?nbsp;ρόλογος · ?nbsp;άροδος · ?nbsp;ρώτο Επεισόδιο · ?nbsp;ρώτο Στάσιμο · Δεύτερο Επεισόδιο · Δεύτερο Στάσιμο · Τρίτο Επεισόδιο · Τρίτο Στάσιμο · Έξοδος

[Επιστροφή]

 

Εὐριπίδη, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις

Μετάφραση: Θρ. Σταύρου


 
 
 

Τρίτο Στάσιμο

Χορός Χορός
εὔπαις ὁ Λατοῦς γόνος, Τι παιδιά που γέννησε η Λητώ
1235 τόν ποτε Δηλιὰς ἐν καρποφόροις γυάλοις
<ἔτικτε,> χρυσοκόμαν
στις πολύκαρπες της Δήλου λαγκαδιές!
Έκαμε το χρυσομάλλη,
1238 ἐν κιθάρᾳ σοφόν, ἅ τ᾽ ἐπὶ τόξων
εὐστοχίᾳ γάνυται· φέρε <δ᾽ αὐτά>
τον τεχνίτη της κιθάρας τον τρανό,
και τη θυγατέρα των βελών
1240 νιν ἀπὸ δειράδος εἰναλίας,
λοχεῖα κλεινὰ λιποῦσα μά-
τηρ, τὰν ἀστάκτων ὑδάτων
βακχεύουσαν Διονύ-
σῳ ?nbsp;αρνάσιον κορυφάν·
σημαδεύτρες την ευφραίνουνε ριξιές·
τη γωνιά της λεχωνιάς την ξακουστή
δεν αργεί ν' αφήσει η μάνα, και το γιο
απ' το βράχο του γιαλού
στην κορφή του ?nbsp;αρνασσού τον φέρνει· εκεί 'ναι
βρυσομάνες και χοροί 'ναι βακχικοί.
ὅθι ποικιλόνωτος οἰ- Του χθόνιου του μαντείου φρουρός, τέρας της γης πελώριο εκεί
1245 νωπὸς δράκων,
σκιερᾷ κατάχαλκος εὐ-
φύλλῳ δάφνᾳ,
γᾶς πελώριον τέρας, ἄμφεπε μαντεῖ-
ον Χθόνιον.
στη δάφνη την πολύφυλλη, την ισκιερή από κάτω,
που του έσκεπε σα θώρακας, τη ράχη την πιτσιλωτή,
φίδι καθότανε κρασάτο.
 
ἔτι μιν ἔτι βρέφος, ἔτι φίλας Βρέφος ακόμα, στης μάνας σου ακόμα σκιρτώντας τον κόρφο,
1250 ἐπὶ ματέρος ἀγκάλαισι θρῴσκων
ἔκανες, ὦ Φοῖβε, μαντείων δ᾽ ἐπέβας ζαθέων,
σκότωσες, Φοίβε, το φίδι, και του άγιου μαντείου
έγινες τότε αφέντης· σε τρίποδα πάνω χρυσό
1254 τρίποδί τ᾽ ἐν χρυσέῳ θάσσεις, ἐν ἀψευδεῖ θρόνῳ κάθεσαι· πάνω σε θρόνο που ψέμα δεν ξέρει, απ' τα βάθη
1255 μαντείας βροτοῖς θεσφάτων νέμων του άδυτου, δίνεις χρησμούς στους ανθρώπους·
1257 ἀδύτων ὕπο, Κασταλίας ῥεέθρων γείτων, μέσον
γᾶς ἔχων μέλαθρον.
της Κασταλίας τα νερά παραπέρ' αναβρύζουν, κι ο ναός σου
[274]
είναι το κέντρο της γης.
Θέμιν δ᾽ ἐπεὶ γᾶς ἰὼν Αλλ' αφού μακριά απ' την πυθική
1260 παῖδ᾽ ἀπενάσσατο <?nbsp;υθῶνος> ἀπὸ ζαθέων
χρηστηρίων, νύχια
Χθὼν ἐτεκνώσατο φάσματ᾽ ὀ<νείρων>,
οἳ πολέσιν μερόπων τά τε πρῶτα, τά τ᾽
έδρα τούτη, την πανίερη, των χρησμών
έδιωξε τη Θέμη ο Φοίβος,
γεννοβόλησε αυτηνής η μάνα, η Γη,
υπνοφαντασιές νυχτερινές·
περασμένα, τωρινά, μελλοντικά
1265 ἔπειθ᾽, ὅσσα τ᾽ ἔμελλε τυχεῖν,
ὕπνου κατὰ δνοφερὰς γᾶς εὐ-
νὰς ἔφραζον· Γαῖα δὲ τὰν
μαντεῖον ἀφείλετο τι-
μὰν Φοῖβον, φθόνῳ θυγατρός.
σε πολλούς θνητούς φανέρωναν αυτές
μες στον ύπνο τους σε υπόγεια σκοτεινά·
κι έτσι πήρε πάλι η Γη,
για το πάθημα της κόρης πικραμένη,
απ' το Φοίβο τις τιμές τις μαντικές.
1270 ταχύπους δ᾽ ἐς Ὄλυμπον ὁρ-
μαθεὶς ἄναξ
χέρα παιδνὸν ἕλιξεν ἐκ
Διὸς θρόνων
?nbsp;υθίων δόμων χθονίαν ἀφελεῖν μῆ-
νιν θεᾶς. [νυχίους τ᾽ ἐνοπὰς.]
γέλασε δ᾽, ὅτι τέκος ἄφαρ ἔβα
Γοργά κινάει και πάει ο θεός στον Ολυμπο· του Δία εκεί
το θρόνο με τα παιδικά χεράκια του τυλίγει,
κι απ' της ?nbsp;υθώς το ναό μακριά της θεάς της χθόνιας η οργή θερμοπαρακαλεί να φύγει.
Γέλασε ο Δίας, όταν είδε το βρέφος να θέλει από τώρα
1275 πολύχρυσα θέλων λατρεύματα σχεῖν·
ἐπὶ δ᾽ ἔσεισεν κόμαν, παῦσαι νυχίους ἐνοπάς,
ἀπὸ δ᾽ ἀλαθοσύναν νυκτωπὸν ἐξεῖλεν βροτῶν,
της χρυσοφόρας λατρείας ο αφέντης να γίνει·
σειώντας την κόμη προστάζει όλοι οι νύχτιοι να πάψουν χρησμοί,
τη σκοτεινή μαντική των ονείρων τη σβήνει απ' τον κόσμο,
1280 καὶ τιμὰς πάλιν θῆκε Λοξίᾳ,
πολυάνορι δ᾽ ἐν ξενόεντι θρόνῳ θάρση βροτοῖς
θεσφάτων ἀοιδαῖς.
δίνει τ' αξίωμα ξανά στο Λοξία,
και στους θνητούς, που μαζεύονται πλήθος στο θρόνο του γύρω,
πίστη στου θεού τους χρησμούς.
χθόνιος: γήινος
κρασάτος: βαθύς κόκκινος σαν το μαύρο κρασί