Το μετόχι του Νούρη Βέη

Μια περιληγηση στους τόπους του Καπετάν Μιχάλη


Του Χαράλαμπου Σαλούστρου

Ξημέρωσε ο Θεός, σηκώθηκε ο ήλιος... πέρασε και το Μεγάλο Κάστρο, άνοιξαν σήμερα Τετάρτη της Λαμπρής τα μαγαζά, ζώνουνταν οι μαστόροι τις ποδιές τους, χαϊδεψε τα λιόφυτα και τα χωράφια, στάθηκε επάνω από το Μετόχι του Νουρημπέη, χάρηκε φρεσκοβαμμένα τα παράθυρα, ανθισμένο το γιασεμί, ήρθαν σήμερα απ’την Αλεξάνδρεια τα τέσσερα παπαγαλάκια είχε παραγγείλει να... παίζει ταμπουρά, να μη σεκλετίζεται η Εμινε Χανούμη...

Ετυχε σήμερα το πρωί... να περάσει απ’όξω απ’το Μετόχι του, το σόι που σκότωσε τον κύρη του, έδωκε μια, σφάληξε την πόρτα, ανέβηκε στον οντά... κι εκεί σφάληξε την πόρτα ανέβηκε στον οντά... κι εκεί που περνούσε ο Μανούσακας ανακράτησε τη φοράδα του, έβγαλε την ασημένια κουμπούρα του κι έριξε στον αέρα.

-Σκουτελοβαρίσκω σου Νουρήμπεη, φώναξε!

Μα ο Μουρής, πίσω απ’τα καφάσια δάγκανε τα χείλια του και δεν απολογήθη. (Κ. Μιχάλης-Ν. Καζαντζάκη).

Δυνατές οι περιγραφές, ζωντανές, κάθε φορά που διαβάζω τον Καπετάν Μιχάλη θεριεύει μέσα μου το Μεγάλο Κάστρο, η Πλατειά Στράτα, η Πόρτα του Πασά, του Ιδομενέα η Βρύση, ο Αη Μηνάς και το Μετόχι του Νουρη, κάπου εκεί έξω στα περίχωρα, έπρεπε λέει να περάσεις του Μπεντεβή την καμάρα, για να φτάσεις ως εκεί.

Διαβάζοντας κανείς τον Καπετάν Μιχάλη έχει την εντύπωση, ότι όλα στο διήγημα πρόσωπα και πράγματα, κινούνται στην σφαίρα του μύθου.

Οτι η γόνιμη και δημιουργική φαντασία του μεγάλου Κρητικού τάπλασε όλα αυτά, για να φτιάξει τον Καπετάν Μιχάλη. Οσοι όμως γνωρίζουν από Ιστορία, αλλά και οι παλιοί Καστρινοί κατέχουν, ότι πολλά απ’αυτά που ο Καζαντζάκης περιγράφει στο διήγημα του, υπήρξαν πραγματικά. Τα πρόσωπα βέβαια παρήλθαν, πέρασαν στην ιστορία, και στην μνημόσυνο λήθη, όμως τα πράγματα ή τουλάχιστον ορισμένα απ’αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν, το μετόχι όμως του Νουρή ο χώρος που τόσο ζωντανά και αλεπάλληλα περιγράφει ο Νίκος υπήρχε; Ηταν ένα ερωτημα που χρόνια τώρα με έτρωγε σαν σαράκι, έτσι κάποια στιγμή το πηρα απόφαση να το ψάξω, και απ’ότι φαίνεται στάθηκα τυχερός? στο Τούρκικο Αρχείο υπήρχαν αρκετές αναφορές, για αγοραπωλησίες, δωρεές κλπ. περιουσιακών στοιχείων έτσι άρχισα από τον πρώτο τόμο να ψάχνω για τα μετόχια που υπήρχαν νότια του Ηρακλείου και από ότι φαίνεται δεν χρειάσθηκε να πάω μακριά.

(χάρις στον αείμνηστο, στον μεγάλο Νίκο Σταυρινίδη!)

Ο Κώδικας 3, αναφέρει την πώληση ενός μετοχιού, στο χωριό Προύσα Τεμένους, αυτό το χωριό ήταν απ’ότι ήξερα, κοντά στην Φορτέτσα, κάπου στον Μαραθίτη, μάλιστα, κατά την πολιορκία του Χάνδακα, ήταν ήδη ερειπωμένο.

