?nbsp;ρόλογος · ?nbsp;άροδος · ?nbsp;ρώτο Επεισόδιο · ?nbsp;ρώτο Στάσιμο · Δεύτερο Επεισόδιο · Δεύτερο Στάσιμο · Τρίτο Επεισόδιο · Τρίτο Στάσιμο · Έξοδος

[Επιστροφή]

 

Εὐριπίδη, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις

Μετάφραση: Θρ. Σταύρου


 
 
 

Δεύτερο Στάσιμο

Χορός Χορός
ὄρνις, ἃ παρὰ πετρίνας Αλκυόνα!
1090 πόντου δειράδας, ἀλκυών,
ἔλεγον οἶτον ἀείδεις,
εὐξύνετον ξυνετοῖς βοάν,
ὅτι πόσιν κελαδεῖς ἀεὶ μολπαῖς,
ἐγώ σοι παραβάλλομαι
Ω εσύ πουλί, που ένα γύρο στους βράχους της θάλασσας
λες το τραγούδι της μαύρης σου μοίρας,
ευκολονόητη λαλιά στους σοφούς, που κατέχουν
πως καλαηδάς ολοένα το ταίρι σου,
σου παραβγαίνω στους θρήνους, πουλί
1095 θρήνους, ἄπτερος ὅρνις,
ποθοῦσ᾽ Ἑλλάνων ἀγόρους,
ποθοῦσ᾽ Ἄρτεμιν λοχίαν,
ἃ παρὰ Κύνθιον ὄχθον οἰ-
κεῖ φοίνικά θ᾽ ἁβροκόμαν
άφτερο εγώ·
τα ελληνικά νοσταλγώ πανηγύρια,
την ξεγεννήτρα την Άρτεμη,
που έχει στον Κύνθο κοντά το ιερό της·
δίπλα είν' εκεί η φοινικιά με το πλούσιο της φύλλωμα,
1100 δάφναν τ᾽ εὐερνέα καὶ
γλαυκᾶς θαλλὸν ἱερὸν ἐλαί-
ας, Λατοῦς ?nbsp;δῖνα φίλαν,
λίμναν θ᾽ εἱλίσσουσαν ὕδωρ
κύκλιον, ἔνθα κύκνος μελῳ-
είν' η ωριοβλάσταρη δάφνη,
είναι η ελιά η γλαυκοπράσινη, φυτό ιερό,
μνήμες γλυκιές της Λητώς απ' τις ώρες της γέννας της·
είναι κι η λίμνη που πάνε τροχός τα νερά της·
μελωδικός
1105 δὸς Μούσας θεραπεύει. είν' ένας κύκνος εκεί, των Μουσών υπηρέτης.
ὦ πολλαὶ δακρύων λιβάδες,
αἳ παρηίδας εἰς ἐμὰς
ἔπεσον, ἁνίκα πύργων
ὀλομένων ἐν ναυσὶν ἔβαν
Ώ τι δάκρυα,
δάκρυα ποτάμια που μου 'βρεξαν τότε τα μάγουλα,
όταν πάρθηκαν της πόλης μου οι πύργοι
1110 πολεμίων ἐρετμοῖσι καὶ λόγχαις.
ζαχρύσου δὲ δι᾽ ἐμπολᾶς
νόστον βάρβαρον ἦλθον,
ἔνθα τᾶς ἐλαφοκτόνου
θεᾶς ἀμφίπολον κόραν
κι έφυγα μες στα καράβια του εχθρού, με τις λόγχες
και τα κουπιά. Για χρυσάφι με πούλησαν,
και, αγορασμένη, σε χώρα, ήρθα δω
βαρβαρική,
όπου της θεάς, των λαφιών της σαϊτεύτρας,
υπηρετώ την ιέρεια,
1115 παῖδ᾽ Ἀγαμεμνονίαν λατρεύ-
ω βωμούς τ᾽ οὐ μηλοθύτας,
ζηλοῦσ᾽ ἄταν διὰ παν-
τὸς δυσδαίμον᾽· ἐν γὰρ ἀνάγ-
καις οὐ κάμνεις σύντροφος ὤν.
του βασιλιά του Αγαμέμνονα κόρη,
και στους βωμούς που δε σφάζουνε πάνω τους πρόβατα·
κάλλιο να μου 'δίνε η μοίρα
τη δυστυχία να την είχα από πάντα· βαστάς,
