Θέματα & Αφιερώματα

14/3/2004

Το Μωσαϊκό των ελληνικών διαλέκτων

Ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο, που αναφέρεται στην ιστορία και την καταγωγή της ελληνικής γλώσσας δημοσιεύουμε σήμερα.
    Είναι το κείμενο της εργασίας που εκπόνησε ο Φοιτητής του Ανοικτού Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Π. Θεοχαρόπουλος για τις ανάγκες, βέβαια, των σπουδών του στον Ελληνικό Πολιτισμό.
Η Ελληνική Γλώσσα διαδόθηκε και στους λαούς, στα βάθη της Ασίας με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στη φωτογραφία, λεπτομέρεια από το μωσαϊκό που βρέθηκε στην Πομπηία, απεικονίζει τη μάχη της Ισσού και φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης.

Ο άνθρωπος, από τη στιγμή που πρωτοεμφανίστηκε στη γη, συγκροτήθηκε σε ομάδες για να μπορέσει να επιβιώσει από τους κινδύνους που τον περίζωναν, με αποτέλεσμα, να αναπτύξει μία έντονη συλλογικότητα που τον διαχώριζε από τα ζώα. Ενώ τα ζώα συνεννοούνται με κραυγές, ο άνθρωπος, μέσα από αυτή τη συλλογική διαδικασία, κατόρθωσε να μετατρέψει τις κραυγές σε ένα σύστημα διαρθρωμένων φθόγγων ικανό να εκφράζει όχι μόνο αισθήματα αλλά και αφηρημένες έννοιες.

Η Ελληνική Γλώσσα

    Στον ελλαδικό χώρο, πριν την κάθοδο των ελληνικών φύλων, ζούσαν διάφορα φύλα όπως οι Λέλεγες, οι Κάρες, οι Πελασγοί κ.α. Με την κάθοδο των ελληνικών φύλων από το βορά (2000-1200 π.Χ.), δημιουργείται μία γλωσσική επιμιξία μεταξύ της γλώσσας των αυτοχθόνων κατοίκων και της γλώσσας, που μετέφεραν οι νέοι κάτοικοι της Ελλάδος.
    Η νέα αυτή γλώσσα, συμπεριλάμβανε στοιχεία των γλωσσών της Ινδο-ευρωπαϊκής οικογένειας αλλά δανείσθηκε από το λεξιλόγιο της προελληνικής γλώσσας, τουλάχιστον το 40% των λέξεων (Λαβύρινθος, βασιλεύς, σίδηρος κ.α.).
    Η κάθοδος όμως των Ελληνικών φύλων, καθώς και η διάσπαση του ελληνικού έθνους σε απομονωμένες πόλεις κράτη, συντέλεσαν στη δημιουργία διαφόρων διαλέκτων οι οποίες συνδέονταν με τη φυλετική προέλευση των κατοίκων μιας περιοχής.
    Σήμερα, με την αξιοποίηση των αρχαιολογικών πηγών, οι διάλεκτοι της αρχαίας Ελλάδος διακρίνονται σε τέσσερις ομάδες:
    Την Αττικοϊωνική (Αττική και Ιωνική), την Αρκαδοκυπριακή, την Αιολική (Θεσσαλική, Λεσβιακή, Βοιωτική) και τη Δυτική (Βορειοδυτική, Δωρική και Μακεδονική).

Αττικοϊωνική ομάδα

    Η Αττική διάλεκτος, εξελίχθηκε στην πρώτη κοινή γλώσσα των Ελλήνων, και μιλιόταν αρχικά μόνο στην πόλη της Αθήνας. Αν και συνδεόταν στενά με την Ιωνική διάλεκτο, στην αρχή των ιστορικών χρόνων έχει ήδη αποσπαστεί και διαφοροποιηθεί από την Ιωνική. Κατά τον 4ο αι. διαμορφώνεται σε κοινή γλώσσα ενώ τον 3ο αι. υποχωρεί μπροστά στην Αλεξανδρινή κοινή.
    Η Ιωνική διάλεκτος, μιλιόταν στις Κυκλάδες, στην Εύβοια, στη Χαλκιδική και στη Μικρά Ασία. Η Ιωνική διάλεκτος μαρτυρείται από τον 8ο αι. και διαδόθηκε ευρέως λόγω της ανάπτυξης της φιλοσοφίας, ιστοριογραφίας και της επικής ποίησης. Δέχθηκε τις επιρροές της Αττικής διαλέκτου από τον 5ο αι. (λόγω της συμμετοχής της στη συμμαχία της Δήλου) ενώ υποχώρησε στην Αττική κοινή τον 4ο αι.

