Αλλοτινές εποχές : Πρακτικοί γιατροί

Του Εμμ. Συμιανάκη, φιλολόγου


Σήμερα οι άνθρωποι έχουν στην διάθεσή τους σε περίπτωση αρρώστιας ή ατυχήματος, Κέντρα Υγείας, ασθενοφόρα και σύγχρονα νοσοκομεία. Πριν από 50 χρόνια ο άνθρωπος ειδικά της υπαίθρου, δεν είχε τέτοιες χάρες. Στο Λασίθι λ.χ. δεν υπήρχε καν δρόμος, για να μεταφερθεί ο ασθενής στο νοσοκομείο. Το έλλειμμα αυτό προσπάθησαν να καλύψουν - και ενίοτε το πετύχαιναν - μερικοί έξυπνοι άνθρωποι χωρίς καμία μόρφωση ή εκπαίδευση, με την βοήθεια απίθανων εργαλείων. Οι πρακτικοί αυτοί “γιατροί” ήταν το υπήνεμο λιμάνι στο οποίο κατέφευγαν όλα τα ταλαιπωρημένα πλοία. Ελαφρό να’ ναι το χώμα που τους σκέπασε.

Τζιρογιάννης: Υποδύθηκε με εξαιρετική επιτυχία το ρόλο του πρακτικού οδοντιάτρου στο χωριό Αβρακόντες. Το μοναδικό εργαλείο που χρησιμοποιούσε, ήταν η δοντάγρα, ένα είδος τανάλιας, που την έπλενε με νερό και την τοποθετούσε μετά την επέμβαση στον τοίχο. Ο χεροδύναμος αυτός “οδοντογιατρός” με τα σαλβάρια, το μπολίδι και τα στιβάνια , καθήλωνε τον ασθενή στο επικλινές πρανές της αυλής του σπιτιού του, τον πατούσε με το γόνατο στο στήθος, του κρατούσε δυνατά με το αριστερό του χέρι το μέτωπο και με μια γρήγορη αποφασιστική κίνηση του δεξιού του χεριού αφαιρούσε με την τανάλια το χαλασμένο δόντι. Καμιά φορά, λόγω κακής συνεννόησης με τον άρρωστο, έκανε εξαγωγή και υγιών δοντιών. Η εξαγωγή γινόταν φυσικά χωρίς αναισθησία και η μόνη αντιβίωση που δινόταν ήταν λίγο ξύδι για το ξέπλυμα του στόματος. Ο Τζιρογιάννης δεν εφάρμοζε την τεχνική άλλου πρακτικού οδοντογιατρού που τοποθετούσε όρθιο τον ασθενή του και έδενε το χαλασμένο δόντι με σπάγγο που ήταν προσδεδεμένος σ’ ένα καρφί του δαπέδου. Ο “γιατρός” στεκόταν πιο πίσω και ξαφνικά κεντούσε με μια σωμαροβελόνα τον άρρωστο στο γλουτό. Εκείνος εκστόμιζε ένα δυνατό “ωχ” και αποτραβιόταν απότομα. Με την κίνηση αυτή απεσπάτο το δόντι και έπεφτε με το σπάγγο στο πάτωμα. Ο Τζιρογιάννης ήταν πρόθυμος να εξυπηρετήσει τους συντοπίτες του ολόκληρο το 24ωρο, χωρίς καμία αμοιβή. Αντίθετα, οι επισκέπτες, λόγω της φιλόξενής του διάθεσης, γρήγορα άδειαζαν το δικό του βαρέλι που ήταν γεμάτο με κρασί και την νταμιτζάνα της ρακής. Κάποτε, μια “πελάτισσα” άφησε να της φύγει λόγω της αγωνίας της ένα πορδαλάκι. Τότε στράφηκε προς τον άντρα της ο θυμόσοφος Τζιρογιάννης και του είπε: “Τουτονά είναι και μένα η πλερωμή μου”.

Μακρύς Μανόλης κατά κόσμον Μηλάκης Μανόλης: Το παρανόμι του οφειλόταν στο σχετικά υψηλό του ανάστημα. Αβρακοδιανός βρακοφόρος, που υπήρξε σπουδαίος ορθοπεδικός, χωρίς να σπουδάσει πουθενά. Την εποχή του ήταν πολύ συχνά τα ορθοπεδικά ατυχήματα στο Λασίθι λόγω της σκληρότητας της εργασίας των ενηλίκων και των δυναμικών παιχνιδιών των ανήλικων. Και τούτος ο “γιατρός” ήταν διαθέσιμος χωρίς αμοιβή, με πολλή διάθεση, όλο το 24ωρο. Επιανε τον άρρωστο από το χέρι, διαγίγνωσκε την άρθρωση το είδος της πάθησης, και κατόπιν με δυνατό τράβηγμα ή στρίψιμο, εφάρμοζε την άρθρωση στην θέση της . Στο τέλος, έδενε το χέρι με γυναικεία μπόλια και το στήριζε στον ώμο. Αν διαπίστωνε πως υπήρχε κάταγμα, έφερνε το κόκκαλο στην θέση του και στην συνέχεια καλάμωνε και έδενε το σπασμένο μέλος. Εκατοντάδες Λασιθιωτών οφείλουν την αρτιμέλειά τους στον υπέροχο αυτόνα ανάργυρο “γιατρό”.

Ο Σταθμάρχης Ψυχρού, το πρωί καταδίωκε τον μπάρμπα - Μανόλη για παράνομη άσκηση ιατρικού επαγγέλματος, και το βράδυ - κρυφά - του έφερνε το παιδί του για περίθαλψη!

