?nbsp;ρόλογος · ?nbsp;άροδος · ?nbsp;ρώτο Επεισόδιο · ?nbsp;ρώτο Στάσιμο · Δεύτερο Επεισόδιο · Δεύτερο Στάσιμο · Τρίτο Επεισόδιο · Τρίτο Στάσιμο · Έξοδος

[Επιστροφή]

 

Εὐριπίδη, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις

Μετάφραση: Θρ. Σταύρου


 
 
 

?nbsp;ρόλογος

Ἰφιγένεια Ιφιγένεια
?nbsp;έλοψ ὁ Ταντάλειος ἐς ?nbsp;ῖσαν μολὼν
θοαῖσιν ἵπποις Οἰνομάου γαμεῖ κόρην,
ἐξ ἧς Ἀτρεὺς ἔβλαστεν· Ἀτρέως δὲ παῖς
Μενέλαος Ἀγαμέμνων τε· τοῦ δ᾽ ἔφυν ἐγώ
Ο ?nbsp;έλοπας, ο γιος του Τάνταλου, όταν
πήγε στην ?nbsp;ίσα άρμα γοργό οδηγώντας,
με του Οινόμαου παντρεύτηκε την κόρη·
παιδί αυτωνών ο Ατρέας, και γιοι του Ατρέα,
Μενέλαος κι Αγαμέμνονας· πατέρας
5 τῆς Τυνδαρείας θυγατρὸς Ἰφιγένεια παῖς,
ἣν ἀμφὶ δίναις ἃς θάμ᾽ Εὔριπος πυκναῖς
αὔραις ἑλίσσων κυανέαν ἅλα στρέφει,
ἔσφαξεν Ἑλένης οὕνεχ᾽, ὡς δοκεῖ, πατὴρ
Ἀρτέμιδι κλειναῖς ἐν πτυχαῖσιν Αὐλίδος.
δικός μου αυτός, και του Τυνδάρεω κόρη
η μάνα μου· κι εγώ είμαι η Ιφιγένεια
που, όπως νομίζουν, μ' έσφαξε ο πατέρας μου
στην Άρτεμη για χάρη της Ελένης
στις ξακουστές κοιλάδες της Αυλίδας,
κει που σβουρίζει ο Εύριπος ολοένα
κι από συχνούς στριφογυρίζει ανέμους
και τη γαλάζια θάλασσα ταράζει,
10 ἐνταῦθα γὰρ δὴ χιλίων ναῶν στόλον
Ἑλληνικὸν συνήγαγ᾽ Ἀγαμέμνων ἄναξ,
τὸν καλλίνικον στέφανον Ἰλίου θέλων
λαβεῖν Ἀχαιοῖς τούς θ᾽ ὑβρισθέντας γάμους
Ἑλένης μετελθεῖν, Μενέλεῳ χάριν φέρων.
Χίλια καράβια ελληνικά εκεί πέρα
ο Αγαμέμνονας είχε μαζεμένα,
τ' ωραίο στεφάνι θέλοντας της νίκης
για τους Αχαιούς να πάρει από την Τροία,
μα και για το Μενέλαο, που τον είχαν
προσβάλει αρπάζοντάς του την Ελένη,
15 δεινῆς δ᾽ ἀπλοίας πνευμάτων τε τυγχάνων,
ἐς ἔμπυρ᾽ ἦλθε, καὶ λέγει Κάλχας τάδε·
ὦ τῆσδ᾽ ἀνάσσων Ἑλλάδος στρατηγίας,
Ἀγάμεμνον, οὐ μὴ ναῦς ἀφορμίσῃ χθονός,
πρὶν ἂν κόρην σὴν Ἰφιγένειαν Ἄρτεμις
Απ' αγριοκαίρια στη στεριά δεμένος
μαντεία φωτιάς ζητούσε, κι είπε ο Κάλχας:
“του ελληνικού στρατού, αρχηγέ Αγαμέμνονα,
από τ' αραξοβόλια πλοίο δε βγαίνει,
αν η Άρτεμη την κόρη σου Ιφιγένεια
20 λάβῃ σφαγεῖσαν· ὅ τι γὰρ ἐνιαυτὸς τέκοι
κάλλιστον, ηὔξω φωσφόρῳ θύσειν θεᾷ.