Αρκαδοκυπριακή ομάδα

    Η Αρκαδοκυπριακή διάλεκτος, πρέπει να διαμορφώθηκε και να μιλιόταν στην Πελοπόννησο πριν το 1200 π.Χ. Η γλωσσική συγγένεια των δύο περιοχών (Αρκαδίας - Κύπρου) μπορεί να εξηγηθεί από την αρχαία παράδοση περί εποικισμού της νήσου από Αρκάδες. Η Αρκαδοκυπριακή δέχθηκε πιέσεις από τη Δωρική Κοινή (στην οποία παρεχώρησε τη θέση της) στις αρχές του 2ου αι., αλλά έναν αιώνα αργότερα υποχώρησε και αυτή στην Ελληνιστική Κοινή.

Αιολική ομάδα

    Η Αιολική διάλεκτος περιλαμβάνει τις διαλέκτους της Θεσσαλίας, της Βοιωτίας και της Λέσβου με την απέναντι Μικρασιατική ακτή. Κέντρο της διαλέκτου θεωρείται η Θεσσαλία η οποία ονομάζονταν και Αιολίς. Με την εγκατάσταση στη περιοχή Δωρικών φύλων από την Ήπειρο, ξεκινά ένα μεταναστευτικό ρεύμα προς τη Λέσβο και τη Μ. Ασία. Το Λεσβιακό ιδίωμα μας είναι γνωστό κυρίως από τη Σαπφώ και τον Αλκαίο. Και αυτή η διάλεκτος υποχωρεί μπροστά στην πορεία της Ελληνιστικής Κοινής.

Δυτική ομάδα

    Η Δυτική ομάδα περιλαμβάνει τη Βορειοδυτική, τη Δωρική και τη Μακεδονική διάλεκτο.
    Η Βορειοδυτική διάλεκτος μιλιόταν στην Ήπειρο, την Αιτωλία, τη Φωκίδα και τη Δωρίδα, ενώ σε αυτές συγκαταλέγεται και η Ηλειακή διάλεκτος. Με τη δημιουργία της Αιτωλικής Συμπολιτείας (4ος αι.) δημιουργείται μια μορφή Βορειδυτικής Κοινής που περιορίζει τις τοπικές ιδιοτυπίες. Στο τέλος του 3ου αι. η βορειοδυτική διάλεκτος υποκαθίσταται από την Αττική Κοινή.
    Η Δωρική διάλεκτος, μιλιόταν στην Πελοπόννησο, στην Κρήτη, στη Μήλο, Θήρα, Ρόδο και στις απέναντι ακτές της Μικράς Ασίας. Η διάλεκτος μεταδόθηκε με την κάθοδο των Δωρικών φύλων, αρχικά στην Πελοπόννησο και εν συνεχεία στην Κρήτη. Η επίδραση της Αττικής Κοινής ξεκινά από τον 4ο αι. ενώ κάποια τοπικά ιδιώματα παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στις μέρες μας υπάρχει η Τσακωνική διάλεκτος, που προέρχεται από τη Δωρική και μας βοηθά να μελετήσουμε ενδελεχώς τη Δωρική διάλεκτο.
    Για τη Μακεδονική διάλεκτο δεν έχουμε πολλές πληροφορίες λόγω της γεωγραφικής και πολιτικής απομόνωσης των κατοίκων της Μακεδονίας. Από τα τέλη του 5ου αι. υιοθετείται η Αττική Κοινή ως επίσημη γλώσσα του κράτους, στην οποία ενσωματώθηκαν και διάφορα στοιχεία της Μακεδονικής διαλέκτου. Έτσι, από τα πλούσια ευρήματα της περιόδου, αντλούμε σημαντικά στοιχεία και για τη Μακεδονική διάλεκτο, η οποία κατατάσσεται πλέον αναμφίβολα στις Ελληνικές διαλέκτους.

