?nbsp;ρόλογος · ?nbsp;άροδος · ?nbsp;ρώτο Επεισόδιο · ?nbsp;ρώτο Στάσιμο · Δεύτερο Επεισόδιο · Δεύτερο Στάσιμο · Τρίτο Επεισόδιο · Τρίτο Στάσιμο · Έξοδος

[Επιστροφή]

 

Εὐριπίδη, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις

Μετάφραση: Θρ. Σταύρου


 
 
 

?nbsp;άροδος

Χορός Χορός
εὐφαμεῖτ᾽, ὦ
πόντου δισσὰς συγχωρούσας
Ιερή σιωπή κρατάτε 
όσοι κοντά στους αλληλόκρουστους
125 πέτρας Ἀξείνου ναίοντες.
ὦ παῖ τᾶς Λατοῦς,
Δίκτυνν᾽ οὐρεία,
πρὸς σὰν αὐλάν, εὐστύλων
ναῶν χρυσήρεις θριγκούς,
βράχους του άξενου πόντου κατοικείτε. 
Ω κόρη της Λητώς, 
Δίχτυννα εσύ βουνίσια, 
προς την αυλή σου, προς του ωριόστυλου, 
ναού τη χρυσοστόλιστη γρηπίδα,
130 πόδα παρθένιον ὅσιον ὁσίας
κλῃδούχου δούλα πέμπω,
Ἑλλάδος εὐίππου πύργους
καὶ τείχη χόρτων τ᾽ εὐδένδρων
έρχομαι, αγνή παρθένα, 
της ιέρειας της αγνής εγώ δουλεύτρα· 
εγώ είμαι που τους πύργους και τα τείχη
άφησα της Ελλάδας της αλογοθρόφας,
135 ἐξαλλάξασ᾽ Εὐρώπαν,
πατρῴων οἴκων ἕδρας.
ἔμολον· τί νέον; τίνα φροντίδ᾽ ἔχεις;
τί με πρὸς ναοὺς ἄγαγες ἄγαγες,
ὦ παῖ τοῦ τᾶς Τροίας πύργους
που άφησα την Ευρώπη και τα ωραία της δέντρα, 
έδρα του πατρικού σπιτιού μου. 
Ήρθα, να με! Τι τρέχει; Σαν ποια έγνοια σε τρώγει; 
Στο ναό τι με κάλεσες, κόρη εκεινού που με χίλιων 
καραβιών κοσμοξάκουστο στόλο, με μύριους
140 ἐλθόντος κλεινᾷ σὺν κώπᾳ
χιλιοναύτα
μυριοτευχοῦς Ἀτρείδα; [τῶν κλεινῶν;]
του πολέμου λεβέντες στους πύργους της Τροίας 
πήγε; Εσύ ξακουσμένης γενιάς, 
της Ατρέικης, βλαστάρι!
Ἰφιγένεια Ιφιγένεια
ἰὼ δμωαί,
δυσθρηνήτοις ὡς θρήνοις
Βάγιες μου εσείς, σε θρήνους 
βουτήχτηκα πικρούς, σε τραγουδιών
145 ἔγκειμαι, τᾶς οὐκ εὐμούσου
μολπᾶς [βοὰν] ἀλύροις ἐλέγοις, αἰαῖ,
αἰαῖ, κηδείοις οἴκτοισιν·
αἵ μοι συμβαίνουσ᾽ ἆται,
σύγγονον ἁμὸν κατακλαιομένα
άμουσων βογκητά ασυντρόφευτα από λύρα, 
σε μοιρολόγια, αλί μου, νεκρικά. 
γιατί με βρήκαν συμφορές, 
και του αδερφού μου τη θανή θρηνώ,
150 ζωᾶς, οἵαν <οἵαν ἰδόμαν
ὄψιν ὀνείρων
νυκτός, τᾶς ἐξῆλθ᾽ ὄρφνα.
ὀλόμαν ὀλόμαν·
οὐκ εἴσ᾽ οἶκοι πατρῷοι·
οἴμοι <μοι φροῦδος γέννα.
γιατί είδα τέτοια ονειροφαντασιά 
τη νύχτ' αυτή που πια έσυρε τον πέπλο της το σκοτεινό. 
Χάθηκα, χάθηκα, αχ! 
το πατρογονικό μου δεν υπάρχει· 
πάει η γενιά μου, συφορά!
155 φεῦ φεῦ τῶν Ἄργει μόχθων.
ἰὼ δαῖμον,
μόνον ὅς με κασίγνητον συλᾷς
Τι βάσανα, αχ μες στο Άργος! 
Ω μοίρα, 
το μοναχό μου αρπάζεις αδερφό,
159 Ἀίδᾳ πέμψας, ᾧ τάσδε χοὰς στον Άδη τον ξεπροβοδάς· για κείνον τώρα εγώ