παῖδ᾽ οὖν ἐν οἴκοις σὴ Κλυταιμήστρα δάμαρ
τίκτει--τὸ καλλιστεῖον εἰς ἔμ᾽ ἀναφέρων--
ἣν χρή σε θῦσαι. καί μ᾽ Ὀδυσσέως τέχναις
για σφαχτό δεν τη λάβει στο βωμό της·
θύμα στη φωτοκράτα θεά είχες τάξει
της χρονιάς τ' ομορφότερο βλαστάρι”·
και πρώτη εμένα κρίνοντας στα κάλλη
προσθέτει “η Κλυταιμήστρα σου έχει κάμει
σπίτι σου κόρη· ανάγκη να τη σφάξεις”.
25 μητρὸς παρείλοντ᾽ ἐπὶ γάμοις Ἀχιλλέως.
ἐλθοῦσα δ᾽ Αὐλίδ᾽ ἡ τάλαιν᾽ ὑπὲρ πυρᾶς
μεταρσία ληφθεῖσ᾽ ἐκαινόμην ξίφει·
ἀλλ᾽ ἐξέκλεψεν ἔλαφον ἀντιδοῦσά μου
Ἄρτεμις Ἀχαιοῖς, διὰ δὲ λαμπρὸν αἰθέρα
Και δολερά απ' τη μάνα μου με πήραν
με του Οδυσσέα τις πονηριές, πως τάχα
γυναίκα θα γινόμουν του Αχιλλέα.
Σαν πήγα στην Αυλίδα, ανάερα πάνω
απ' το βωμό με πιάσανε τη δόλια
και με σπαθί με σφάζαν· η Άρτεμη όμως
κρυφά με πήρε, αντίς για με ένα λάφι
30 πέμψασά μ᾽ ἐς τήνδ᾽ ᾤκισεν Ταύρων χθόνα,
οὗ γῆς ἀνάσσει βαρβάροισι βάρβαρος
Θόας, ὃς ?nbsp;κὺν πόδα τιθεὶς ἴσον πτεροῖς
ἐς τοὔνομ᾽ ἦλθε τόδε ποδωκείας χάριν.
έδωσε στους Αχαιούς, κι από τη λάμψη
περνώντας με του αιθέρα, εδώ στη χώρα
να κατοικήσω μ' έφερε των Ταύρων,
που την ορίζει, βάρβαρος βαρβάρων
ρήγας, ο Θόας, τ' όνομ' αυτό του δώσαν,
γιατί φτερά στα πόδια του λες κι έχει.
ναοῖσι δ᾽ ἐν τοῖσδ᾽ ἱερέαν τίθησί με· Σ' αυτό το ναό μ' έκαμε ιέρεια, κι έτσι
35 ὅθεν νόμοισι τοῖσιν ἥδεται θεὰ
Ἄρτεμις, ἑορτῆς, τοὔνομ᾽ ἧς καλὸν μόνον--
τὰ δ᾽ ἄλλα σιγῶ, τὴν θεὸν φοβουμένη--
[θύω γὰρ ὄντος τοῦ νόμου καὶ πρὶν πόλει,
ὃς ἂν κατέλθῃ τήνδε γῆν Ἕλλην ἀνήρ.]
με τα έθιμα - χαρές της θεάς – βαδίζω
μιας γιορτής, που είναι μόνο τ' όνομά της
ωραίο, όσο για τ' άλλα πια. . . σωπαίνω:
τη θεά φοβούμαι. Το έθιμο όπως ήταν
και πριν να 'ρθω, όποιος, Έλληνας ξεπέσει
εδώ, τον ετοιμάζω για θυσία,
40 κατάρχομαι μέν, σφάγια δ᾽ ἄλλοισιν μέλει
ἄρρητ᾽ ἔσωθεν τῶνδ᾽ ἀνακτόρων θεᾶς.