Αττική διάλεκτος

    Με το πέρας των Μηδικών πολέμων, η Αθήνα ανέλαβε μέσα από τη συμμαχία της Δήλου (478-77 π.Χ.) ηγετικό ρόλο. Από τη συμμαχία αυτή, η Αθήνα κατορθώνει να δημιουργήσει μέσα στον Ελληνικό κόσμο ένα κράτος το οποίο καθοδηγούσε η ίδια. Πολύ σύντομα όμως η συμμαχία μετετράπη σε Αθηναϊκή ηγεμονία μιας και μετεβλήθη η ισοτιμία μεταξύ της ίδιας και των συμμάχων της σε κυριαρχία της έναντί των. Ωστόσο, εκτός της πολιτικής υπεροχής, που αναμφισβήτητα διατηρούσε η Αθήνα, η πολιτισμική της δύναμη ήταν αυτή που διατήρησε "στην πρώτη γραμμή" την Αττική γλώσσα, ακόμη και όταν η Αθήνα υποτάχθηκε πολιτικά στους Λακεδαιμονίους (404 π.Χ.) και στους Μακεδόνες (338 π.Χ.).
    Διάφοροι λόγοι επέδρασαν ώστε η Αττική διάλεκτος να μετατραπεί στην πρώτη κοινή γλώσσα των Ελλήνων αυτοί ήταν:
α. Η αναπτυγμένη εμπορική δραστηριότητα με ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο και η ανάπτυξη του Πειραιά ως το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Μεσογείου έφεραν στην Αθήνα νέους κατοίκους οι οποίοι έπρεπε να χρησιμοποιούν για τις καθημερινές τους ανάγκες την Αττική γλώσσα.
β. Η ίδρυση κληρουχιών από τον 6ο αι. (η οποία εντατικοποιήθηκε από τον Περικλή) έστειλε χιλιάδες Αθηναίους σε άλλες περιοχές, οι οποίοι εκμεταλλευόταν εκτάσεις γης, παραμένοντας Αθηναίοι πολίτες και σίγουρα όχι μόνο διατήρησαν τη γλώσσα τους, αλλά και τη διέδωσαν.
γ. Η ανάπτυξη φιλοσοφικών και ρητορικών σχολών και η καλλιέργειά της γλώσσας σε όλους τους τομείς του πνεύματος διέδωσαν την Αττική γλώσσα σε όλο τον πολιτισμικά αναπτυγμένο Ελληνικό κόσμο. Η Αθήνα χαρακτηρίστηκε εκείνη την περίοδο για την πνευματική της υπεροχή ως "Εστία της Ελλάδος", "Ελλάδος παίδευσις", "πρυτανείον σοφίας".
δ. Η δημιουργία πολιτικών συμμαχιών, οι οποίες άμβλυναν τις διαλεκτικές ιδιομορφίες, και κυρίως οι Αμφικτιονίες, οι οποίες από τον 5ο και 4ο αιώνα βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο της Αθηναϊκής διοίκησης, είχαν ως αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται η Αττική γλώσσα για κάθε είδους ανακοίνωσης.
ε. Η υιοθέτηση της Αττικής γλώσσας, από τους Μακεδόνες βασιλείς ως επισήμου γλώσσας του κράτους τους, διεύρυνε κατά τον 5ο αι. τη διάδοσή της και κατά τον 4ο αι. απετέλεσε τη βάση της Ελληνιστικής Κοινής, η οποία με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, απετέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων μεταφέροντας τον Ελληνικό πολιτισμό μέχρι τα βάθη της Ασίας, βοηθώντας αλλόφυλους λαούς να "μετάσχουν της Ελληνικής παιδείας".