Τα πρόσωπα για τα οποία θα διαβάσουμε παρακάτω, δηλαδή η... Μουσουλμάνα Τζεννετ και ο σύζυγος της Χουσεΐν μπορεί να μη μας λένε τίποτα, όμως οι σημειώσεις του αειμνηστου Σταυρινίδη, παρακάτω είναι άκρως διαφωτιστικές και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολιας. Τα παραθέτω και τα δύο αυτούσια.

Ο ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

πωλητηριον

μεγαληΣ εξοχικησ οικιασ παρα το χωριον προυσα τεμενουσ

17 Σεπτεμβρίου

Η Τζανέτ, το γένος Τανμπουρ Χασάν Μπεσέ, πωλεί εις τον σύζυγόν της Χουσεΐν Μπεσέ αντί 580 ασλανίων γροσίων μία οικίαν της, γνωστήν υπό την ονομασίαν Τσιφλίκ, κειμένην πλησίον του Προύσα επαρχίας Τεμένους, συνορευομένην με αγρόν Αλή Μπεσέ εκ της μιας πλευράς, με αγρόν Αλάη Βεηογλου εκ της αλλης πλευράς και με δημοσίαν οδόν εκ των ετέρων δύο πλευρών, συγκειμένη κατά μεν το εσωτερικόν τμήμα εξ ενός ανωγείου, δύο ισογείων δωματίων, κήπου και φούρνου, κατά δε εξ ενός ανωγείου, τριών ισογείων, ενός αχυρώνος ενός στάβλου και αμπέλου εκτάσεως 7 ντονουμίων (στρέμματα).

Οι σημειώσεις του Νίκου Σταυρινίδη Το Μετόχιον (Τσιφλίκ) τούτο τυγχάνει ιστορικόν. Εις τούτο ενεκλείσθησαν υπό Κιοπρούλη κατά την τελευταίαν περίοδον της πολιορκίας του Μ. Κάστρου, οι δύο απεσταλμένοι της Ενετίας Giavarino και Padavino, όπου και απεβίωσαν. Διετέλεσε και υπό την κατοχήν του Καταρτζή Μεχμέτ πασά και ήτο γνωστόν και ως “Κατιρτζόγλου Μετόχι”. Διαδοχικώς περιήλθε εις την κατοχήν του Νουρή Βέη Τοσούν Τζορμπατζάκη. Περί τούτου και του μετοχίου κάνει λογον ο Καζαντζάκης εις το έργον του “Ο Καπετάν Μιχάλης”. Το Μετόχιον τούτο σήμερον είναι εν πλήρει ερειπώσει.

Βλέποντας πόσο σαφής και πόσο ενημερωμένος ήταν ο Σταυρινίδης σκέφθηκα ότι καλό θα ήταν να κοιτάξω στα βιβλία του και πράγματι στο βιβλίο του, με τίτλο “Η τελευταία περίοδος της πολιορκίας του Μεγάλου Κάστρου” και με υπότιτλο “Ο ερχομός του Κιοπρούλη στην Κρήτη” οχι μόνο αναφέρεται στο ίδιο μετόχι αλλά το χαρακτηρίζει ως ιστορικό!

Και το σπουδαιότερο δημοσιεύει και μια φωτογραφία του!! από τις αρχές του αιώνα αναφέροντας ότι το ίδιο αυτό μετόχι είχε δοθεί σαν προσφυγικό σε κάποιον Φουρτούνα. Εκτοτε ήταν γνωστό σαν του “Φουρτούνα το μετόχι”.

Στο ΤΑΗ όμως υπάρχει και ένας δεύτερος κώδικας, αχρονολόγητος, που μιλάει για μια ακόμα αγοραπωλησία από κάποιον Καδιρτζόγλου Μεχμέτ πασά. Το πρόσωπο αυτό ήταν ήδη γνωστό σε μένα, από ένα άλλο μετόχι που είχε στην κατοχή του, στα Ληνοπεραματα και από την δράση του κατα την πολιορκία του Χάνδακα. Ηταν ένας ατρόμητος πολεμιστής που είχε προσφέρει τα μέγιστα στον τουρκικο στρατό και είχε αναρριχηθεί γρήγορα στην θέση του αρχιστράτηγου. Εδώ λοιπόν στον παρακάτω κώδικα βλέπουμε, τον Καδιρτζόγλου να αγοράζει στο ίδιο ερειπωμένο χωριό, την Προύσα Τεμένους το ίδιο αυτό μετόχι.

