Αλλοτινές εποχές: Οι μεροκαματιάρηδες

Του Εμμ. Συμιανάκη, φιλολόγου


Η κοινωνία του χωριού της δεκαετίας του ‘50 απαρτιζόταν από δυο κοινωνικές τάξεις: τους νοικοκύρηδες και τους φτωχούς. Οι πρώτοι έφεραν κούκο, δίκην καλυμμαυχίου στο κεφάλι, σήμα κατατεθέν της κοινωνικής τους θέσης. Το μουστάκι τους ήταν κομμένο στις άκρες.

Οι θύρες και τα παράθυρα των σπιτιών τους πλαισιώνονταν από λαξευμένες παραστάδες. Συντηρούσαν ένα ζευγάρι βοδιών και ένα δυνατό φοραδομούλαρο για τις καλλιέργειές τους. Οι εκδηλώσεις τους ήταν πολύ συντηρητικές. Δεν σύχναζαν στα καφενεία που μεθοκοπούσαν οι πιο φτωχοί, όπως του Κρασομανόλη και του Μαστροδημήτρη. Αντίθετα, οι δεύτεροι φορούσαν μαύρο μπολίδι, χωρίς κρόσσα, με πεταγμένες ψηλά άκρες. Ποτέ δεν έβαζαν στους ώμους τους χαρτζάτο ρασίδι, τα δε στιβάνια τους ήταν χιλιομπαλωμένα. Ισα - ίσα που συντηρούσαν μια καχεκτική αγελάδα και ένα ψωραλέο γαϊδουράκι που έφερε κακοποιημένο σαμάρι. Τα σπίτια τους ήταν πολύ πρόχειρα και φτωχικά. Αναγκάζονταν να κάνουν συμμισατορίες και συζεύψεις με ομοίους τους, για να καλλιεργούν με πλήρες ζευγάρι τα κτήματά τους. Επειδή δεν επαρκούσαν τα εισοδήματά τους για να ζήσουν, έκαναν μεροκάματα στα χωράφια των πλουσίων.

Οι νοικοκύρηδες δεν κατέβαλλαν καμία προσπάθεια να βρουν εργάτες, γιατί αυτοί τους παρακαλούσαν να δουλέψουν για χάρη τους. Είχαν ήδη δανειστεί ένα τσουβάλι μιγάδι για να ζυμώσουν, λίγες παλέτσες άχυρα για να ξεχειμωνιάσουν τα ζώα τους και έναν ντενεκέ λάδι για να λαδώνουν τα φτωχά φαγητά τους. Επρεπε λοιπόν να εκπληρώσουν με εργασία τις υποσχέσεις που είχαν δώσει στους νοικοκύρηδες για γρήγορη επιστροφή των δανεικών αγαθών. Κάποτε, ένας εργάτης ρώτησε έναν - έναν στο αυτί όλους τους εργάτες που έσκαβαν μαζί του το αμπέλι του πλουσίου συγχωριανού τους τί αμοιβή θα έπαιρναν. Αχερα, του απάντησε ο πρώτος, άχερα και όλοι οι άλλοι. Τότε ο Δανελαντώνης ενθουσιασμένος που δεν ήταν ο μόνος που δούλευε έναντι αχύρων αναφώνησε: Άλα αχεράδες!

Τα μεροκάματα άρχιζαν με την ανατολή και τέλειωναν με τη δύση του ήλιου. Ηλιο με ήλιο που λέγανε. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος, ο Ανεστασομανόλης ανασκούμπωσε τα μανίκια του και απευθυνόμενος προς τον εργάτη Βαρανεστάση του είπε, προφανώς για να τον παροτρύνει να σκάβει γρηγορότερα τις πατάτες:

“- Μάνα μου, Ανεστάση, πώς ρέγομαι τέθοια ώρα που πέφτει ο ήλιος να σκάφτω”.

Και ο Ανεστάσης, αντιλαμβανόμενος την ουσία της κουβέντας του απάντησε:

- Δε με γνοιάζει ανέ γενείς τρακτέρι!”

Μετά, έβαλε τη σκαλίδα στον ώμο και σχόλασε. Αργότερα, καλυτέρεψαν οι συνθήκες για τους εργάτες που άρχισαν να επιβάλλουν τους όρους τους στα αφεντικά. Ο Γληγόρης μάλιστα, που ήταν ο πιο αδύναμος εργάτης, διακήρυσσε παντού:

“Ενενήντα και κουνέλι κι ο Γληγόρης ανέ θέλει”. Δηλαδή απαιτούσε ημερομίσθιο 90 δραχμών, φαγητό καλό και όχι όπως συνηθιζόταν όσπρια και πάλι δεν ήταν βέβαιος αν συμβιβαζόταν. Αυτό ήταν αληθινή εργατική επανάσταση.