μα της σφαγής της άρρητης την έγνοια
μες στο ιερό της θεάς την έχουν άλλοι.
ἃ καινὰ δ᾽ ἥκει νὺξ φέρουσα φάσματα,
λέξω πρὸς αἰθέρ᾽, εἴ τι δὴ τόδ᾽ ἔστ᾽ ἄκος.
ἔδοξ᾽ ἐν ὕπνῳ τῆσδ᾽ ἀπαλλαχθεῖσα γῆς
Τ' όνειρο τώρα που είδα ψες τη νύχτα
θα πω στο φως· γιατρειά ίσως τούτο φέρει·
έμενα, λέει, μακριά απ' αυτή τη χώρα,
45 οἰκεῖν ἐν Ἄργει, παρθένοισι δ᾽ ἐν μέσαις
εὕδειν, χθονὸς δὲ νῶτα σεισθῆναι σάλῳ,
φεύγειν δὲ κἄξω στᾶσα θριγκὸν εἰσιδεῖν
δόμων πίτνοντα, πᾶν δ᾽ ἐρείψιμον στέγος
βεβλημένον πρὸς οὖδας ἐξ ἄκρων σταθμῶν.
στο Άργος, κι ενώ κοιμόμουν στο δωμάτιο
των κοριτσιών, σεισμός τη γη τραντάζει·
έφυγα, στάθηκα έξω, και είδα τότε
να πέφτει του σπιτιού η γρηπίδα, η στέγη
να σωριάζεται ολούθε απ' τ' ακροστύλια.
50 μόνος λελεῖφθαι στῦλος εἷς ἔδοξέ μοι
δόμων πατρῴων, ἐκ δ᾽ ἐπικράνων κόμας
ξανθὰς καθεῖναι, φθέγμα δ᾽ ἀνθρώπου λαβεῖν,
κἀγὼ τέχνην τήνδ᾽ ἣν ἔχω ξενοκτόνον
τιμῶσ᾽ ὑδραίνειν αὐτὸν ὡς θανούμενον,
Μου φάνηκε πως ένας μόνο στύλος
από το πατρικό μου έμεινε σπίτι,
ξανθά μαλλιά φύτρωσαν στην κορφή του
και πήρε ανθρώπινη λαλιά· και το έργο
κάνοντας που έχω εδώ - θυσία των ξένων -
του 'ριχνα εγώ τον αγιασμό με θρήνους,
55 κλαίουσα. τοὔναρ δ᾽ ὧδε συμβάλλω τόδε·
τέθνηκ᾽ Ὀρέστης, οὗ κατηρξάμην ἐγώ.
στῦλοι γὰρ οἴκων παῖδές εἰσιν ἄρσενες·
θνῄσκουσι δ᾽ οὓς ἂν χέρνιβες βάλωσ᾽ ἐμαί.
[οὐδ᾽ αὖ συνάψαι τοὔναρ ἐς φίλους ἔχω·
για να σφαγεί. Και να πώς το ξηγάω
τ' όνειρο αυτό: ο Ορέστης, που για θύμα
τον ετοίμαζα, πέθανε· γιατ' είναι
στύλοι σπιτιών τ' αρσενικά παιδιά·
κι όποιον το ράντισμά μου βρει, πεθαίνει.
Σ' άλλους δικούς τ' όνειρο δεν ταιριάζει·
60 Στροφίῳ γὰρ οὐκ ἦν παῖς, ὅτ᾽ ?nbsp;λλύμην ἐγώ.]
νῦν οὖν ἀδελφῷ βούλομαι δοῦναι χοὰς
παροῦσ᾽ ἀπόντι--ταῦτα γὰρ δυναίμεθ᾽ ἄν--
σὺν προσπόλοισιν, ἃς ἔδωχ᾽ ἡμῖν ἄναξ
Ἑλληνίδας γυναῖκας. ἀλλ᾽ ἐξ αἰτίας
σα με σκοτώναν, γιο δεν είχε ο Στρόφιος.