Η αγοραπωλησία αυτή είναι βέβαιο ότι προηγήθηκε αυτής του πρώτου κώδικα, ίσως να έγινε μεταξύ 1660-69 πριν δηλαδή πέσει ο Χάνδακας ενώ η δεύτερη πώληση του μετοχιου έγινε στις 17-9-1671 δύο χρόνια από την πτώση της πόλης του Ηρακλείου. Από αυτά τα στοιχεία βλέπουμε ότι το μετόχι αυτό, υπήρχε ήδη από την Ενετική περίοδο και ότι κατά την περίοδο της πολιορκίας τα κτίσματα του, βρέθηκαν εντος του αυτοκρατορικού στρατοπέδου των Τούρκων, που ως γνωστόν ήταν στην περιοχή της Φορτέτσας-Μαραθίτη. Ενα άλλο στοιχείο, που μας κάνει εντύπωση είναι το επώνυμο του πωλητή, του Χουσεΐν Αγα το ίδιο με το επώνυμο του κατά 200 περίπου χρόνια μεταγενέστερου ιδιοκτήτη του γνωστού μας απ’τον Καπετάν Μιχάλη Νουρη Μπέη που ήταν Τζωρμπατζάκης. Συμπτωση; Συγγένεια ποιός ξέρει; Κανείς δεν γνωρίζει.

Είναι λοιπόν λογικό να διεδραμάτισε το μετόχι του Νουρη Μπέη και κάποιο ρόλο κατά την πολιορκία άλλωστε το ότι διέμεναν εκεί οι διπλωμάτες της Βενετίας είναι μια πολύ καλή μαρτυρία που μας παρέχει ο Σταυρινίδης.

Ας δούμε ενα απόσπασμα από τον δεύτερο κώδικα.

Ο ΚΑΔΙΡΤΖΟΓΛΟΥΣ ΜΕΧΜΕΤ ΠΑΣΑΣ ΑΓΟΡΑΖΕΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΝ ΕΙΣ ΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΧΑΝΔΑΚΟΣ

Γίνεται δήλον, ότι:

Ο εν τη υπηρεσία του στρατού Κρήτης διατελών Amiru’l-umera-i el Keram=Αρχηγός των αρχηγών εξοχώτατος Μεχμέτ Πασάς, διώρισε πληρεξούσιον επίτροπον εκ μέρους του δια την κατωτέρω υπόθεσιν τον διακεκριμένον μεταξύ των ομηλίκων του Mehmet Celebi bin Abdulmenan, της πληρεξουσιότητός του ταύτης δεόντως επικυρωθείσης παρά του Ιεροδικείου, όστις με την ιδιότητά του ταύτην ήγειρον αγωγήν και κατέθεσεν εν τω Ιεροδικαστικώ τούτω Συμβουλίω ενώπιον του Huseyin Aga bin Ibrehim Corbaci των Αυτοκρατορικών Γενιτσάρων τα ακόλουθα:

Ο εναγόμενος Χουσεΐν Αγάς Τζορμπατζής το αυτό επώνυμο αναφέρεται στο τμήμα του κωδικού που δεν υπάρχει εδώ, επώλεσε προ δύο ετών τρεις αγρούς εκτάσεως ογδοήκοντα περίπου μουζουρίων με γνωστά όρια, κειμένους εν τη περιοχή του ηρειπωμένου χωρίου Προύσα της επαρχίας Τεμένους και πλησίον του φρέατος Kuduz Ali aga, επίσης και τας εν τω Αυτοκρατορικώ Στρατοπέδω ευρισκομένας των εντός των αναφερθεισών οικιών ευρισκομένων δημητριακών, βουτύρων, ενός σωρού ξύλων, κηρού, λεβήτων και οκτώ κελεβείων (καβανόζ) κριθής και λοιπών άλλων εργαλείων χρησίμων τη γεωργική εργασία μεθ’ όλων των παραρτημάτων και ωφελειών, αντί δύο χιλιάδων πεντακοσίων ριαλίων γροσίων εις τον εντολοδότην μου Μεχμέτ Πασάν, όστις και απεδέχθη την αγοράν ταύτην, αναλαβών συνάμα και την κατοχήν των ως ανωτέρω αναφερομένων αγρών.

Ο Ν. Καζαντζάκης στον Καπετάν Μιχάλη περιγράφει στην ουσία την Επανάσταση του 1889 όταν ο ίδιος ήταν 6 ετών, και ένεκεν των γεγονότων έφυγε με την οικογένειά του για την ελεύθερη Ελλάδα. Σε μία επιστολή του, ο ίδιος σημειώνει ότι “όσα έγραψα στον “Καπετάν Μιχάλη όλα σχεδόν είναι αληθινά...”. Μάλιστα στο πρόσωπο του ήρωά του ο Καζαντζάκης ενσαρκώνει τον ίδιο τον πατέρα του, τον Μιχάλη Καζαντζάκη.

