?nbsp;ρόλογος · ?nbsp;άροδος · ?nbsp;ρώτο Επεισόδιο · ?nbsp;ρώτο Στάσιμο · Δεύτερο Επεισόδιο · Δεύτερο Στάσιμο · Τρίτο Επεισόδιο · Τρίτο Στάσιμο · Έξοδος

[Επιστροφή]

 

Εὐριπίδη, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις

 

Μετάφραση: Θρ. Σταύρου

 


Ἔξοδος

Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
ὦ ναοφύλακες βώμιοί τ᾽ ἐπιστάται, Φρουροί του ναού και των βωμών επόπτες!
1285 Θόας ἄναξ γῆς τῆσδε ποῦ κυρεῖ βεβώς;
καλεῖτ᾽ ἀναπτύξαντες εὐγόμφους πύλας
ἔξω μελάθρων τῶνδε κοίρανον χθονός.
Ο Θόας ο βασιλιάς πού πήγε; πού είναι;
Ανοίξτε του ναού τη στερεή θύρα
και πέστε να 'βγει ο αρχηγός της χώρας.
Χορός Χορός
τί δ᾽ ἔστιν, εἰ χρὴ μὴ κελευσθεῖσαν λέγειν; Τι 'ναι... αν μπορώ ανερώτητα να κρίνω.
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
βεβᾶσι φροῦδοι δίπτυχοι νεανίαι ?nbsp;άνε οι δυο νέοι με απόφαση της κόρης
1290 Ἀγαμεμνονείας παιδὸς ἐκ βουλευμάτων
φεύγοντες ἐκ γῆς τῆσδε καὶ σεμνὸν βρέτας
λαβόντες ἐν κόλποισιν Ἑλλάδος νεώς.
του Αγαμέμνονα· πήραν τη σεβάσμια
της θεάς εικόνα πάνω σε καράβι
ελληνικό και φύγανε απ' τη χώρα.
Χορός Χορός
ἄπιστον εἶπας μῦθον· ὃν δ᾽ ἰδεῖν θέλεις
ἄνακτα χώρας, φροῦδος ἐκ ναοῦ συθείς.
Απίστευτο! Κι ο ρήγας που γυρεύεις
κίνησε δώθε απ' το ναό και πάει.
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
1295 ποῖ; δεῖ γὰρ αὐτὸν εἰδέναι τὰ δρώμενα. ?nbsp;ού; πρέπει αυτά που γίνονται να μάθει.
Χορός Χορός
οὐκ ἴσμεν· ἀλλὰ στεῖχε καὶ δίωκέ νιν
ὅπου κυρήσας τούσδ᾽ ἀπαγγελεῖς λόγους.
Δεν ξέρουμε· μα τρέχα εσύ και κοίτα
πού θα τον βρεις και πες του αυτό το νέο.
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
ὁρᾶτ᾽, ἄπιστον ὡς γυναικεῖον γένος·
μέτεστι χὑμῖν τῶν πεπραγμένων μέρος.
Ε τι άτιμες, για δες, που είν' οι γυναίκες!
Είστε κι εσείς σ' αυτό ανακατεμένες.
Χορός Χορός
1300 μαίνῃ· τί δ᾽ ἡμῖν τῶν ξένων δρασμοῦ μέτα;
οὐκ εἶ κρατούντων πρὸς πύλας ὅσον τάχος;
Τρελάθηκες; Αν το 'σκασαν οι ξένοι,
εμείς σ' αυτό τι μπαίνουμε; Δεν παίρνεις
τα πόδια σου να τρέξεις στο παλάτι;
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
οὔ, πρίν γ᾽ ἂν εἴπῃ τοὔπος ἑρμηνεὺς ὅδε,
εἴτ᾽ ἔνδον εἴτ᾽ οὐκ ἔνδον ἀρχηγὸς χθονός.
?nbsp;ή, χαλᾶτε κλῇθρα, τοῖς ἔνδον λέγω,
Όχι, αν αυτός εδώ ο εξηγητής
πρώτα δεν πει: είναι μέσα ο ρήγας ή όχι;
Ε σεις απ' το ναό, ξεμανταλώοτε!
1305 καὶ δεσπότῃ σημήναθ᾽ οὕνεκ᾽ ἐν πύλαις
πάρειμι, καινῶν φόρτον ἀγγέλλων κακῶν.
Δώστε είδηση του αφέντη πως είμ' έξω
καινούριων συμφορών φορτίο κρατώντας.
Θόας Θόας
τίς ἀμφὶ δῶμα θεᾶς τόδ᾽ ἵστησιν βοήν,
πύλας ἀράξας καὶ ψόφον πέμψας ἔσω;
Της θεάς ποιος βροντοχτύπησε τη θύρα,
τάραξε τη γαλήνη που είναι μέσα
και βάζει τις φωνές στο ναό απέξω;
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
φεῦ·
πῶς ἔλεγον αἵδε, καί μ᾽ ἀπήλαυνον δόμων,
Εέ!