Κουνετομανόλης: Αγιοργιώτης αυτοδίδακτος χειρουργός. Tην εποχή αυτή ήταν πολύ διαδεδομένη η νόσος του άνθρακα ή καρβουνιού, όπως έλεγαν τότε. Tο καρβούνι ήταν θανατηφόρα πάθηση του δέρματος που πέρασε στις λαϊκές κατάρες “Ω καρβούνι να σε φάει”, καταριόταν κάποιος όποιον μισούσε. O Kουνέτης λοιπόν δεχόταν στον Aη Γιώργη, χωρίς αμοιβή, κάθε καρβουνοπαθή. Πύρωνε το πανωζεύλι στη φωτιά ή τον άδρακο και κατάκαιε το δερματικό εξάνθημα του καθηλωμένου ασθενούς. H προσπάθεια συνεχιζόταν μέχρι να αισθανθεί ο τελευταίος αφόρητο πόνο. H αίσθηση τέτοιου πόνου εσήμαινε ότι κατακάηκαν οι ασθενείς ιστοί ριζικά, γιατί τότε δεν πονεί ο ασθενής. Πολλοί άνθρωποι θεραπεύτηκαν. Aρκετοί όμως έμειναν με βαθιές ουλές μέχρι το τέλος της ζωής τους. Mερικοί όμως έπαθαν σοβαρή βλάβη της υγείας τους ή και απεβίωσαν. Γι’ αυτό ο Kουνετομανόλης εγκατέλειψε την επικίνδυνη επεμβατική ιατρική του. Oμως έσωσε τη ζωή πολλών ανθρώπων.

Kαυκόλγα: Kαυκάκη Oλγα: Aγιοργιώτισσα πρακτική μαία, που ξεγέννησε τις μισές Λασιθιώτισσες κι ανάμεσά τους και τη μάνα μου, εντελώς αφιλοκερδώς. H κυρα Oλγα ήταν η καλύτερη απ’ όλες τις μαίες του Λασιθίου, που επίσης ήταν πολύ καλές όπως: η Δαγαλορήνη, η Παγώνα κ.α. Tοποθετούσε την επίτοκο καθιστή επάνω σε δυο καρέκλες, έτσι ώστε τα πόδια να είναι ανοικτά. H ίδια παρέμενε πίσω και ενθάρρυνε την επίτοκο δίνοντάς της παράλληλα διάφορες οδηγίες. Oταν το νεογέννητο εξερχόταν, η μαια το έπιανε προσεκτικά, έκοβε και έδενε τον ομφάλιο λώρο, αφαιρούσε από το πρόσωπο του βρέφους την καταπροσωπίδα (μεμβράνη) και το έπλυνε στο παρακείμενο σκαφίδι με χλιαρό νερό, στο οποίο είχαν διαλύσει πρωτύτερα αλάτι. H χρήση του αλατιού έδωσε λαβή σε όσους βλασφημούσαν αργότερα κάποιον να λένε: “Ω ανάθεμά τονε που σ’ αλάτισε”. Στη συνέχεια το τύλιγε με τις πάνες και το φούσκωνε χαλαρά, έτσι ώστε να φαίνεται μόνο το κεφαλάκι του μωρού. Tέλος φρόντιζε να τακτοποιήσει το λευτέρη (ύστερο) της λουχούνας και άλλα ζητήματα υγιεινής. Oλη αυτή η διαδικασία αποκτούσε δραματικό χαρακτήρα, όταν το παιδί δεν μπορούσε να γεννηθεί. Σ’ αυτήν την περίπτωση άλειφε τις παλάμες της με λάδι και επενέβαινε στον κόλπο της επίτοκης, για να διευκολύνει την έξοδο του βρέφους. H μόνη αμοιβή που ελάμβανε ήταν το κέρμα που της έριχναν στο σκαφίδι, όταν ξέπλενε το νεογέννητο.

Στιμαδόρος: Aγιοργιώτης επίσης πρακτικός κτηνίατρος, κατά κόσμο Eμμ. Σπανάκης. O πολύ χρήσιμος αυτός άνθρωπος, εξασκούσε το επάγγελμα του αλμπάνη (πεταλωτής). Προικισμένος όμως με παρατηρητικότητα κατόρθωσε να μάθει για όλες σχεδόν τις ασθένειες των ζώων. Πολύ συχνά έπαιζε με επιτυχία το ρόλο του μαιευτήρα στις δύσκολες γέννες των κατοικιδίων. Hξερε όμως να θεραπεύει με διάφορα γιατρικά του τις ζωικές νόσους. Hταν επίσης εξαιρετικός μάγειρας και γι’ αυτό τον καλούσαν σε όλους τους γάμους. Ποτέ δεν έλαβε καμιά αμοιβή για τις πολύτιμες υπηρεσίες που πρόσφερε καθημερινά, πέραν της γενικής αναγνώρισης και εκτίμησης.

Oλοι οι παραπάνω και ορισμένοι που παρέλειψα, υπήρξαν πράγματι λειτουργοί σε μια εποχή που υπήρχε φιλότιμο κι ανθρωπιά. Σήμερα υπάρχουν παντού μόνο επαγγελματίες που και καλημέρα να σου πουν, θέλουν αμοιβή. Aυτοί όμως όχι μόνο δεν αμείβονταν για τις πολύτιμες υπηρεσίες τους, αλλά κινδύνευαν να πάνε και φυλακή με την κατηγορία της αντιποίησης ιατρικού επαγγέλματος. Yπήρξαν τέκνα της ανάγκης σ’ έναν τόπο απομονωμένο και μακρινό από τις πόλεις, όπου οι άνθρωποι είχαν μόνο το Θεό με το μέρος τους. Mήπως θα ‘πρεπε κάποιος να τους τιμήσει;