όταν η ζωή σου περνά αποξαρχής μες στα βάσανα.
1120 μεταβάλλει δυσδαιμονία·
τὸ δὲ μετ᾽ εὐτυχίας κακοῦ-
σθαι θνατοῖς βαρὺς αἰών.
?nbsp;ραγματική συμφορά η αλλαγή 'ναι της τύχης· είναι βαρύ
από χαρούμενες μέρες να πέφτεις σε λύπες.
καὶ σὲ μέν, πότνι᾽, Ἀργεία
πεντηκόντορος οἶκον ἄξει·
Με τα πενήντα κουπιά του, κυρά μας, εσένα
τώρα στο σπίτι σου αργίτικο πλοίο θα σε πάει·
1125 συρίζων θ᾽ ὁ κηροδέτας
κάλαμος οὐρείου ?nbsp;ανὸς
κώπαις ἐπιθωΰξει,
ὁ Φοῖβός θ᾽ ὁ μάντις ἔχων
κέλαδον ἑπτατόνου λύρας
του βουνοπλάνητου ?nbsp;άνα καλάμι κερόδετο*
με την ψιλή του λαλιά το ρυθμό
στους λαμνοκόπους* θα δίνει,
και τους αχούς της εφτάχορδης λύρας
ο μαντολόγος* ο Φοίβος ρυθμίζοντας
1130 ἀείδων ἄξει λιπαρὰν
εὖ σ᾽ Ἀθηναίων ἐπὶ γᾶν.
ἐμὲ δ᾽ αὐτοῦ λιποῦσα
βήσῃ ῥοθίοισι πλάταις·
ἀέρι δὲ [ἱστία] πρότονοι κατὰ πρῷραν ὑ-
με το τραγούδι στη γη θα σε πάει μια χαρά
των Αθηναίων την περίλαμπρη.
Απαρατώντας εμένα εδώ χάμω
με των κουπιώνε θα φύγεις το χτύπο·
του καραβιού του γοργόδρομου οι σκότες
1135 πὲρ στόλον ἐκπετάσουσι πόδα
ναὸς ?nbsp;κυπόμπου.
από τα στράλια*, στης πλώρης την άκρη ψηλή τα πανιά
θα τ' αμολήσουν στον άνεμο.
λαμπροὺς ἱπποδρόμους βαίην,
ἔνθ᾽ εὐάλιον ἔρχεται πῦρ·
Στη λαμπερήν απλωσιά να πετούσα, όπου τ' άρμα
του ήλιου κυλά τη μεγάλη φωτιά του σκορπώντας·
1140 οἰκείων δ᾽ ὑπὲρ θαλάμων
πτέρυγας ἐν νώτοις ἁμοῖς
λήξαιμι θοάζουσα·
χοροῖς δ᾽ ἑσταίην, ὅθι καὶ
παρθένος, εὐδοκίμων γάμων,
και στου σπιτιού μας ανάερα τους θαλάμους φτάνοντας
να σταματούσα στις πλάτες μου πια
τις γρήγορες μου φτερούγες·
στα χοροστάσια* μας, αχ, να βρισκόμουν,
όπου, κοπέλα ακριβή, πολυγύρευτη,
1145 παρὰ πόδ᾽ εἱλίσσουσα φίλας
ματρὸς ἡλίκων θιάσους,
χαρίτων εἰς ἁμίλλας,
χαίτας ἁβρόπλουτον ἔριν,
ὀρνυμένα, πολυποίκιλα φάρεα
πλάι στη μανούλα μου εγώ σε χορούς κυκλικούς
τις συνομήλικες έσερνα·
κι ως σηκωνόμουνα, μέρος να λάβω
στης ομορφιάς τον αγώνα, σε πλούτο
κι απαλοσύνη μαλλιών, τις πλεξίδες
1150 καὶ πλοκάμους περιβαλλομένα
γένυσιν ἐσκίαζον.
και το μαγνάδι* τ' ολόπλουμο γύρω κατέβαζα εγώ,
για να μου ισκιώνουν τα μάγουλα.
κερόδετος: δεμένος με κερί
λαμνοκόπος: κωπηλάτης
μαντολόγος: μάντης, προφήτης
στράλιο: σκοινί στο κατάρτι του πλοίου
χοροστάσι: τόπος όπου χορεύουν στα πανηγύρια
μαγνάδι: μαντήλι, πέπλο