Τώρα λοιπόν στο μακρινό μου αδέρφι
από δω χάμω - αυτό μπορώ μονάχα -
να ρίξω θέλω χοές, με τις γυναίκες
τις Ελληνίδες που έχει βάλει ο ρήγας
στη δούλεψή μου. Αλλά ποιος να 'ναι ο λόγος
65 οὔπω τίνος πάρεισιν; εἶμ᾽ ἔσω δόμων
ἐν οἷσι ναίω τῶνδ᾽ ἀνακτόρων θεᾶς.
κι ακόμα δε φανήκανε; ?nbsp;ηγαίνω
στο ναό της θεάς· αυτός και σπίτι μου είναι.
Ὀρέστης
ὅρα, φυλάσσου μή τις ἐν στίβῳ βροτῶν.
Ορέστης
Το νου σου! Είναι κανείς στο δρόμο; Κοίτα!
?nbsp;υλάδης
ὁρῶ, σκοποῦμαι δ᾽ ὄμμα πανταχῆ στρέφων.
?nbsp;υλάδης
Κοιτάω· παντού τα βλέμματά μου ρίχνω.
Ὀρέστης
?nbsp;υλάδη, δοκεῖ σοι μέλαθρα ταῦτ᾽ εἶναι θεᾶς
Ορέστης
?nbsp;υλάδη, εδώ ο ναός της θεάς λες να 'ναι,
70 ἔνθ᾽ Ἀργόθεν ναῦν ποντίαν ἐστείλαμεν; που δα γι' αυτόν 'βάλαμε πλώρη απ' τ' Άργος;
?nbsp;υλάδης
ἔμοιγ᾽, Ὀρέστα· σοὶ δὲ συνδοκεῖν χρεών.
?nbsp;υλάδης
Ναι, Ορέστη, λέω· κι εσύ θα συμφωνήσεις.
Ὀρέστης
καὶ βωμός, Ἕλλην οὗ καταστάζει φόνος;
Ορέστης
Κι ο βωμός που τον βρέχει Ελλήνων αίμα;
?nbsp;υλάδης
ἐξ αἱμάτων γοῦν ξάνθ᾽ ἔχει τριχώματα.
?nbsp;υλάδης
Ξανθή απ' το αίμα πάνω η πλάκα του είναι.
Ὀρέστης
θριγκοῖς δ᾽ ὑπ᾽ αὐτοῖς σκῦλ᾽ ὁρᾷς ?nbsp;ρτημένα;
Ορέστης
Και τρόπαια κρεμασμένα στη γρηπίδα;
?nbsp;υλάδης ?nbsp;υλάδης
75 τῶν κατθανόντων γ᾽ ἀκροθίνια ξένων. Ναι, απομεινάρια των σφαγμένων ξένων.
ἀλλ᾽ ἐγκυκλοῦντ᾽ ὀφθαλμὸν εὖ σκοπεῖν χρεών. Τα μάτια μας καλά ένα γύρο ας ψάξουν.
Ὀρέστης
ὦ Φοῖβε, ποῖ μ᾽ αὖ τήνδ᾽ ἐς ἄρκυν ἤγαγες
χρήσας, ἐπειδὴ πατρὸς αἷμ᾽ ἐτεισάμην,
μητέρα κατακτάς, διαδοχαῖς δ᾽ Ἐρινύων
Ορέστης
Τι δίχτυ πάλι μου 'στησε ο χρησμός σου,
ω Φοίβε, αφού, σκοτώνοντας τη μάνα,
του πατέρα μου πήρα πίσω το αίμα,
κι από τις Ερινύες κυνηγημένος,
80 ?nbsp;λαυνόμεσθα φυγάδες ἔξεδροι χθονὸς
δρόμους τε πολλοὺς ἐξέπλησα καμπίμους,
ἐλθὼν δέ σ᾽ ?nbsp;ρώτησα πῶς τροχηλάτου
μανίας ἂν ἔλθοιμ᾽ ἐς τέλος πόνων τ᾽ ἐμῶν,
οὓς ἐξεμόχθουν περιπολῶν καθ᾽ Ἑλλάδα--
μια αυτές μια κείνες, μύριους πήρα δρόμους
κι εξόριστος πλανήθηκα στα ξένα;
Κι ήρθα σ' εσέ, ρωτώντας με ποιον τρόπο
θα 'βαζα κάποιο τέρμα στη μανία
που να τρέχω με κένταε, και στους κόπους
που τραβούσα γυρνώντας την Ελλάδα.
85 σὺ δ᾽ εἶπας ἐλθεῖν Ταυρικῆς μ᾽ ὅρους χθονός,
ἔνθ᾽ Ἄρτεμίς σοι σύγγονος βωμοὺς ἔχοι,
λαβεῖν τ᾽ ἄγαλμα θεᾶς, ὅ φασιν ἐνθάδε
ἐς τούσδε ναοὺς οὐρανοῦ πεσεῖν ἄπο·
λαβόντα δ᾽ ἢ τέχναισιν ἢ τύχῃ τινί,
Στη χώρα είπες εσύ να 'ρθω των Ταύρων,
εδώ που η αδερφή σου η Άρτεμη έχει
βωμό, και το άγαλμά της, που απ' το ουράνια,
λεν, έπεσε σ' αυτό το ναό, να πάρω
με πονηριά ή αλλιώς όπως μου τύχει·
κι αφού τελειώσω το επικίνδυνο έργο,
90 κίνδυνον ἐκπλήσαντ᾽, Ἀθηναίων χθονὶ
δοῦναι--τὸ δ᾽ ἐνθένδ᾽ οὐδὲν ἐρρήθη πέρα--
καὶ ταῦτα δράσαντ᾽ ἀμπνοὰς ἕξειν πόνων.
στων Αθηναίων τη χώρα να το δώσω·
δεν είπες τίποτ' άλλο· αυτά όταν κάμω,
ξανάσαση θα βρω στα βάσανά μου,
ἥκω δὲ πεισθεὶς σοῖς λόγοισιν ἐνθάδε
ἄγνωστον ἐς γῆν, ἄξενον. σὲ δ᾽ ἱστορῶ,
Σ' άκουσα κι ήρθα εδώ, σ' άγνωστη χώρα
κι αφιλόξενη. Τώρα εσέ, ?nbsp;υλάδη,
95 ?nbsp;υλάδη--σὺ γάρ μοι τοῦδε συλλήπτωρ πόνου—
τί δρῶμεν; ἀμφίβληστρα γὰρ τοίχων ὁρᾷς
ὑψηλά· πότερα δωμάτων προσαμβάσεις
ἐκβησόμεσθα; πῶς ἂν οὖν λάθοιμεν ἄν;
ἢ χαλκότευκτα κλῇθρα λύσαντες μοχλοῖς—
ρωτώ - είσ' εσύ βοηθός μου στο έργο τούτο-
τι θα κάμουμε; Οι τοίχοι ολόγυρα είναι,
βλέπεις, ψηλοί· να σκαρφαλώσουμε ίσως
στη στέγη; αυτό μπορεί κρυφά να γίνει;
Ή με λοστούς τις μπρούντζινες αμπάρες
100 ὧν οὐδὲν ἴσμεν; ἢν δ᾽ ἀνοίγοντες πύλας
ληφθῶμεν ἐσβάσεις τε μηχανώμενοι,
θανούμεθ᾽. ἀλλὰ πρὶν θανεῖν, νεὼς ἔπι
φεύγωμεν, ᾗπερ δεῦρ᾽ ἐναυστολήσαμεν.
σπώντας... μα ανίδεοι είμαστε για τέτοια.
