Αλλοτινές εποχές: Τα παλιά γλέντια

Του Εμμ. Συμιανάκη, φιλολόγου


Στον τομέα της διασκέδασης σήμερα όλα υπακούουν στα κελεύσματα του επαγγελματισμού. Μεγάλα και πολυτελή κέντρα, πολυμελή μουσικά συγκροτήματα, τέλεια μηχανήματα ενίσχυσης του ήχου, ρομποτοποιημένοι σερβιτόροι, λουλούδια κλπ. Τα παλαιότερα όμως χρονια όλα τα παραπάνω ήταν πιο απλά και ανθρώπινα.

Τα γλέντια οργανώνονταν στα ταπεινά καφενεία του χωριού, στα δώματα των σπιτιών, στους περιβόλους των εκκλησιών, στις αλάνες κάτω από τεράστιες καρυδιές και γερικους πλατάνους, μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες και όπου αλλού μπορούσαν να σύρουν τα βήματά τους οι χορευτές. Οι οργανοπαίκτες ήταν, κατά κύριο επάγγελμα ξωμάχοι, που γνώρισαν παράλληλα λίγη μουσική, με την οποία συντόνιζαν τα ζάλα των χορευτών. Το μουσικό όργανο που κυριαρχούσε παλαιότερα ήταν η ασκομαντούρα. Ο χωριανός μου ο μαντουράρης, με μόνη την ασκομαντούρα, διεκπεραίωσε μουσικά δεκάδες γάμους και άλλα τόσα τοπικά πανηγύρια. Αργότερα μπήκε στην υπηρεσία του γλεντιού, στα μέρη του Λασιθίου, το βιολί, η μαντόλα και το λαγούτο. Οι βιολάτρες του τόπου μου δεν ήταν σίγουρα Καλογερίδηδες. Ολοι τους όμως έβγαζαν το γλέντι και διασκέδαζαν τους χωριανούς μου. Από όλους τους βιολάτορες ξεχώριζε ο Γεράνης, ένας υψηλόκορμος Αγιοπαρασκιώτης που είχε παντρευτεί στον Αβρακόντε και έπαιζε και ευρωπαϊκά ταγκό, βάλς και Μπόσα Νόβα. Καλός ήταν κι ένας άλλος Αβρακοδιανός ο Μιλτιάδης παρόλο που δεν προσάρμοζε τις μαντινάδες του στις εποχές του χρόνου. Ετσι σ’ένα γλέντι που γινόταν στην καρδιά του χειμώνα τραγουδούσε: “Ηρθε πάλι η άνοιξη, τα χελιδόναι εφτάξαν!..” Εξω όμως είχε σταθεί μισό μέτρο το χιόνι.

Για να καλυφτούν οι μουσικές ανάγκες των μεγάλων πανηγυριών, κυρίως του Αη Γιαννιού, προσήρχοντο στο Λασιθι επιφανείς μουσικοί από τους δυο νομούς της Ανατολικής Κρήτης, που έφερναν μαζί τους και πρωτόγονα- έστω- ενισχυτικά μηχανήματα.

Ηταν τέτοια η εντύπωση που μου έκαναν τα μεγάφωνα που νόμιζα ότι μέσα στα κουτιά αυτά ήταν ο άνθρωπος που τραγουδούσε τόσο δυνατά. Σαν να βλέπω τώρα να παίζουν σε φτωχά καφενεία του χωριού μου ο αείμνηστος Ξυλούρης, ο Γιώργης ο Καλομοίρης, ο Μανουράς, ο Ηρακλής ο Σταυρουλάκης, ο Καστίγος, ο Μουντακης, ο Δερμιτζογιάννης κ.α. ονομαστοί που τότε ήταν νέοι,ανεπιασάρηδες οι περισσότεροι. Οταν έπαιζαν οι παραπάνω, συνήθως τα γλέντια που ταυτόχρονα γινόντουσαν σε άλλα καφενεία με ντόπιους διέλυαν και οι βιολάτορες πήγαιναν και παρακολουθούσαν, όρθιοι την πόρτα τους σημαντικούς οργανοπαίκτες.

