|
Χορός |
Χορός |
|
μηδάμ᾽ ὁ
πάντα νέμων θεῖτ᾽
ἐμᾷ γνώμᾳ κράτος
ἀντίπαλον Ζεύς, |
Μη μ'
αξιώσει αντίδικη τη
δύναμη του ο Δίας, οπού
τα πάντα κυβερνά, |
| 530 |
μηδ᾽
ἐλινύσαιμι θεοὺς
ὁσίαις θοίναις
ποτινισομένα βουφόνοις
παρ᾽ Ὠκεανοῦ πατρὸς
ἄσβεστον πόρον, |
να στήσει
στη δική μου γνώμη
ενάντια· κι εγώ ας μη
λείψω στους θεούς αγνής
βοδιών θυσίας
να κάνω προσφορά
στ' άσωστα του πατέρα
Ωκεανού ακρογιάλια, |
| 535 |
μηδ᾽
ἀλίτοιμι λόγοις· ἀλλά
μοι τόδ᾽ ἐμμένοι καὶ
μήποτ᾽ ἐκτακείη· |
κι ούτε
ποτέ με λόγο ας αμαρτήσω, μ'
άσβηστη πάντα μες στο
νου τη γνώμη αυτή ας
κρατήσω. |
|
ἁδύ τι
θαρσαλέαις τὸν μακρὸν
τείνειν βίον ἐλπίσι,
φαναῖς
θυμὸν ἀλδαίνουσαν ἐν
εὐφροσύναις. φρίσ- |
Είναι
γλυκό με θαρρετές
ελπίδες της ζωής μου όλες
τις μέρες να περνώ,
και ν' ανασταίνω με
χαρές καθάριες την ψυχή
μου. |
| 540 |
σω δέ σε
δερκομένα μυρίοις
μόχθοις διακναιόμενον
< >.
Ζῆνα γὰρ οὐ τρομέων
ἰδίᾳ γνώμᾳ σέβῃ
θνατοὺς ἄγαν,
?nbsp;ρομηθεῦ. |
Μα εσένα -
σύγκορμη σπαρνώ(1) να βλέπω μύρια να
ξεσκούν μαρτύρια,
?nbsp;ρομηθέα,
γιατί, χωρίς να
φοβηθείς το Δια,
πας στους ανθρώπους
τους θνητούς με τη δική
σου ιδέα
και δίνεις τόση αξία. |
| 545 |
φέρ᾽,
ὅπως ἄχαρις χάρις, ὦ
φίλος· εἰπὲ ποῦ τίς
ἀλκά;
τίς ἐφαμερίων
ἄρηξις; οὐδ᾽ ἐδέρχθης
ὀλιγοδρανίαν ἄκικυν,
ἰσόνειρον, τὸ φωτῶν |
Άδωρο δώρο
η χάρη τους· τι τ'
όφελος, αλήθεια και ποια
από τους λιγόζωους
βοήθεια;
Δεν το είδες; πόσο
αδύναμο κι
ολιγοδρανισμένο(2),
τυφλό σα μέσα σ' όνειρο
ζαλεύει (3)
τ' ανθρώπινο
κοπάδι ' μποδεμένο (4); |
| 550 |
ἀλαὸν
γένος ἐμπεποδισμένον;
οὔποτε < > τὰν Διὸς
ἁρμονίαν θνατῶν
παρεξίασι βουλαί. |
Όμως του
Δία την πάνσοφη αρμονία βουλή
θνητού δεν την
παρασαλεύει. |
|
ἔμαθον
τάδε σὰς προσιδοῦσ᾽
ὀλο- ὰς τύχας,
?nbsp;ρομηθεῦ.
τὸ διαμφίδιον δέ μοι
μέλος προσέπτα |
Το 'μαθ'
αυτό, τα πάθη σου είδα τα
φριχτά κι ένας
αλλιώτικος σκοπός
στο νου μου, ?nbsp;ρομηθέα,
πετά |
| 555 |
τόδ᾽
ἐκεῖνό θ᾽, ὅ τ᾽ ἀμφὶ
λουτρὰ καὶ λέχος σὸν
ὑμεναίουν
ἰότατι γάμων, ὅτε
τὰν ὁμοπάτριον ἕδνοις |
όχι σαν
κείνο που 'ψαλλα μια μέρα,
όταν γαμπρός στο νυφικό
κρεβάτι σου μ' αριθμητά
προικιά
την κέρδισες κι οδήγαες
μόνος μόνη |
| 560 |
ἄγαγες
Ἡσιόναν πείθὼν
δάμαρτα κοινόλεκτρον. |
την κόρη
του πατέρα μου Ησιόνη. |