Πρωτύτερα, η θερίστρα, ας πούμε, έπαιρνε 25 δρχ. την ημέρα. Και τί έκανε; Σηκωνόταν μαύρα μεσάνυχτα για να μαζέψει το απαλό, λόγω της δροσούλας, ρόβι του αφεντικού. Εν συνεχεία, θέριζε όλη μέρα με το δρεπάνι τα σπαρτά του και το βράδυ προετοίμαζε το φαγητό της επομένης ημέρας. Η λιομαζώχτρα έπαιρνε κάποτε μιαν οκά λάδι την ημέρα, για να μαζεύει ολημερίς ελιές από το χώμα. Ο ραβδιστής αμοιβόταν με 3 οκάδες λάδι. Ομως, υπήρχε μεγάλη φτώχια και οι άνθρωποι, σπρωγμένοι από την ανάγκη, δούλευαν στους νοικοκυραίους που τους περιφρονούσαν. Γι’ αυτό, από τα φτωχά αυτά σπιτικά βγήκαν όλοι οι επιστήμονες, οι υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί κ.λ.π. προκειμένου ν’ αποφύγουν τις άθλιες συνθήκες εργασίες των γονέων τους. “Πιάσε παιδί μου το κερκέλι του Κράτους”, ήταν η στερεότυπη πατρική συμβουλή.

Το σιτηρέσιο των εργατών ήταν πολύ φτωχό. Ξηρά κουκιά με μπόλικο κρεμμύδι, ξηρά φασόλια, σαρδέλες, ρέγγες, κρεμμυδοσαλάτες, σπάνια κρέας. Το αφεντικό που πρόσφερνε κρέας, ήταν περιζήτητο. Κάποτε ο Δανελαντώνης, αποκαμωμένος από το ανέσυρμα με γεράνι του νερού, κάθισε να φάει το φαγητό που του είχε ετοιμάσει ο εργοδότης του Αραμάκης. Τα ξηρά κουκιά ήταν κατάμαυρα και στο λάδι τους επέπλεαν μαύρα μαμουνάκια. Ο Δανελαντώνης, μην μπορώντας να φάει το φαγητό αυτό, το ανακινούσε συνεχώς με το κουτάλι του. Τότε, του εκστόμισε ο Αραμάκης το περίφημο: “Αντωνιό είντα ψαλάσεις; Τα ίδια δα φας κι αργά!”. Με την πάροδο των χρόνων, τα αφεντικά ανημπόρεψαν και οι πληθυσμοί των εργατών αραίωσαν. Ετσι, οι νοικοκύρηδες υποχρεώνονταν να ψάχνουν τους εργάτες. Οι τελευταίοι, σε πρώτη φάση, δέχτηκαν να παίρνουν τριτάρικες τις δουλειές. Δυο μέρη το αφεντικό, ένα μέρος του εισοδήματος αυτοί. Αργότερα, η σχέση βελτιώθηκε και τα προϊόντα μοιράζονταν στα δυο συμμετρικά. Σήμερα γίνεται αυτό με την προϋπόθεση της πλούσιας σοδειάς. Αλλιώς, τα αμπελοχώραφα του παλιού νοικοκύρη μένουν έρημα και το εισόδημα πέφτει στη γη. Ετσι, η επανάσταση που ξεκίνησε ο λιπόσαρκος Γληγόρης ολοκληρώθηκε στις μέρες μας.

Σήμερα δεν υπάρχουν πια στα χωριά μας οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις των παλιότερων χρόνων. Ο κούκος και το μπολίδι περιέπεσαν σε αχρησία και αχρηστία.

Οσοι είναι νέοι και δυνατοί, δουλεύουν στις περιουσίες τους και αμείβονται καλά. Οσοι είναι γέροντες και ανήμποροι, χρησιμοποιούν τους μετανάστες στις δουλειές τους. Κανείς όμως μετανάστης δεν έζησε τις πέτρινες μέρες των προγόνων μας, που τα έδωσαν όλα “αντί πινακίου φακής”. Και όμως είχαν το κουράγιο να υπερασπιστούν αυτή την πατρίδα, χωρίς παράπονο.