Σήμερα οι ιδιοκτήτες των κέντρων προσκαλούν τους οργανοπαίχτες και τους προσφέρουν σεβαστή χρηματική αμοιβή. Τα παλιά όμως χρόνια οι μουσικοί του τόπου πρότειναν στους καφετζήδες να παίζουν στο καφενείο τους χωρίς καμιά αποζημίωση. Ο καφετζής δεν χρειαζόταν να το πολυσκεφτεί γιατί δεν απαιτούνταν ιδιαίτερες προετοιμασίες για να οργανωθεί το γλέντι. Μια επίσκεψη στο παντοπωλείο ήταν αρκετή, για να εφοδιαστεί το καφενείο με λουκούμια, φλόκες, βανίλια και μια παραγγελία στο λεμονατζή να φέρει τα αναψυκτικά που χρειαζόντουσαν. Τραπέζια δεν υπήρε χρεία να βρεθούν, γιατί δεν είχαν καμιά χρησιμότητα. Το κοινό ήθελε μόνο καρέκλες ή εν ανάγκη πάγκους για να καθίσει και τίποτα περισσότερο. Επαιρνε στο χέρι καθένας τη φλόκα του ή το αναψυκτικό του καιέκανε το σεΐρι” του, δηλαδή απολάμβανε τα δρώμενα.

Στα τελευταία καθίσματα θρονιαζόντουσαν οι “ακίνητοι” δηλαδή οι ηλικιωμένοι και όσοι δεν ήξεραν να χορεύουν. Κοντά στην πίστα άραζαν οι “κινητοί” δηλ. οι κοπελιές, οι ντελικανήδες και οι χορευτές. Οι πιο θερμόαιμοι απ’αυτούς δεν κάθιζαν ποτεάλλά χόρευαν ασταμάτητα.

Χωρίς δουλειά δεν έμεναν κι οι πιο νόστιμες κοπελιές. Ολοι τις σήκωναν θέλοντας και μη να τους συνοδέψουν στο χορό. Αντίθετα οι πιο κακομούτσουνες έμεναν ασάλευτες στις καρέκλες τους.

Πέρασαν τόσα χρόνια και ακόμα θυμάμαι το ζωγραφισμένο παράπονο στο πρόσωπό τους.

Οι πιο πολλοί χορευτάκιζαν λες και πατούσαν σταφύλλια. Υπήρχαν όμως και αρκετοί εξαίσιοι χορευτές που χόρευαν σεμνά και ταπεινά, έκαναν όμορφες κοκκαλιές, χαριτωμένα στριφογυρίσματα και ποτέ δεν πατούσαν τα πόδια των θεατών. Μερικοί όμως, όπως ο Σκύβαλος και ο Κρασανονικόλης ήταν “ατζούμπαλοι” χορευτές. Πηδούσαν ζωηρά, έκαναν τσαλίμια, έτρεχαν μπρος-πίσω, σήκωναν ψαλίδια στον αέρα και γενικά ήθελαν ένα αλώνι για να εκτελέσουν τις χορογραφίες τους. Ολοι οι θαμώνες σύρνονταν πίσω για να μην τσαλαπατηθούν από τους δυναμικούς αυτούς γλεντανθρώπους.

Συχνά ακούγονταν τα συνθήματα “Ντάμα λυράρη” και “Ντάμα μπουφέ” από κάποιο χορευτή. Το πρώτο σύνθημα σήμαινε ότι οι άντρες χορευτές έπρεπε να βάλουν “μπαξίσι”, δώρο στους οργανοπαίκτες. Το δεύτερο ότι ανελάμβαναν να πληρώσουν το κέρασμα που θα έκανε ο καφετζής στους χορευτές και στις χορεύτριες. Οι χορευτές έβαζαν ένα κέρμα μέσα στη μαντόλα του οργανοπαίκτη. Ο γνωστός όμως Μαντούρης το απαγόρεψε αυτό, γιατί όταν άδειαζε τη μαντόλα για να μετρήσει τη “σοδειά” έβρισκε μέσα πολλά κουμπιά και καταργημένα κέρματα.

Μερικοί βιολιτζήδες, αν και μέτριοι κατόρθωναν να διαλύουν τα γλέντια, καλύτερων συναδέλφων τους με πονηρά τερτίπια. Ο Τερτίπης έσερνε πάντα στα γλέντια του 5-6 αερλίδικες, όμορφες και χορευτίνες συγγενείς του που τραβούσαν σαν μαγνήτες όλους τους νέους του χωριού και γινόταν ο χαμός. Ταυτόχρονα έδινε σε κάποιο έμπιστό του το ποσό αυτό ως “μπαξίσι”. Ετσι οι άλλοι γλεντοκόποι παρεσύροντο και τον ακολουθούσαν. Γι’αυτό η σοδειά του μέτριου μουσικού ήταν μεγαλύτερη από εκείνη του ξακουστού λυράρη που δεν έκανε μήτε σεφτέ, μερικές φορές.

Εντύπωση μου έκανε ο τρόπος που λειτουργούσαν οι χορευτές στο σιγανό χορό. Συνήθως μια κατεχαρού μαντιναδολόγισσα έλεγε από μια μαντινάδα για κάθε χορευτή. Ο καθένας ήταν υποχρεωμένος ν’απαντήσει με μαντινάδα στη μαντινάδα. Αυτό μου θύμιζε το διάλογο που γινόταν ανάμεσα στην κορυφαία του αρχαίου χορού με τον υποκριτή. Πολλοί κατάφερναν ν’απαντούν επιτυχώς στις ανεγυριστικές μαντιναδολογικές προκλήσεις. Αλλοι όμως έψαχναν τρύπα στο πάτωμα του καφενείου να κρυφτούν, όταν δεν μπορούσαν ν’απαντήσουν. Σ’ένα τέτοιο σιγανό κάποτε μια Πεδιαδίτισσα κοπελιά, που δε δούλεψε ποτέ της απευθύνθηκε σ’ένα ροδαλό και δουλεμένο νέο: -Λασιώτη εγώ δα παντρευτώ, που’ναι γερή η καρδιά του και σαν τα τριαντάφυλλα είναι τα μάγουλά του. Και ο Λασιώτης της απάντησε: - Λασιώτη συ μην παντρευτείς, γιατί δα μετανιώσεις, απ’τη δουλειά εκειά ψηλά σιγά-σιγά θα λιώσεις. Ενας άλλος αγροίκος μαντιναδολογικά προσπαθούσε ν’απαντήσει στην πρόκληση λέγοντας: “Ο σάντολός μου του παπά...”. Και ξανά μανά “Ο σάντολος μου του παπά...” Οπότε σηκώνεται όρθιος ο Βασίλης του παπά: “Ω ανάθεμά σε και’σενα και το σάντολό σου! Κι ήταν ο ίδιος ο σάντολος της ανολοκλήρωτης μαντινάδας!

Σήμερα στα νυχτερινά κρητικά κέντρα δεν υπάρχει πια αυτή η αυθορμησία. Ολα είναι τυποποιημένα και άνοστα. Ακόμα και αυτά τα χορευτικά συγκροτήματα, που εκτός από τους πήδους και το συγχρονισμό τους, δεν προσφέρουν τίποτε άλλο, γιατί χορεύουν επαγγελματικά. Ο παλιός χορευτής λειτουργούσε στο γλέντι. Εξωτερίκευε αυτό που ένιωθε. Εμείς νιώθομε αυτό που εξωτερικεύομε;