Κι αν μας πιάσουν ν' ανοίγουμε την πόρτα
και με δόλο να θέλουμε να μπούμε,
θα μας σκοτώσουν. ?nbsp;ριν το πάθουμε, έλα
πάμε στο πλοίο που εδώ μας έχει φέρει.
?nbsp;υλάδης
φεύγειν μὲν οὐκ ἀνεκτὸν οὐδ᾽ εἰώθαμεν,
?nbsp;υλάδης
Να φύγουμε: απαράδεχτο· δεν είναι
105 τὸν τοῦ θεοῦ δὲ χρησμὸν οὐ κακιστέον·
ναοῦ δ᾽ ἀπαλλαχθέντε κρύψωμεν δέμας
κατ᾽ ἄντρ᾽ ἃ πόντος νοτίδι διακλύζει μέλας--
νεὼς ἄπωθεν, μή τις εἰσιδὼν σκάφος
βασιλεῦσιν εἴπῃ κᾆτα ληφθῶμεν βίᾳ.
συνήθειά μας· δεν πρέπει από δειλία
ν' αφήσουμε θεϊκό χρησμό να πέσει·
μα πάμε, απ ' το ναό μακριά. σε σπήλιο
δαρμένο απ' του γιαλού το μαύρο κύμα
να κρυφτούμε, πιο πέρ' απ' το καράβι,
μην τύχει και το δει κανείς, και τότε
το πει στο βασιλιά τους και μας πιάσουν·
110 ὅταν δὲ νυκτὸς ὄμμα λυγαίας μόλῃ,
τολμητέον τοι ξεστὸν ἐκ ναοῦ λαβεῖν
ἄγαλμα πάσας προσφέροντε μηχανάς.
ὅρα δέ γ᾽ εἴσω τριγλύφων ὅποι κενὸν
δέμας καθεῖναι· τοὺς πόνους γὰρ ἁγαθοὶ
και της θαμπής σα φτάσει νύχτας η όψη,
πρέπει ν' αποκοτήσουμε, με κάθε
τρόπο, το ξύλινο άγαλμα από μέσα
απ' το ναό να πάρουμε. Για κοίτα
που, ανάμεσ' απ' τα τρίγλυφα, έχει μέρος
να κατεβούμε· τολμηροί στους κόπους
115 τολμῶσι, δειλοὶ δ᾽ εἰσὶν οὐδὲν οὐδαμοῦ. οι αντρείοι, ενώ οι δειλοί είναι σ' όλα ανάξιοι.
Ὀρέστης
οὔ τοι μακρὸν μὲν ἤλθομεν κώπῃ πόρον,
ἐκ τερμάτων δὲ νόστον ἀροῦμεν πάλιν.
ἀλλ᾽ εὖ γὰρ εἶπας, πειστέον· χωρεῖν χρεὼν
ὅποι χθονὸς κρύψαντε λήσομεν δέμας.
Ορέστης
Δεν περάσαμε αλήθεια τόσο πέλαο,
για να κάμουμε πίσω μπρος στο τέρμα.
Σωστά μιλείς, σ' ακούω· σε μέρος όπου
δε θα μας δούνε πάμε να κρυφτούμε.
120 οὐ γὰρ τὸ τοῦ θεοῦ γ᾽ αἴτιον γενήσεται
πεσεῖν ἄχρηστον θέσφατον· τολμητέον·
μόχθος γὰρ οὐδεὶς τοῖς νέοις σκῆψιν φέρει.
Δε θα 'μαι εγώ η αιτία, ο θείος λόγος
ανώφελος να πέσει. Τόλμη! Οι νέοι
δε βρίσκουν αφορμές μπρος σε όποιο αγώνα.
φωτοκράτα: που κρατεί δάδα, πυρσό
άρρητος: ανείπωτος, ανομολόγητος
γρηπίδα: το γείσο
χοές: τελετές, μνημόσυνο για νεκρούς
τρίγλυφα: τετράγωνες πλάκες με τρία αυλάκια πάνω από τις κολόνες ναού