτος κατωτέρας ποιότητος 90 δράμια έναν άσπρον. Μέλι οκάδες δέκα, ένα γρόσιον. Ελαιόλαδον 1 οκά 6 παράδες. Βούτυρον 1 οκά 14 παράδες. Σάπων Σμύρνης 1 οκά 7 παράδες. Πρόβειον κρέας 1 οκά 3 παράδες. Κρομμύδια 1 οκά 3 άσπρα. Αυγά έκαστον 1 άσπρο" και ένα πλήθος άλλων αγαθών, πληροφορίες που μας δίδουν και την εικόνα του τι χρειάζονταν, τι έτρωγαν και πώς συναλλάσσονταν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής.
    Μια πόλη μεγάλη, όπως ήταν το Μεγάλο Κάστρο εκείνη την περίοδο, η μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης όπως και σήμερα, είχε βέβαια τη θορυβώδη ζωή της και την νυκτερινή ζωή της και τις αταξίες της, είχε ακόμη και τους οίκους της αμαρτίας.
    Μας διαφώτισε εσχάτως ο κ. Ζαϊμάκης με μια ωραία μελέτη του στο "Παλίμψηστον" για το θέμα της πορνείας στις πόλεις της Κρήτης και ιδιαίτερα στο Ηράκλειο κατά τους τελευταίους χρόνους της τουρκοκρατίας.
    Μας ενδιαφέρει όμως το θέμα, ως ένα θέμα του περιθωρίου της ιστορίας, γιατί περί περιθωρίου πρόκειται, από την αρχή της τουρκοκρατίας και έπειτα. Ξέρουμε π.χ. ότι ο Οθωμανικός Θρησκευτικός Νόμος που απαγορεύει την πορνεία είναι ιδιαίτερα αυστηρός και υπήρξαν επανειλημμένως διαταγές των πασάδων και των κατά τόπους αρχόντων εναντίον των πορνών, για την διαφθορά των ηθών.

Συνεχίζεται


© Copyright "ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ"