ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΝΩΪΚΗ ΚΡΗΤΗ

<< ΤΡΙΚΟΥΒΕΡΤΟ ΓΛΕΝΤΙ >> ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΚΡΑΣΙ  ΣΕ ΓΑΜΟ ΣΤΗΝ ΚΝΩΣΟ,

ΠΡΙΝ 3.500 ΧΡΟΝΙΑ .

ΤΟ  ΕΝΕΠΙΓΡΑΦΟ  ΧΡΥΣΟ   ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ   ΑΠΟ ΤΟΝ  ΜΑΥΡΟΣΠΗΛΙΟ ΚΝΩΣΟΥ

 

Daktylidi.jpg (9183 bytes)                 

                                                                                                                                    Το χρυσό  δακτυλιδι απο το  Μαυρόσπηλιο  Κνωσού.      
Daktylidi2.jpg (17145 bytes)
 
Σχεδιάγραμμα  της επιγραφής.

 

Στήν προθήκη 87 του Μουσείου Ηρακλείου, με αριθ. 530, βρίσκεται χρυσό ενεπίγραφο δακτυλίδι. Το δακτυλίδι προέρχεται από παλαιές ανασκαφές της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής, στους Μινωϊκούς τάφους του Μαύρου Σπήλιου Κνωσού και συγκεκριμένα από τον τάφο ΙΧ, που ανήκε σε επιφανή οικογένεια, όπως δείχνουν και άλλα πολύτιμα ευρήματα και κυρίως μια ενεπίγραφη περόνη με την οποία θα ασχοληθούμε σύντομα. Οι ανασκαφές έγιναν το 1926-1927, και όπως μου είπε το Μάϊο 1996 ο συνταξιούχος εργάτης ανασκαφών Γεωργ. Αντ. Βασιλάκης ετών 88, ο οποίος δούλεψε σ'αυτές, θυμάται ότι η ανασκαφή του συγκεκριμένου τάφου έγινε υπό την επίβλεψη του αρχαιολόγου Mackenzie, ο οποίος ήταν βοηθός του Evans και ότι στο βάθος του διαδρόμου (του τάφου) βρέθηκε από τον αρχιεργάτη Μιλιαρά Ιωάννη, το μοναδικό ενεπίγραφο χρυσό δακτυλίδι. Ο οικογενειακός αυτός τάφος δεν υπάρχει πια, διότι επειδή το έδαφος δεν ήταν βραχώδες, κατάρευσε η οροφή του. Οι Αγγλοι είχαν αρχίσει στο μέρος αυτό τις ανασκαφές μετά την πληροφορία που τους έδοσε ο Εμμ. Ακουμιανάκης, ότι στον αγρό του, στις πλαγιές του Αϊλιά, αρκάλοι είχαν βγάλει όστρακα σκάβοντας.

Η μοναδικότητα του δακτυλιδιού οφείλεται στο ότι στην σφενδόνη του ήταν γραμμένη σπειροειδής επιγραφή καλλιγραφικής Γραμμικής Α. Τα γράμματα είναι όμοια με αυτά της επιγραφής του κυπέλλου του Ατρέα από την Κνωσό που βρέθηκε μαζί με ένα άλλο στην οικία των μονολιθικών στύλων, πιθανόν πεσμένα από υπάρχοντα όροφο, προέκταση του ιερού που βρισκόταν νότια των διαμερισμάτων της βασίλισσας (κύπελλο του Ατρέα , ονομάζω μια από τις δύο κούπες που βρέθηκαν στην Κνωσό με επιγραφές μοναδικής καλλιγραφικής Γραμμικής, γραμμένες στο εσωτερικό τους με μελάνι σουπιάς, και έχουν εκφράσει πολλοί, αφθαίρετα την γνώμη, ότι είναι μαγικές ρήσεις. Την ονομασία δίνω επειδή γράφει <<από το Ατρέα στον Διόνυσο τον γιό του Δία...........>>).

Η επιγραφή του δακτυλιδιού διαβάζεται απο μέσα προς τα έξω όπως τον δίσκο της Φαιστού του οποίου το κείμενο Ελληνικής Κρητικής διαλέκτου και της δια τεχνάσματος αποτυπωμένης Ελληνικής Κρητικής γραφής, τύπου Κωδίκων Γόρτυνας, διάβασα πριν τέσσερα χρόνια. Την φορά ανάγνωσης του κειμένου στο δίσκο μας πληροφορεί και η πινακίδα Γραμμικής Α, που βρέθηκε μαζί μ'αυτόν. Θα επαναλάβω εδώ ότι η Γραμμική Α δημιουργήθηκε από την Ελληνική Κρητική διάλεκτο και χρησιμοποιούνταν μαζί με τα <<Ιερογλυφικά>> της Κρητικής Ελληνικής Διαλέκτου, μέχρι και τους Ελληνιστικούς χρόνους για να αποτυπώνουν αυτά που ήθελαν να γράψουν, οι σε παγκόσμιο επίπεδο, μοναδικοί λεξιπλάστες Κρητικοί.

Το κείμενο της Γραμμικής Α του δακτυλιδιού, ειναι αυτό που ακολουθεί:

ku  o-a-ra  re-te-i   me-ta-ja  pa-du-pi  ti-na  ne-jo-re-a.

Η μετάφραση είναι :

Μεγάλος γάμος με το ταίρι μου, με πάνδουρους και το κρασοβάρελο γεμάτο κρασί που έρεε.

Εχομε, απ'ότι βλέπομε εδώ, αναμνηστικό δακτυλίδι για γάμο σε σπίτι πλούσιας οικογένειας

ΛΕΞΕΙΣ

που και ιων.τ. κου και αιόλ.τ. ποι (αόρ.εγκλιτ.επίρρ.) = σε κάποιο βαθμό. 2.(συχνά προστίθεται σε προεισαγωγικά μόρια ή επιτάσσεται σε λέξεις προκειμένου να περιορίσει ή να τροποποιήσει κάποια έκφραση) κατά κάποιον τρόπο, πιθανώς, ίσως. 3.κάπου, σε κάποιο τόπο.

όαρ, όαρρος,η. 1.η γυναίκα ως σύντροφος, η σύζυγος 2.(κατά τον Ησύχ.) <<όαρας. γάμους, οι δε γυναίκας>>.

ρέθος,το. 1.το πρόσωπο 2. τό σώμα.

μεταϊζω. κάθομαι μαζί με κάποιον ή κοντα σε κάποιον.

Πάνδουρος = αρχαιότατο λαϊκό νυσσόμενο έγχορδο μουσικό όργανο, απο-τελούμενο από τρείς χορδές ή από τρία ζεύγη χορδών, είδος λαούτου με μακρύ βραχίονα, αλλ.τρίχορδο ή μπαντούρα και πανδούρα.

Τίνα,η. = βυτίο οίνου

νέω = (η μτχ.παθ.παρακμ.) ο υπερβολικά γεμάτος, ο παραγεμισμένος.

ρέω = αναβλύζω, ξεχύνομαι. (γιά στέγη ή αγγείο) στάζω, τρέχω.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΘΩΜΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ
Ερευνητής Προϊστορικών Γραφών
ΒΛΥΧΙΑ - ΚΝΩΣΟΥ
715 00 ΗΡΑΚΛΕΙΟ-ΚΡΗΤΗΣ

1on.gif (2742 bytes)

Escati Free Counter
You are Visitor No:

View Counter Stats
Από 1/12/2000