160 μέλλω κρατῆρά τε τὸν φθιμένων 
ὑδραίνειν γαίας ἐν νώτοις
πηγάς τ᾽ οὐρείων ἐκ μόσχων
στης γης την πλάτη αυτές θα ρίξω τις χοές, 
το κράμ' αυτό το νεκρικό, 
να, γάλα ανάβρα από γελάδες του βουνού,
164 Βάκχου τ᾽ οἰνηρὰς λοιβὰς κρασί του Βάκχου σταλαξιά,
165 ξουθᾶν τε πόνημα μελισσᾶν,
ἃ νεκροῖς θελκτήρια κεῖται.
ἀλλ᾽ ἔνδος μοι πάγχρυσον168
τεῦχος καὶ λοιβὰν Ἅιδα.
και το έργο μελισσών ξανθών· 
αυτά αναπαύουν τους νεκρούς. 
Δώσ' μου την κούπα τη χρυσή, 
μαζί και του Άδη τις σπονδές .
170 ὦ κατὰ γαίας Ἀγαμεμνόνιον
θάλος, ὡς φθιμένῳ τάδε σοι πέμπω·
δέξαι δ᾽· οὐ γὰρ πρὸς τύμβον σοι
ξανθὰν χαίταν, οὐ δάκρυ᾽ οἴσω.
Ω βλαστέ του Αγαμέμνονα μέσα στον κόρφο της γης, 
τούτα εδώ σου προσφέρνω, μια και είσαι νεκρός· 
δέξου αυτά· δε θα φέρω στον τάφο σου 
τα ξανθά μου μαλλιά και τα δάκρυά μου·
175 τηλόσε γὰρ δὴ σᾶς ἀπενάσθην
πατρίδος καὶ ἐμᾶς, ἔνθα δοκήμασι
κεῖμαι σφαχθεῖσ᾽ ἁ τλάμων.
ξενιτεύτηκα, βλέπεις, μακριά από τη χώρα 
που μας γέννησε, εσένα κι εμέ, κι όπου μ' έχουνε 
για νεκρή, για σφαγμένη τη δόλια.
Χορός Χορός
ἀντιψάλμους ?nbsp;δὰς ὕμνων τ᾽ Με αντίφωνο σκοπό, 
180 Ἀσιητᾶν σοι βάρβαρον ἀχὰν
δεσποίνᾳ γ᾽ ἐξαυδάσω,
μ' ασιατικών ύμνων λαλιά βαρβαρική, 
σ' εσέ κυρά μου θ' απαντήσω·
τὰν ἐν θρήνοισιν μοῦσαν
νέκυσι μελομέναν, τὰν ἐν μολπαῖς
το μοιρολόι, τραγούδι των νεκρών,
185 Ἅιδας ὑμνεῖ δίχα παιάνων.
οἴμοι, τῶν Ἀτρειδᾶν οἴκων·
ἔρρει φῶς σκήπτρων, οἴμοι,
πατρῴων οἴκων.
ἦν ἐκ τῶν εὐόλβων Ἄργει
θα πω, που ο Άδης τραγουδά 
κι είν' άμοιαστο με παιάνες· 
Η λάμψη του βασιλικού σπιτιού 
των Ατρειδών έσβησε, αλί, 
του πατρογονικού σπιτιού η αχτίδα· 
των πλούσιων βασιλιάδων του Άργους η εξουσία πάει.
190 βασιλέων ἀρχά,
μόχθος δ᾽ ἐκ μόχθων ᾄσσει·
δινευούσαις ἵπποισι <ῥιφαὶ
?nbsp;έλοπος πταναῖς· ἀλλάξας δ᾽ ἐξ
ἕδρας ἱερὸν <ἱερὸν ὄμμ᾽ αὐγᾶς
Και ξεπηδούν απανωτές οι συμφορές 
απ' τον καιρό που ο Ήλιος, 
του φτερωτού γοργού άρματός του αλλάζοντας το δρόμο, 
έριξε αλλού το λαμπερό ιερό του βλέμμα.
195 ἅλιος. ἄλλαις δ᾽ ἄλλα προσέβα
χρυσέας ἀρνὸς μελάθροις ὀδύνα,
φόνος ἐπὶ φόνῳ, ἄχεα ἄχεσιν
Κι εξαιτίας του χρυσόμαλλου αρνιού, στο παλάτι 
η μια λύπη θρονιάστηκε πάνω στην άλλη, 
φόνοι πάνω στους φόνους, καημοί στους καημούς·
199 ἔνθεν τῶν πρόσθεν δμαθέντων από τότε και το αίμα παλιών απογόνων του Τάνταλου
200 Τανταλιδᾶν ἐκβαίνει ποινά γ᾽
εἰς οἴκους, σπεύδει δ᾽ ἀσπούδαστ᾽
ἐπὶ σοὶ δαίμων.
οι καινούριες γενιές - συμφορά του σπιτιού – το πλερώνουν· 
και με λύσσα φριχτή χιμά πάνω σου η μοίρα.
Ἰφιγένεια Ιφιγένεια
ἐξ ἀρχᾶς μοι δυσδαίμων
δαίμων τᾶς ματρὸς ζώνας
Μαύρη εξαρχής η μοίρα μου, 
απ' τον καιρό που λύθηκε
205 καὶ νυκτὸς κείνας· ἐξ ἀρχᾶς
λόχιαι στερρὰν παιδείαν
Μοῖραι ξυντείνουσιν θεαί,
τᾷ μναστευθείσᾳ ᾽ξ Ἑλλάνων,
ἃν πρωτόγονον θάλος ἐν θαλάμοις
η ζώνη της μητέρας μου· 
αποξαρχής οι Μοίρες θεές 
της λεχωνιάς, σφίγγουν σκληρά 
τη ζωή μου εμένα, που πρωτόβγαλτον ανθό
210 Λήδας ἁ τλάμων κούρα
σφάγιον πατρῴᾳ λώβᾳ
καὶ θῦμ᾽ οὐκ εὐγάθητον
ἔτεκεν, ἔτρεφεν εὐκταίαν·
ἱππείοις δ᾽ ἐν δίφροισι
μες στο παλάτι η δύστυχη της Λήδας κόρη 
για σφάγιο στου πατέρα την κακογνωμιά, 
για θύμα θλιβερό 
με γέννησε, μ' ανάθρεψε ταμένη στο χαμό· 
με αμάξι που άτια το 'σερναν
215 ψαμάθων Αὐλίδος ἐπέβασαν
νύμφαιον, οἴμοι, δύσνυμφον
τῷ τᾶς Νηρέως κούρας, αἰαῖ.
νῦν δ᾽ ἀξείνου πόντου ξείνα
δυσχόρτους οἴκους ναίω,
με πήγαν στην Αυλίδα την αμμουδερή 
για νύφη, μαύρη νύφη οϊμέ, του γιου 
της κόρης του Νηρέα. 
Τώρα στου πόντου του αφιλόξενου 
τ' άγονα μέρη, ξένη, κατοικώ, χωρίς
220 ἄγαμος ἄτεκνος ἄπολις ἄφιλος,
οὐ τὰν Ἄργει μέλπουσ᾽ Ἥραν
οὐδ᾽ ἱστοῖς ἐν καλλιφθόγγοις
κερκίδι ?nbsp;αλλάδος Ἀτθίδος εἰκὼ
<καὶ Τιτάνων ποικίλλουσ᾽, ἀλλ᾽
άντρα, παιδιά, πατρίδα, φίλους, 
απ' την Ελλάδα εξόριστη, λησμονημένη· 
δεν τραγουδώ την Ήρα, του Άργους τη θεά, 
κι ούτε χτυπώντας 
με τη σαΐτα το γλυκόηχον αργαλειό 
πλουμίζω τα υφαντά με ζωγραφιές 
της Αθηναίας ?nbsp;αλλάδας, των Τιτάνων,
225 αἱμόρραντον δυσφόρμιγγα
ξείνων αἱμάσσουσ᾽ ἄταν βωμούς,
οἰκτράν τ᾽ αἰαζόντων αὐδὰν
οἰκτρόν τ᾽ ἐκβαλλόντων δάκρυον.
καὶ νῦν κείνων μέν μοι λάθα,
παρά χαράζω την απαίσια αιματοράντιστη 
θυσία των ξένων, 
που βγάζουν θλιβερές κραυγές 
και δάκρυα χύνουν θλιβερά. 
Όμως τώρα όλ' αυτά τα ξεχνώ
230 τὸν δ᾽ Ἄργει δμαθέντα κλαίω και το αδέρφι που πέθανε στο Άργος θρηνώ·
232 σύγγονον, ὃν ἔλιπον ἐπιμαστίδιον,
ἔτι βρέφος, ἔτι νέον, ἔτι θάλος
ἐν χερσὶν ματρὸς πρὸς στέρνοις τ᾽
το 'χα αφήσει μωρό βυζανιάρικο, 
νιο βλαστό τρυφερό 
μες στα χέρια, στον κόρφο της μάνας του, αυτόν 
που μια μέρα οι Αργείοι θα τον έκαναν
235 Ἄργει σκηπτοῦχον Ὀρέσταν. βασιλιά, τον Ορέστη.
αλληλόκρουστοι (βράχοι): που χτυπιούνται μεταξύ τους, οι συμπληγάδες πέτρες
άξενος: αφιλόξενος
αλογοθρόφος: που τρέφει, που συντηρεί, που έχει άλογα
αντίφωνος (σκοπός): μελωδία με ρυθμό που απαντάει σε μια άλλη όμοιά της ρυθμικά