Ελληνιστική κοινή

    Η επικράτηση της Αττικής έναντι των άλλων Ελληνικών διαλέκτων, ξεκίνησε τον 5ο αι. και κορυφώθηκε τον 4ο αι. με τη 2η Αθηναϊκή συμμαχία, ωστόσο, ως επίσημη γλώσσα της Μακεδονικής διοίκησης, μετεφέρθη σε όλα τα μέρη της Ανατολής που είχαν κατακτηθεί από τον Αλέξανδρο.
    Η νέα αυτή γλώσσα ονομάστηκε Κοινή, ενώ σήμερα την αποκαλούμε Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική Κοινή.
    Οι άμεσες πηγές που μας βοηθούν να μελετήσουμε την Ελληνιστική Κοινή είναι διάφορα κείμενα που σώθηκαν σε επιγραφές, παπύρους και όστρακα. Πλούσιο υλικό μας παρέχουν επίσης και λεξικά των Αττικιστών, ελληνολατινικά γλωσσάρια, η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τους εβδομήντα, καθώς και η Καινή Διαθήκη που εξ αρχής γράφτηκε στην Ελληνιστική Κοινή.
    Έμμεσες πηγές αποτελούν οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της Νεοελληνικής γλώσσας.
    Η Κοινή, από την αρχή της εξέλιξής της, παρενέβη στη λογοτεχνία. Αν και τα ποιητικά είδη διατήρησαν την τεχνική τους διάλεκτο, στον πεζό λόγο η κυριαρχία της Κοινής έγινε άμεσα εμφανής μιας και σ' αυτή συγγράφουν φιλόσοφοι, ιστορικοί, επιστήμονες.
    Η Κοινή διαμορφώθηκε μέσα από μια σειρά παραχωρήσεων και συμβιβασμών. Έτσι, διάφορες περίπλοκες συντάξεις και πολυάριθμες ιδιοτροπίες της Αττικής αφαιρέθηκαν, ενώ η Ιωνική, η Δωρική ακόμη και η Βορειοδυτική εμπλούτισαν την Κοινή.
    Σημαντικές αλλαγές συντελέσθηκαν στο φωνολογικό σύστημα, στη μορφολογία, στη σύνταξη και το λεξιλόγιο. Αυτές που κυρίως οδήγησαν στη διαμόρφωση της Νεοελληνικής συνέβησαν στη φωνολογία.
    Στη φωνολογία, ο μουσικός τόνος της Αρχαίας γίνεται δυναμικός. Η μονοφθόγγηση των διφθόγγων επιταχύνθηκε και τα φωνήεντα έγιναν ισόχρονα προκύπτοντας έτσι πάμπολλες ομοφωνίες. Απλοποιούνται στην προφορά τα δίδυμα σύμφωνα αρχαίων λέξεων (θάλασσα, άλλος), οι κατάληξη -ιος, -ιον γίνεται -ις, -ιν (Αντώνιος - Αντώνις, επιστόλιον - επιστόλιν). Αρχίζει να μην προφέρεται το τελικό -ν (το στάβλο αντί τον στάβλον).
    Στη μορφολογία, κυριαρχεί η τάση για απλοποίηση. Δισύλλαβοι και τρισύλλαβοι σχηματισμοί αντικαθιστούν "ιδιότροπα" από κλητική άποψη μονοσύλλαβα: οις > πρόβατον, μυς > ποντικός, ναυς > πλοίον.
    Τα ανώμαλα παραθετικά αντικαθίστανται: μέγας- μεγαλώτερος (αντί του μείζων)- μέγιστος. Τα επιρρήματα σε-ως περιορίζονται προς όφελος των σε -α (καλώς - καλά). Τα θηλυκά της α' κλίσεως σε -α, γεν. -ης κλίνονται και στη γενική σε -ας (γλώσσα - γλώσσης, γλώσσα - γλώσσας). Τα αρσενικά σε -ης, γεν. -ου κλίνονται στη γεν. σε -η (οφειλέτης γεν. του οφειλέτου γίνεται οφειλέτης γεν. του οφειλέτη). Πολλαπλασιάζεται η χρήση υποκοριστικών και κυρίως η χρήση της υποκοριστικής κατάληξης -άδιον, -άριον, -άφιον, -ίδιον
(φυλλάς - φυλλάδιον, ζεύγος - ζευγάριον, έδαφος - εδάφιον, σανίς - σανίδιον). Ο δυϊκός αριθμός αντικαθίστανται από τον πληθυντικό.
    Στη σύνταξη, επιδιώκεται η απλοποίηση και η σαφήνεια. Η αιτιατική ως αντικείμενο εκτοπίζει σταδιακά τη γενική και δοτική. Το απαρέμφατο αντικαθίσταται και η ευκτική κλονίζεται. Ο παρατακτικός σύνδεσμος -και αποκτά, όπως και στη νεοελληνική, πολλές σημασίες (ούτω ποίησον και συμφέρει, και = γιατί) .
    Στο λεξιλόγιο, η Κοινή αποβάλλει λέξεις που αντιστέκονται στην τάση για απλοποίηση ή που ήταν αρκετά ιδιωματικές. Η άνοδος των λαϊκών στρωμάτων στο κοινωνικό επίπεδο, η δημιουργία των πολυεθνικών κρατών από τους διαδόχους, η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και η εμφάνιση του Χριστιανισμού, συμπληρώνουν την Κοινή με νέες λέξεις, ενώ κάποιες άλλες αλλάζουν νόημα.
    Νέες λέξεις από τη Ρωμαϊκή διοίκηση, λεγεών - οσπίτιον - φαμίλια, λέξεις προερχόμενες από την Αραμαϊκή και Ιουδαϊκή γλώσσα, Αμήν - Σάββατο - μεσσίας- σατανάς, αντικατάσταση αρχαίων ελληνικών λέξεων, ερυθρός - κόκκινος, ιχθύς - ψάρι, εσθίω - τρώγω, αλλαγή εννοιών, μνημείον - τάφος, παιδεύω - τιμωρώ, άγγελος - θείον πλάσμα, και στην Καινή Διαθήκη παρατηρούμε αλλαγές εννοιών στις λέξεις Ελληνιστής, μαρτύριον, καθηγητής, συγκινώ.