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Ξημέρωσε ο Θεός, σηκώθηκε ο ήλιος, έδωκε μιά και βγήκε στη μέση τ’ ουρανού 4 Μαΐου 2003 Κυριακή του Θωμά. Κλειδώνω τ’ αμάξι μου λίγο έξω απ’ τη Φορτέτσα, παίρνω το σακίδιο με τις φωτογραφικές μηχανές και τις σημειώσεις μου και χώνομαι στο πρώτο λιόφυτο μπροστά μου, κατηφορίζω ανάμεσα στις ελιές μ’ αγωνία, γνώριμο αυτό το συναίσθημα κάθε φορά που ψάχνω για κάποιο μνημείο πάντα το ίδιο συμβαίνει. Θα το βρω, ή θα το έχουν κατεδαφίσει;

Πέρασα το λιόφυτο και βγήκα σ’ ένα δρομάκι, οδός Σίφνου, διάβασα δεξιά κι αριστερά, άχαρα ψηλά κτίρια, μία κυρία στεκόταν σ’ ένα μπαλκόνι και με ξάνοιγε περίεργα.

- Συγνώμη, μήπως γνωρίζετε κάπου εδώ ένα μετόχι - το μετόχι του Νουρήμπεη, ρώτησα με αφέλεια.

- Λάθος θα κάνετε κύριε μ’ απάντησε, εδώ δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα.

Για μια στιγμή απογοητεύτηκα.

- Εδώ πίσω υπάρχει ένα μετόχι συνέχισε, αλλά αυτό δεν είναι τίποτα - ερείπια και απ’ ότι γνωρίζω, το λένε “ΤΟΥ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ ΤΟ ΜΕΤΟΧΙ...” αλλά σας λέω δεν είναι τίποτα! Έμεινα άφωνος, την απογοήτευση την διαδέχθηκε ενθουσιασμός.

- Εμείς θέλαμε να τ’ αγοράσουμε, συνέχισε η κυρία, αλλά δεν το πουλάνε, το έχει κάποια οικογένεια Διλβοη...

Ευτυχώς! Είπα μέσα μου αλλά αντί γι’ αυτό είπα δυνατά ένα ευχαριστώ και τράβηξα κατά κει που μου ‘δειξε, ύστερα από λίγο βρέθηκα μπροστά σ’ έναν αγροτόδρομο στενό, αριστερά του κτίρια παλαιϊνά, ερειπωμένα.

Χάρις στην φωτογραφία το αναγνώρισα αμέσως, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, μπροστά του ο δρόμος ο ίδιος εκείνος δρόμος, που ο Μανούσακας σταμάτησε τ’ άλογό του, και προκάλεσε τον Νούρη, μάλιστα σε ορισμένα σημεία σώζεται ακόμα το καλντερίμι!

Έμεινα ακίνητος ένα λεπτό περίπου. Ήθελα να το χορτάσω με το βλέμμα πριν μπω μέσα. Μπήκα στην αυλή και ο νούς μου γύρισε πάλι στον Καπετάν Μιχάλη. “... πέζεψε στην αυλή κοίταξε, τόσα χρόνια! Εδώ σε τούτη την αυλή... είχαν διπλογονατίσει οι δυό τους και τώρα μετά από τόσα χρόνια, ξαναγύριζε στην ίδια αυλή...”.

Κοίταξα, γύρω χόρτα και ερείπια παντού, δεν έβλεπες που πατούσες, κι όμως κάποτε η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική, χαρακτηριστικές οι περιγραφές που δίνουν οι δύο κώδικες του Τ.Α.Η. πέντε ισόγεια δωμάτια, δύο ανώγεια, κήποι, φούρνοι, αχυρώνες, σταύλοι, χίλια πρόβατα! Σταύλος στην αυλή για τα άλογα, αμπέλια, περιγράφονται ακόμα τα ζώα, σωροί ξύλων, καζάνια, εργαλεία, το βούτηρο!! κ.λπ.

Εντυπωσιακή επίσης είναι η ομοιότητα των περιγραφών στον Καζαντζάκη και στους κώδικες του Ιεροδικείου, από που άντλησε ο Καζαντζάκης τις περιγραφές του; Από το τουρκικο αρχείο; Ή μήπως είχε επισκεφθεί τον χώρο αυτό; Πιθανότερο θεωρώ το δεύτερο.