?nbsp;ώς έλεαν τούτες - βέβαια για να φύγω –
1310 ὡς ἐκτὸς εἴης· σὺ δὲ κατ᾽ οἶκον ἦσθ᾽ ἄρα. πως είχες βγει! Κι εσύ στο ναό ήσουν μέσα.
Θόας Θόας
τί προσδοκῶσαι κέρδος ἢ θηρώμεναι; Με ελπίδα ή για κυνήγι τίνος κέρδους;
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
αὖθις τὰ τῶνδε σημανῶ· τὰ δ᾽ ἐν ποσὶ
παρόντ᾽ ἄκουσον. ἡ νεᾶνις ἣ ᾽νθάδε
βωμοῖς παρίστατ᾽, Ἰφιγένει᾽, ἔξω χθονὸς
Γι αυτές σου λέω αργότερα· άκου πρώτα
αυτά που επείγουν: η κοπέλα που είχε
των βωμών τη φροντίδα, η Ιφιγένεια,
1315 σὺν τοῖς ξένοισιν οἴχεται, σεμνὸν θεᾶς
ἄγαλμ᾽ ἔχουσα· δόλια δ᾽ ἦν καθάρματα.
πάει έξω από τη χώρα με τους ξένους,
της θεάς κρατώντας τη σεβάσμια εικόνα·
κι αυτά τα καθαρίσματα ήταν δόλος.
Θόας Θόας
πῶς φῄς; τί πνεῦμα συμφορᾶς κεκτημένη; Τι λες; ?nbsp;οια πνοή σ' αυτό την έχει σπρώξει;
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
σῴζουσ᾽ Ὀρέστην· τοῦτο γὰρ σὺ θαυμάσῃ. Θα ξαφνιστείς: να σώσει τον Ορέστη.
Θόας Θόας
τὸν ποῖον; ἆρ᾽ ὃν Τυνδαρὶς τίκτει κόρη; ?nbsp;οιον Ορέστη; το γιο της Τυνδαρίδας;
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
1320 ὃν τοῖσδε βωμοῖς θεὰ καθωσιώσατο. Ναι, που η θεά είχε δω για θύμα ορίσει.
Θόας Θόας
ὦ θαῦμα--πῶς σε μεῖζον ὀνομάσας τύχω; Θάμα! ?nbsp;ιο δυνατή που να 'βρω λέξη;
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
μὴ ᾽νταῦθα τρέψῃς σὴν φρέν᾽, ἀλλ᾽ ἄκουέ μου·
σαφῶς δ᾽ ἀθρήσας καὶ κλύων ἐκφρόντισον
διωγμὸς ὅστις τοὺς ξένους θηράσεται.
Ο νους σου ας μην κολλήσει αυτού, μόνο άκου·
νιώσε το πράμα, πρόσεξε, και σκέψου
με τι κυνήγι θα πιαστούν οι ξένοι.
Θόας Θόας
1325 λέγ᾽· εὖ γὰρ εἶπας· οὐ γὰρ ἀγχίπλουν πόρον
φεύγουσιν, ὥστε διαφυγεῖν τοὐμὸν δόρυ.
Σωστά· ναι, λέγε· έχουν μακρύ να κάμουν
δρόμο, και δεν ξεφεύγουν τ' άρματα μου.
Ἄγγελος Αγγελιοφόρος
ἐπεὶ πρὸς ἀκτὰς ἤλθομεν θαλασσίας,
οὗ ναῦς Ὀρέστου κρύφιος ἦν ὡρμισμένη,
ἡμᾶς μέν, οὓς σὺ δεσμὰ συμπέμπεις ξένων
Στην άκρη του γιαλού σα φτάσαμε όπου
του Ορέστη είχε κρυφά το πλοίο αράξει,
σ' εμάς, που συνοδούς μας είχες στείλει
για να κρατούμε τα δεσμά των ξένων,
1330 ἔχοντας, ἐξένευσ᾽ ἀποστῆναι πρόσω
Ἀγαμέμνονος παῖς, ὡς ἀπόρρητον φλόγα
θύουσα καὶ καθαρμὸν ὃν μετῴχετο,
αὐτὴ δ᾽ ὄπισθε δέσμ᾽ ἔχουσα τοῖν ξένοιν
ἔστειχε χερσί. καὶ τάδ᾽ ἦν ὕποπτα μέν,
τ' Αγαμέμνονα η κόρη νόημα κάνει
πιο πέρα να σταθούμε, γιατί τάχα
θ' άναβε φλόγα μυστικής θυσίας
για τον εξαγνισμό που 'χε στο νου της.
Και πίσω απ' τους δυο ξένους, τα δεσμά τους
κρατώντας η ίδια, βάδιζε. Ύποπτο ήταν,
1335 ἤρεσκε μέντοι σοῖσι προσπόλοις, ἄναξ.
χρόνῳ δ᾽, ἵν᾽ ἡμῖν δρᾶν τι δὴ δοκοῖ πλέον,
ἀνωλόλυξε καὶ κατῇδε βάρβαρα
μέλη μαγεύουσ᾽, ὡς φόνον νίζουσα δή.
ἐπεὶ δὲ δαρὸν ἦμεν ἥμενοι χρόνον,
δεν είπαν όμως όχι οι άνθρωποι σου.
Για να θαρρούμε εμείς πως κάτι κάνει,
βγάζει τρανή φωνή, σαν πέρασε ώρα,
κι αλλόκοτα αρχινάει να τραγουδάει
ξόρκια, πως τάχα ξέπλενε το φόνο.
Ώρα πολλή προσμέναμε, και τότε
1340 ἐσῆλθεν ἡμᾶς μὴ λυθέντες οἱ ξένοι
κτάνοιεν αὐτὴν δραπέται τ᾽ οἰχοίατο.
φόβῳ δ᾽ ἃ μὴ χρῆν εἰσορᾶν καθήμεθα
σιγῇ· τέλος δὲ πᾶσιν ἦν αὑτὸς λόγος
στείχειν ἵν᾽ ἦσαν, καίπερ οὐκ ἐωμένοις.
μια ιδέα μας μπήκε: μη λυθούν οι ξένοι,
σκοτώσουν την ιέρεια και το σκάσουν.
Μα σιωπηλοί καθόμαστε, απ' το φόβο
μη δούμε όσα δεν πρέπει· τέλος όλοι
κρίναμε για σωστό ως εκεί να πάμε
που βρίσκονταν, κι ας το 'χε απαγορέψει.
1345 κἀνταῦθ᾽ ὁρῶμεν Ἑλλάδος νεὼς σκάφος
ταρσῷ κατήρει πίτυλον ἐπτερωμένον,
ναύτας τε πεντήκοντ᾽ ἐπὶ σκαλμῶν πλάτας
ἔχοντας, ἐκ δεσμῶν δὲ τοὺς νεανίας
ἐλευθέρους πρύμνηθεν ἑστῶτας νεώς.
Καράβι ελληνικό θωρούμε τότε
μ' έτοιμα, σα φτερούγες, τα κουπιά του,
που τα κρατούσαν στους σκαρμούς πενήντα
ναύτες, και τους δυο νέους να στέκονται έξω,
στην πρύμη αντίκρυ, ελεύθεροι, λυμένοι.
1350 κοντοῖς δὲ πρῷραν εἶχον, οἳ δ᾽ ἐπωτίδων
ἄγκυραν ἐξανῆπτον· οἳ δέ, κλίμακας
σπεύδοντες, ἦγον διὰ χερῶν πρυμνήσια,
πόντῳ δὲ δόντες τοῖν ξένοιν καθίεσαν.
ἡμεῖς δ᾽ ἀφειδήσαντες, ὡς ἐσείδομεν
Την πλώρη συγκρατούσαν με κοντάρια,
την άγκυρα άλλοι δέναν στα καπόνια,
μια σκάλα άλλοι κρατώντας την πήγαιναν
στην πρύμη και γοργά την κατέβαζαν
μες στο νερό, για ν' ανεβούν οι ξένοι.
1355 δόλια τεχνήματ᾽, εἰχόμεσθα τῆς ξένης
πρυμνησίων τε, καὶ δι᾽ εὐθυντηρίας
οἴακας ἐξῃροῦμεν εὐπρύμνου νεώς.
λόγοι δ᾽ ἐχώρουν· Τίνι λόγῳ πορθμεύετε
κλέπτοντες ἐκ γῆς ξόανα καὶ θυηπόλους;
Εμείς, χωρίς ανασκοπή, όταν τέτοια
είδαμε απάτη, πιάσαμε την ξένη
και τις πρυμάτσες, και τραβούσαμε έξω
απ' της όμορφης πρύμης τους χαλκάδες
το τιμόνι. Κι αρχίνησαν τα λόγια:
“Με ποιο δικαίωμα κλέβετε απ' τη χώρα
και φορτώνετε αγάλματα και ιέρειες;
1360 τίνος τίς ὢν σὺ τήνδ᾽ ἀπεμπολᾷς χθονός;
ὁ δ᾽ εἶπ᾽· Ὀρέστης, τῆσδ᾽ ὅμαιμος, ὡς μάθῃς,
Ἀγαμέμνονος παῖς, τήνδ᾽ ἐμὴν κομίζομαι
λαβὼν ἀδελφήν, ἣν ἀπώλεσ᾽ ἐκ δόμων.
?nbsp;οιος είσαι, τίνος είσ' εσύ, και τούτη
για πούλημα την παίρνεις;” Και είπ' εκείνος:
“Ο Ορέστης, ο αδερφός της, για να ξέρεις,
τ' Αγαμέμνονα ο γιος, την αδερφή μου,
που χάσαμε απ' το σπίτι, παίρνω πίσω.”
ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧσσον εἰχόμεσθα τῆς ξένης Μα εμείς γερά κρατούσαμε την ξένη,
1365 καὶ πρὸς σὲ ἕπεσθαι διεβιαζόμεσθά νιν·
ὅθεν τὰ δεινὰ πλήγματ᾽ ἦν γενειάδων.
κεῖνοί τε γὰρ σίδηρον οὐκ εἶχον χεροῖν
ἡμεῖς τε· πυγμαί τ᾽ ἦσαν ἐγκροτούμεναι,
καὶ κῶλ᾽ ἀπ᾽ ἀμφοῖν τοῖν νεανίαιν ἅμα
την πιέζαμε να 'ρθει μ' εμάς σ' εσένα·
και τότε να γερές χτυπιές στα μούτρα·
γιατί ούτ' αυτοί κρατούσανε μαχαίρι
ούτε κι εμείς· γροθιές μονάχα πέφταν
και κλοτσιές· μας τις τίναζαν κι οι δυο τους
1370 ἐς πλευρὰ καὶ πρὸς ἧπαρ ?nbsp;κοντίζετο,
ὡς τῷ ξυνάπτειν καὶ συναποκαμεῖν μέλη.
δεινοῖς δὲ σημάντροισιν ἐσφραγισμένοι
ἐφεύγομεν πρὸς κρημνόν, οἳ μὲν ἐν κάρᾳ
κάθαιμ᾽ ἔχοντες τραύμαθ᾽, οἳ δ᾽ ἐν ὄμμασιν·
στα πλευρά, στο συκώτι· δεν αργήσαν
να παραλύσουν έτσι τα κορμιά μας.
Μ' άσκημες μελανιές σημαδεμένοι
φεύγαμε στους γκρεμούς, με ματωμένα
άλλοι κεφάλια κι άλλοι μάτια· πάνω
1375 ὄχθοις δ᾽ ἐπισταθέντες εὐλαβεστέρως
ἐμαρνάμεσθα καὶ πέτρους ἐβάλλομεν.
ἀλλ᾽ εἶργον ἡμᾶς τοξόται πρύμνης ἔπι
σταθέντες ἰοῖς, ὥστ᾽ ἀναστεῖλαι πρόσω.
κἀν τῷδε--δεινὸς γὰρ κλύδων ὤκειλε ναῦν
στα υψώματα σταθήκαμε, κι εκείθε,
με πιότερη προφύλαξη, τη μάχη
κρατούσαμε και πέτρες ρίχναμε· όμως
στην πρύμη απάνω στάθηκαν τοξότες
και με σαϊτιές μας έσπρωξαν πιο πέρα.
Και στ' αναμεταξύ - επειδή άγριο κύμα
1380 πρὸς γῆν, φόβος δ᾽ ἦν <παρθένῳ> τέγξαι πόδα--
λαβὼν Ὀρέστης ὦμον εἰς ἀριστερόν,
βὰς ἐς θάλασσαν κἀπὶ κλίμακος θορών,
ἔθηκ᾽ ἀδελφὴν ἐντὸς εὐσήμου νεώς,
τό τ᾽ οὐρανοῦ πέσημα, τῆς Διὸς κόρης
έριχνε στη στεριά το πλοίο, κι η κόρη
φοβότανε το πόδι της να βάλει
μες στο νερό - ο Ορέστης στο ζερβή του
αφού την κάθισε ώμο, μπήκε μέσα
στη θάλασσα, όρμησε ίσια απά στη σκάλα
και μέσα στ' ωραιοσήμαδο καράβι
βάζει την αδερφή του και της Άρτεμης
1385 ἄγαλμα. ναὸς <δ᾽> ἐκ μέσης ἐφθέγξατο
βοή τις· ὦ γῆς Ἑλλάδος ναῦται, νεὼς
λάβεσθε κώπαις ῥόθιά τ᾽ ἐκλευκαίνετε·
ἔχομεν γὰρ ὧνπερ οὕνεκ᾽ ἄξενον πόρον
Συμπληγάδων ἔσωθεν εἰσεπλεύσαμεν.
την απ' τον ουρανό πεσμένη εικόνα.
Κι ακούστηκε φωνή μέσ' απ' το σκάφος:
“Έλληνες ναύτες, κάντε το καράβι
να νιώσει τα κουπιά, κι αφρούς σηκώστε.
Όσα ζητούσαμε, όταν μες στον πόντο
τον αφιλόξενο ήρθαμε και δώθε
από τις Συμπληγάδες, τα 'χουμε όλα.”
1390 οἳ δὲ στεναγμὸν ἡδὺν ἐκβρυχώμενοι
ἔπαισαν ἅλμην. ναῦς δ᾽, ἕως μὲν ἐντὸς ἦν
λιμένος, ἐχώρει στόμια, διαπερῶσα δὲ
λάβρῳ κλύδωνι συμπεσοῦσ᾽ ?nbsp;πείγετο·
δεινὸς γὰρ ἐλθὼν ἄνεμος ἐξαίφνης νεὼς
Μ' ένα “αχ” βαθύ ανακούφισης εκείνοι
χτυπήσαν το αρμυρό νερό. Το πλοίο,
όσο ήταν στο λιμάνι, προχωρούσε
προς την μπασιά, μα, σαν περνούσε για έξω,
βρήκε άγριο κύμα μπρος του και πιεζόταν·
1395 ?nbsp;θεῖ παλίμπρυμν᾽ ἱστί᾽· οἳ δ᾽ ἐκαρτέρουν
πρὸς κῦμα λακτίζοντες· ἐς δὲ γῆν πάλιν
κλύδων παλίρρους ἦγε ναῦν. σταθεῖσα δὲ
Ἀγαμέμνονος παῖς ηὔξατ᾽· ὦ Λητοῦς κόρη
σῷσόν με τὴν σὴν ἱερέαν πρὸς Ἑλλάδα
του 'σπρώχνε τα πανιά κατά την πρύμη
άνεμος ξαφνικός· με πείσμα εκείνοι
πάλευαν με το κύμα· αλλά η φουρτούνα
προς τη στεριά ξανάφερνε το πλοίο.
Κι η κόρη του Αγαμέμνονα, όρθια, κάνει
μια δέηση: “Θυγατέρα της Λητώς,
σώσε με, εμένα τη δικιά σου ιέρεια,
1400 ἐκ βαρβάρου γῆς καὶ κλοπαῖς σύγγνωθ᾽ ἐμαῖς.
φιλεῖς δὲ καὶ σὺ σὸν κασίγνητον, θεά·
φιλεῖν δὲ κἀμὲ τοὺς ὁμαίμονας δόκει.
ναῦται δ᾽ ἐπευφήμησαν εὐχαῖσιν κόρης
παιᾶνα, γυμνὰς ἐκ <πέπλων> ἐπωμίδας
από βάρβαρη χώρα στην Ελλάδα
κι αυτή μου την κλεψιά συγχώρεσε την.
Ω θεά, αγαπάς τον αδερφό σου· δέξου
να 'χω κι εγώ για το δικό μου αγάπη.”
Τη δέηση της κοπέλας με παιάνα
συνόδεψαν οι ναύτες, και τα χέρια,
γυμνά ως τους ώμους, μ' ένα πρόσταγμα όλοι,
1405 κώπῃ προσαρμόσαντες ἐκ κελεύσματος.
μᾶλλον δὲ μᾶλλον πρὸς πέτρας ᾔει σκάφος·
χὣ μέν τις ἐς θάλασσαν ὡρμήθη ποσίν,
ἄλλος δὲ πλεκτὰς ἐξανῆπτεν ἀγκύλας.
κἀγὼ μὲν εὐθὺς πρὸς σὲ δεῦρ᾽ ἀπεστάλην,
τα 'βαλαν στα κουπιά. Μα προς τους βράχους
όλο και πιο πολύ το πλοίο κυλούσε·
κι εμείς... άλλοι στη θάλασσα πηδήξαν,
θελιές πασκίζανε άλλοι να περάσουν.
Εγώ έτρεξα σ' εσένα, αφέντη, αμέσως,
1410 σοὶ τὰς ἐκεῖθεν σημανῶν, ἄναξ, τύχας.
ἀλλ᾽ ἕρπε, δεσμὰ καὶ βρόχους λαβὼν χεροῖν·
εἰ μὴ γὰρ οἶδμα νήνεμον γενήσεται,
οὐκ ἔστιν ἐλπὶς τοῖς ξένοις σωτηρίας.
πόντου δ᾽ ἀνάκτωρ Ἴλιόν τ᾽ ἐπισκοπεῖ
για να σου πω τι γίνεται εκεί κάτω.
?nbsp;άρε λοιπόν θελιές, πάρε αλυσίδες
και τρέξε εκεί· το κύμα αν δεν καλμάρει,
δεν έχουν σωτηρίας ελπίδα οι ξένοι·
ο αφέντης του πελάγου, ο ?nbsp;οσειδώνας
ο σεβαστός, και το Ίλιο προστατεύει,
1415 σεμνὸς ?nbsp;οσειδῶν, ?nbsp;ελοπίδαις ἐναντίος,
καὶ νῦν παρέξει τὸν Ἀγαμέμνονος γόνον
σοὶ καὶ πολίταις, ὡς ἔοικεν, ἐν χεροῖν
λαβεῖν, ἀδελφήν θ᾽, ἣ φόνον τὸν Αὐλίδι
ἀμνημόνευτον θεᾷ προδοῦσ᾽ ἁλίσκεται.
τους ?nbsp;ελοπίδες πολεμάει, και τώρα
στων πολιτών και στα δικά σου χέρια
το γιο, θαρρώ, θα βάλει του Αγαμέμνονα,
μα και την αδερφή του, που, ξεχνώντας
πως πήγαν να τη σφάξουν στην Αυλίδα,
της θεάς μας αποδείχνεται απαρνήτρα.
Χορός Χορός
1420 ὦ τλῆμον Ἰφιγένεια, συγγόνου μέτα
θανῇ πάλιν μολοῦσα δεσποτῶν χέρας.
Δόλια Ιφιγένεια, πάει η ζωή σου, πάει
και του αδερφού σου, ο ρήγας αν σας πιάσει.
Θόας Θόας
ὦ πάντες ἀστοὶ τῆσδε βαρβάρου χθονός,
οὐκ εἶα πώλοις ἐμβαλόντες ἡνίας
παράκτιοι δραμεῖσθε κἀκβολὰς νεὼς
Της γης αυτής, της βάρβαρης πολίτες!
Όλοι! Τ' άλογα, μπρός!, χαλιναρώστε
και τρέξτε στ' ακρογιάλι, το ναυάγιο
1425 Ἑλληνίδος δέξεσθε, σὺν δὲ τῇ θεῷ
σπεύδοντες ἄνδρας δυσσεβεῖς θηράσετε,
οἳ δ᾽ ?nbsp;κυπομποὺς ἕλξετ᾽ ἐς πόντον πλάτας;
ὡς ἐκ θαλάσσης ἔκ τε γῆς ἱππεύμασι
λαβόντες αὐτοὺς ἢ κατὰ στύφλου πέτρας
το ελληνικό στα χέρια σας να πέσει·
και βιαστικά, με τη θεά βοηθό σας,
αθεόφοβους ανθρώπους κυνηγήστε·
ρίξτε άλλοι στο γιαλό γοργά καράβια,
για να τους πιάσουμε έτσι, και πελάγου
και στεριάς κυνηγώντας τους· και τότε
ή από τραχύ να γκρεμιστούνε βράχο
1430 ῥίψωμεν, ἢ σκόλοψι πήξωμεν δέμας. ή να παλουκωθούνε τα κορμιά τους.
ὑμᾶς δὲ τὰς τῶνδ᾽ ἴστορας βουλευμάτων,
γυναῖκες, αὖθις, ἡνίκ᾽ ἂν σχολὴν λάβω,
ποινασόμεσθα· νῦν δὲ τὴν προκειμένην
σπουδὴν ἔχοντες οὐ μενοῦμεν ἥσυχοι.
Κι εσείς, κυράδες, που τα σχέδια τούτα
τα ξέρατε, θα σας πεδαίψω, μόλις
αδειάσω· τώρα βιαστική δουλειά
με καρτερεί κι έτσι ήσυχος δε μένω.
Ἀθήνα Αθηνά
1435 ποῖ ποῖ διωγμὸν τόνδε πορθμεύεις, ἄναξ
Θόας; ἄκουσον τῆσδ᾽ Ἀθηναίας λόγους.
παῦσαι διώκων ῥεῦμά τ᾽ ἐξορμῶν στρατοῦ·
πεπρωμένος γὰρ θεσφάτοισι Λοξίου
δεῦρ᾽ ἦλθ᾽ Ὀρέστης, τόν τ᾽ Ἐρινύων χόλον
Θόα βασιλιά! Την καταδίωξη τούτη
για που ετοιμάζεις; Η Αθηνά είμαι κι άκου
τα λόγια μου. Σταμάτα το κυνήγι,
μην αμολάς το ρέμα του στρατού σου·
γιατί ο Ορέστης ήρθε εδώ ακλουθώντας
του Απόλλωνα χρησμό, για να ξεφύγει
των Ερινύων το χόλιασμα, να πάρει
1440 φεύγων ἀδελφῆς τ᾽ Ἄργος ἐσπέμψων δέμας
ἄγαλμά θ᾽ ἱερὸν εἰς ἐμὴν ἄξων χθόνα,
την αδερφή του στο Άργος, και να φέρει
τ' άγιο άγαλμα στη χώρα τη δικιά μου,
1441a τῶν νῦν παρόντων πημάτων ἀναψυχάς. να 'ναι δροσιά στα τωρινά δεινά της.
1442 πρὸς μὲν σὲ ὅδ᾽ ἡμῖν μῦθος· ὃν δ᾽ ἀποκτενεῖν
δοκεῖς Ὀρέστην ποντίῳ λαβὼν σάλῳ,
ἤδη ?nbsp;οσειδῶν χάριν ἐμὴν ἀκύμονα
Σ' εσένα λέω αυτό. Για τον Ορέστη,
που πας να τον σκοτώσεις πιάνοντας τον
μες στη φουρτούνα, ο ?nbsp;οσειδώνας κιόλας
για χάρη μου το πέλαο γαληνεύει,
1445 πόντου τίθησι νῶτα πορθμεύειν πλάτῃ. το πλοίο για να μπορέσει ν' αρμενίσει.
μαθὼν δ᾽, Ὀρέστα, τὰς ἐμὰς ἐπιστολάς--
κλύεις γὰρ αὐδὴν καίπερ οὐ παρὼν θεᾶς--
χώρει λαβὼν ἄγαλμα σύγγονόν τε σήν.
Για σένα, Ορέστη, ορίζω αυτά - κι αν είσαι
μακριά, η φωνή της θεάς στ' αυτιά σου φτάνει -:
Μ' άγαλμα κι αδερφή το δρόμο παίρνε.
ὅταν δ᾽ Ἀθήνας τὰς θεοδμήτους μόλῃς, Στη θεόχτιστην Αθήνα σα θα φτάσεις...
1450 χῶρός τις ἔστιν Ἀτθίδος πρὸς ἐσχάτοις
ὅροισι, γείτων δειράδος Καρυστίας,
ἱερός, Ἁλάς νιν οὑμὸς ὀνομάζει λεώς·
ἐνταῦθα τεύξας ναὸν ἵδρυσαι βρέτας,
ἐπώνυμον γῆς Ταυρικῆς πόνων τε σῶν,
στην Αττική άκρη άκρη είναι μια θέση
- στης Κάρυστος αντίκρυ το ακρωτήρι -
ιερή· ο λαός μου Αλές την ονομάζει·
εκεί να χτίσεις ναό· σ' αυτόν να στήσεις
τ' άγαλμα, που θα πάρει τ' όνομα του
από την Ταυρική κι οπό τις πίκρες
1455 οὓς ἐξεμόχθεις περιπολῶν καθ᾽ Ἑλλάδα
οἴστροις Ἐρινύων. Ἄρτεμιν δέ νιν βροτοὶ
τὸ λοιπὸν ὑμνήσουσι Ταυροπόλον θεάν.
νόμον τε θὲς τόνδ᾽· ὅταν ἑορτάζῃ λεώς,
τῆς σῆς σφαγῆς ἄποιν᾽ ἐπισχέτω ξίφος
που 'χες περιπολώντας στην Ελλάδα
με κέντρισμα Ερινυών. Θα το καλούνε
Άρτεμη Ταυροπόλα πια οι θνητοί.
Κι ένα έθιμο όρισε: όταν θα γιορτάζουν,
μ' ένα σπαθί να 'γγιζει ο ιερέας
1460 δέρῃ πρὸς ἀνδρὸς αἷμά τ᾽ ἐξανιέτω,
ὁσίας ἕκατι θεά θ᾽ ὅπως τιμὰς ἔχῃ.
αντρός λαιμό, λίγο αίμα ν' αναβρύζει,
για τη σφαγή σου αντίδωρο αυτό θα 'ναι
για τη θεά τιμή και ευλάβειας χρέος.
σὲ δ᾽ ἀμφὶ σεμνάς, Ἰφιγένεια, κλίμακας
Βραυρωνίας δεῖ τῇδε κλῃδουχεῖν θεᾷ·
οὗ καὶ τεθάψῃ κατθανοῦσα, καὶ πέπλων
Της θεάς ιέρεια εσύ, Ιφιγένεια, πρέπει
να γίνεις στους ιερούς Βραυρώνιους λόφους.
Εκεί και θα σε θάψουν, σαν πεθάνεις·
κι όσα κρουστά υφαντά θα μένουν μέσα
1465 ἄγαλμά σοι θήσουσιν εὐπήνους ὑφάς,
ἃς ἂν γυναῖκες ἐν τόκοις ψυχορραγεῖς
λίπωσ᾽ ἐν οἴκοις. τάσδε δ᾽ ἐκπέμπειν χθονὸς
Ἑλληνίδας γυναῖκας ἐξεφίεμαι
γνώμης δικαίας οὕνεκ᾽
<*>
στα σπίτια από γυναίκες που θα τύχει
στη γέννα τους απάνω να πεθάνουν
σ' εσέ θα τα προσφέρνουν. Θόα, σου δίνω
την εντολή ν' αφήσεις τις γυναίκες
αυτές τις Ελληνίδες, για την τίμια
τη γνώμη τους, να φύγουν απ τη χώρα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ἐκσῴσασα δὲ Ορέστη, εγώ σε γλίτωσα και πρώτα,
1470 καὶ πρίν σ᾽ Ἀρείοις ἐν πάγοις ψήφους ἴσας
κρίνασ᾽, Ὀρέστα· καὶ νόμισμ᾽ ἔσται τόδε,
νικᾶν ἰσήρεις ὅστις ἂν ψήφους λάβῃ.
ἀλλ᾽ ἐκκομίζου σὴν κασιγνήτην χθονός,
Ἀγαμέμνονος παῖ. --καὶ σὺ μὴ θυμοῦ, Θόας.
στο λόφο του Άρη, όταν μετρώντας βρήκα
ισοψηφία· κι αυτή η αρχή θα μείνει:
όποιος παίρνει ίσους ψήφους να κερδίζει.
Του Αγαμέμνονα γιε, την αδερφή σου
πάρ' τη δώθε - εσύ, Θόα, να μη θυμώνεις.
Θόας Θόας
1475 ἄνασσ᾽ Ἀθάνα, τοῖσι τῶν θεῶν λόγοις
ὅστις κλύων ἄπιστος, οὐκ ὀρθῶς φρονεῖ.
ἐγὼ δ᾽ Ὀρέστῃ τ᾽, εἰ φέρων βρέτας θεᾶς
βέβηκ᾽, ἀδελφῇ τ᾽ οὐχὶ θυμοῦμαι· τί γὰρ
πρὸς τοὺς σθένοντας θεοὺς ἁμιλλᾶσθαι καλόν;
Των θεών τα λόγια όποιος ακούει, και πίστη
δε δίνει, θεά Αθηνά, μυαλό δεν έχει.
Ούτε με τον Ορέστη, που έχει φύγει
με το άγαλμα της θεάς, θυμώνω, μα ούτε
και με την αδερφή του· αφέντες είναι
οι θεοί· -είν' ωραίο μ' αυτούς να παραβγαίνεις;
1480 ἴτωσαν ἐς σὴν σὺν θεᾶς ἀγάλματι
γαῖαν, καθιδρύσαιντό τ᾽ εὐτυχῶς βρέτας.
πέμψω δὲ καὶ τάσδ᾽ Ἑλλάδ᾽ εἰς εὐδαίμονα
γυναῖκας, ὥσπερ σὸν κέλευσμ᾽ ἐφίεται.
παύσω δὲ λόγχην ἣν ἐπαίρομαι ξένοις
Στη χώρα σου με το άγαλμα της θεάς μας
ας, παν, κι εκεί με το καλό ας το στήσουν.
Και στην ευλογημένη Ελλάδα τούτες
θα στείλω τις γυναίκες, όπως είναι
το θέλημα σου. Τις ετοιμασίες
όπλων και καραβιών που κάνω ενάντια
1485 ναῶν τ᾽ ἐρετμά, σοὶ τάδ᾽ ὡς δοκεῖ, θεά. στους ξένους θα τις πάψω, θεά, ως ορίζεις.
Ἀθήνα Αθηνά
αἰνῶ· τὸ γὰρ χρεὼν σοῦ τε καὶ θεῶν κρατεῖ.
ἴτ᾽, ὦ πνοαί, ναυσθλοῦσθε τὸν Ἀγαμέμνονος
παῖδ᾽ εἰς Ἀθήνας· συμπορεύσομαι δ᾽ ἐγὼ
σῴζουσ᾽ ἀδελφῆς τῆς ἐμῆς σεμνὸν βρέτας.
Σωστά μιλείς· κι εσέ και θεούς η μοίρα
κυβερνά. Μπρος, ανέμοι! Στην Αθήνα
το παιδί του Αγαμέμνονα οδηγήστε·
θα 'ρθω μαζί κι εγώ, για να φυλάω
της αδερφής μου τη σεβάσμια εικόνα.
Χορός Χορός
1490 ἴτ᾽ ἐπ᾽ εὐτυχίᾳ τῆς σῳζομένης
μοίρας εὐδαίμονες ὄντες.
Στο καλό! Τι καλότυχοι! Ναι, είστε απ' αυτούς
πόχουν βρει σωτηρία.
ἀλλ᾽, ὦ σεμνὴ παρά τ᾽ ἀθανάτοις
καὶ παρὰ θνητοῖς, ?nbsp;αλλὰς Ἀθάνα,
δράσομεν οὕτως ὡς σὺ κελεύεις.
Ω ?nbsp;αλλάδα Αθηνά, που κι αθάνατοι εσέ
και θνητοί σε τιμούν,
τη δική σου εντολή θ' ακλουθήσουμε εμείς.
1495 μάλα γὰρ τερπνὴν κἀνέλπιστον
φήμην ἀκοαῖσι δέδεγμαι.
Είν' ολόγλυκη, ανέλπιστη τούτη η φωνή
που έχει φτάσει στ' αυτιά μου.
ὦ μέγα σεμνὴ Νίκη, τὸν ἐμὸν
βίοτον κατέχοις
καὶ μὴ λήγοις στεφανοῦσα.
Ω πανσέβαστη Νίκη, της ζωής μου σκεπή
πάντα να 'σαι μην πάψεις ποτέ
να της δίνεις στεφάνια.
καπόνι: ξύλινο εξάρτημα πλοίου για να δένονται παλαμάρια
πρυμάτσα: τα παλαμάρια της πρύμνης
ωραιοσήμαδο (καράβι): που έχει ωραίες φιγούρες στην πλώρη
μπασιά: πόρτα, μπούκα, έξοδος του λιμανιού