Η κοινή, lingua franca, της όψιμης αρχαιότητας

    Στην τεράστια αυτοκρατορία που δημιούργησε ο Αλέξανδρος, η αττική γλώσσα έγινε επίσημο όργανο του κράτους και δεύτερη γλώσσα για όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Τα πλεονεκτήματα της αττικής γλώσσας που την κατέστησαν βάση, πάνω στην οποία, σμιλεύθηκε και δημιουργήθηκε η Κοινή, ήταν η ικανότητά της να εκφράζει, χάρη στο συντακτικό και το εξειδικευμένο λεξιλόγιό της, όλες τις αποχρώσεις της σκέψης. Το πιο σημαντικό είναι ότι πρόκειται για μια γλώσσα εύπλαστη και ευέλικτη, ικανή να μετατρέψει το λεξιλόγιό και το συντακτικό της, προς όφελος της επιστήμης και του πνεύματος, χωρίς να γίνεται αρτηριοσκληρωτική και αφήνοντας διόδους προς τους κοινούς ανθρώπους, ώστε να γίνουν κοινωνοί τής κορωνίδας του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.
    Η Κοινή γλώσσα έγινε αποδεκτή από τους λαούς που κατοικούσαν στη νέα αυτοκρατορία, όχι μόνο για τη συμβολή της στο πολιτισμικό γίγνεσθαι της εποχής, αλλά και για πρακτικούς λόγους. Η δημιουργία μεγάλων πόλεων από τους διαδόχους του Αλεξάνδρου (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Πέργαμος), οδήγησε στη συρροή πληθυσμών, προς αυτές, που ήταν διαφορετικής εθνότητας και μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες. Αυτοί οι νέοι κάτοικοι, έχοντας εγκαταλείψει την τοπική τους διάλεκτο, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιούν την Κοινή για να καλύπτουν καθημερινές τους ανάγκες, αλλά και για να "πλησιάσουν" την κυρίαρχη τάξη, αντλώντας γόητρο από την Κοινή προς επίτευξη του σκοπού τους για κοινωνική άνοδο.
    Οι Ρωμαίοι, ιδιαίτερα η άρχουσα τάξη, αντιλαμβανόμενοι την αξία της Ελληνικής γλώσσας και γενικότερα του Ελληνικού πολιτισμού, μάθαιναν το γραπτό και προφορικό λόγο, για να μπορέσουν να υιοθετήσουν την αρχαία ελληνική γραμματεία και την κλασική και ελληνιστική ποίηση. Όταν κατέλαβαν τα ελληνιστικά βασίλεια, διατήρησαν την εδραιωμένη Κοινή, την οποία χρησιμοποιούσαν πρόθυμα και για τις δικές τους υποθέσεις.
    Άλλος λόγος που συνήργησε στη διεύρυνση της Κοινής ήταν η εξάπλωση της νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, ο οποίος, εξ αρχής χρησιμοποίησε την Κοινή για τη συγγραφή της Καινής Διαθήκης, και έτσι, υπήρξε μία παράλληλη μετάδοση της γλώσσας και της θρησκείας.
    Η πολιτιστική αξία της ελληνικής γλώσσας ώθησε διάφορους βασιλείς και αυτοκράτορες να χρησιμοποιούν στο γραπτό λόγο την Κοινή, παρόλο που μιλούσαν σε άλλες γλώσσες (ο βασιλιάς Ασόκας, οι βασιλείς της Αιθιοπίας, ο βασιλιάς Σάπωρ), το ίδιο συνέβη και στη λογοτεχνία όπου Ρωμαίοι, Ιουδαίοι, Χαλδαίοι και Αιγύπτιοι λόγιοι τη χρησιμοποίησαν για να εκφράσουν "υψηλές έννοιες". Ο F. Adrados υποστηρίζει ότι η Κοινή εξαπλώθηκε βαθμιαία από "την Κόρδοβα στο Κανταχάρ, από τη Μερόη στη Βουλγαρία", αφήνοντας τα ίχνη της σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες.

Το κίνημα του αττικισμού

    Ενώ ο γραπτός, λόγιος και επιστημονικός λόγος, δεν απομακρύνθηκε από τις αρχές της Αττικής διαλέκτου, ωστόσο, στον προφορικό λόγο σημειώθηκαν διάφορες μεταβολές. Ο προφορικός λόγος πάντα προηγείται του γραπτού, και έτσι, αποτελεί τον πρώτο δέκτη κάθε μεταβολής.
    Η χρησιμοποίηση από ανθρώπους, που δε μιλούσαν την Κοινή ως μητρική τους γλώσσα, συντέλεσε στην αλλοίωσή της και στην απόκτηση κάποιων χαρακτηριστικών που δεν υπήρχαν στο γραπτό λόγο. Είναι λογικό, να μην μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα με την ίδια ακρίβεια οι Αθηναίοι λόγιοι, οι Ιουδαίοι ποιμένες και οι Αιγύπτιοι αστοί.
    Αυτή η κατάσταση, ώθησε τους λόγιους του 1ου αι. π.Χ., να στρέψουν το λογοτεχνικό λόγο προς μία αρχαϊκή κατεύθυνση. Την προσπάθειά τους αυτή, συνέδραμαν Ρωμαίοι αυτοκράτορες και άλλα μέλη της ρωμαϊκής άρχουσας τάξης που είχαν ελληνική παιδεία. Το κίνημα εξαπλώθηκε σε όλα τα ελληνόφωνα τμήματα της αυτοκρατορίας και αναθερμάνθηκε κατά τη Δεύτερη Σοφιστική (1ος - 3ος αι. μ.Χ.).
    Με τη συμφιλίωση του Χριστιανισμού με την αυτοκρατορία (4ος αι.), οι Πατέρες της εκκλησίας αναλαμβάνουν τη συνέχιση της λόγιας παράδοσης, κληροδοτώντας μας έτσι, το γλωσσικό ζήτημα, που μόλις στις μέρες μας, καταφέραμε να επιλύσουμε.
Συμπεράσματα
Τα Ελληνικά φύλα, εισερχόμενα στον ελλαδικό χώρο, μετέφεραν μία γλώσσα Ινδο-ευρωπαϊκής προέλευσης, την οποία ανέμιξαν με την προϋπάρχουσα Προ-ελληνική. Από τη συνένωση αυτή, γεννήθηκε η Ελληνική γλώσσα, ο ακρογωνιαίος λίθος του λαμπρού Ελληνικού πολιτισμού.
Ωστόσο, διάφορες συγκυρίες, όπως, η γεωγραφική σύσταση της χώρας, το ισχυρό τοπικιστικό πνεύμα και η απομόνωση των κατοίκων, συνέβαλαν στον διαλεκτικό κατακερματισμό της γλώσσας.
Με την ανάπτυξη των λογοτεχνικών ειδών, από τον 8ο έως τον 5ο αι. π.Χ., αναδεικνύονται διάφορες διάλεκτοι, που καμία όμως δεν κατορθώνει να αναλάβει το ρόλο της καθοδηγήτριας προς τη γλωσσική ενότητα, γλώσσας.
Αυτό το ρόλο, ανέλαβε η Αττική διάλεκτος - διάλεκτος εύπλαστη που διατηρούσε τη σαφήνειά της, εκφράζοντας έννοιες που προήγαγαν τον άνθρωπο και τον πολιτισμό - η οποία, με την πολιτική υπεροχή της Αθήνας, κατορθώνει να ενώσει γλωσσικά, ένα μεγάλο μέρος του Ελληνισμού.
Υιοθετώντας αυτή τη γλώσσα οι Μακεδόνες βασιλείς, τη μετέφεραν με τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, από την Ινδία ως την Αίγυπτο. Σ' αυτό το πεδίο ζύμωσης, η Αττική εξελίσσεται στην πρώτη Κοινή γλώσσα των Ελλήνων και των ελληνόφωνων κατοίκων της αχανούς αυτοκρατορίας.
Μέσα από το κίνημα του Αττικισμού, δημιουργείται το πρόβλημα της διγλωσσίας. Από τη μια, ο άκαμπτος γραπτός λόγος και από την άλλη, η ζωντανή γλώσσα του λαού.
Αναπόφευκτα, οι δύο μορφές της ίδιας γλώσσας, συμβάδισαν παράλληλα για αιώνες, προσφέροντας από τον πλούτο τους, η μία στην άλλη.
Σήμερα ομιλούμε την "[…] διαμορφωθείσα […] υπό του ελληνικού λαού και των δοκίμων συγγραφέων του έθνους Δημοτική, συντεταγμένη άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων". Έτσι, μπορούμε με ιδιαίτερη ευκολία, να μιλούμε τη γλώσσα που γεννήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα και διαμορφώθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, στη Μέση Ανατολή.

 

Βιβλιογραφία

ADRADOS F., Ιστορία της Ελληνικής γλώσσας, από τις απαρχές ως τις μέρες μας, Μετφρ. Lecumberri - Alicia Villar, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 2002.
ΒΟΥΡΤΣΗΣ Ι., Εξέλιξη και διάλεκτοι της Ελληνικής γλώσσας, στο:Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Α, Η έννοια του Πολιτισμού-Όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού, Πάτρα 1999.
ΘΑΒΩΡΗΣ Α., Ιστορία της Ελληνικής γλώσσας, Ιωάννινα 1983.
ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Γ., Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας, Β' έκδοση, Αθήνα 2002.
ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Γ., Το ευαγγέλιο και η σύγχρονη γλώσσα, Το Βήμα, (18-10-98) κωδ. Β12503Β111.
ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ Κ., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 3ος ,εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1992.
ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ Μ., Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Β' έκδοση, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2000.
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ, Ιστορία της Ελληνικής γλώσσας, Επιμ. Μ.Κοπιδάκης, Γ' έκδοση, εκδ. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 2000.
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ, Ιστορία της Ελληνικής γλώσσας -Από τις αρχές ως την ύστερη αρχαιότητα, Επιμ. Χρηστίδης, εκδ. Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 2001.
THOMSON G., Η Ελληνική γλώσσα - Αρχαία και Νέα, Β' έκδοση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999.
ΤΟΜΠΑΪΔΗΣ Δ., Επιτομή της Ιστορίας της Ελληνικής γλώσσας, ΙΔ' έκδοση, εκδ. Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1994.

1on.gif (2742 bytes)