Οι περιγραφές του στον Καπετάν Μιχάλη διαδέχονται η μία την άλλη με τόση δύναμη και ζωντάνια ώστε νομίζει ο αναγνώστης ότι τις βιώνει ο ίδιος.

Ε, Καπετάν Μιχάλη, ή πρέπει να σε σκοτώσω, ή να με σκοτώσεις, δύο δεν χωράμε στο Μεγάλο Κάστρο (ΗΡΑΚΛΕΙΟ).

- Στους Ορισμούς σου Νουρη Μπέη θέλεις να πεζέψω να πιαστούμε;

- Μη βιάζεσαι Καπετάν Μιχάλη παίρνω τον λόγο μου πίσω...

- Ο Καπετάν Μιχάλης σπηρούνισε την φοράδα, μπήκε ομπρός και γύρισαν αμίλητοι κατά το Μετόχι του Νουρήμπεη.

Στις “εικόνες” αυτές το μετόχι του Νουρη παίρνει έναν κεντρικό ρόλο στο διήγημα, βαπτίζεται σε πρωταγωνιστή αναδεικνύοντας την προσωπικότητα των δύο ηρώων του Νουρή Βέη Τζορμπατζάκη και του θρυλικού Καπετάν Μιχάλη.

Άφησα τις σκέψεις μου για λίγο και προχώρησα προς ένα κτίριο, του έλειπε ο ένας τοίχος, αριστερά σ’ έναν άλλο τοίχο διαγραφόταν το σχήμα της σκάλας που κάποτε ανέβαζε στον οντά, στην σκέψη μου ήρθε η Έμινε Χανουμη, ήταν σαν να την έβλεπα να την ανεβαίνει, λίγο πιο κει δύο παράθυρα με θέα. “... ΤΟ... ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΣΤΡΟ...” 343 χρόνια πριν ο Αχμέτ Κιοπρουλής ο άνθρωπος που κατέλαβε τον Χάντακα, έφερε μαζί του δύο Ενετούς διπλωμάτες τον Παδαβίνο και Τζιαβαρίνο και τους δύο τους έκλεισε στο μετόχι αυτό, διέταξε δε να κλείσουν ακόμα και τα παράθυρα για να μη βλέπουν προς το Αγωνιζόμενο Μεγάλο Κάστρο (Σταυρινίδης) και οι δύο πεθάναν από πανούκλα κλεισμένοι εδώ μέσα.

Κοίταξα το ρολόι μου 2 μ.μ. κατέβηκα στον δρόμο, κοίταξα το καλντερίμι ή ότι είχε απομείνει απ’ αυτό, κοίταξα τους λαξευτούς γωνιόλιθους, τα παράθυρα, τσι πόρτες, τα κεραμίδια, δύσκολο ‘ταν να φύγω, ο τόπος με μαγνήτιζε, ήθελα να μου μιλήσει να μου πει τί απόγιναν οι μυγδαλιές, οι ροδιές, τα γιασεμιά, ο γέρο σκύλος ο Καρτσώνης να μου πει πού ήταν το πηγάδι, η βρύση του Χανιαλή. “... έλαμπε το σπίτι, κατακαίνουργιο.... παράδεισος ήταν!”. Ήθελα να δω από μέσα να ξεπροβάλει ο Νουρής, ήθελα να δω την καμινάδα να βγάνει καπνό, ήθελα να δω τον Μεχμέτ Πασά, την Τζεννέτ Χανούμη, τον Μουσταφά Μπαμπά, ήθελα να δω και να ακούσω τόσα! Όμως οι πέτρες δεν έχουν στόμα, αν είχαν σκέφθηκα! Και μ’ αυτό το παράπονο έφυγα.

Ευτυχώς που η Κρήτη ανέθρεψε έναν Καζαντζάκη, έναν Σταυρινίδη, έναν Σπανάκη, έναν Πρεβελάκη, και τόσους άλλους γιατί χάρις σ’ αυτούς η Ιστορία αυτού του τόπου σφραγίστηκε με ανεξίτηλο μελάνι, έτσι όσο και να το θέλουμε δύσκολο ναι δα να τη σβήσουμε.

Υ.Γ.: ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ. Ο χώρος αυτός πρέπει νομίζω να αγορασθεί από τον Δήμο Ηρακλείου να αναστηλωθεί προτού χαθεί για πάντα και μία οδός εκεί ας πάρει ένα όνομα, π.χ. οδός Μετοχίου του Νουρημπεη έτσι και η ιστορική μνήμη θα διασωθεί και οι νεώτεροι θα μαθαίνουν.