Θέματα & Αφιερώματα

18/6/2003

Tρία κάστρα της Κρήτης

    Μια πολύ ενδιαφέρουσα και εμπεριστατωμένη μελέτη δημοσιεύουμε σήμερα. Είναι η μελέτη του Αντιστράτηγου, Προέδρου της Ελληνικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας κ. Ιωάννη Κακουδάκη. Ο κ. Κακουδάκης παρουσιάζει τεκμηριωμένα τρία, τα σημαντικότερα, από τα εννέα κάστρα του νησιού μας: Τη Γραμβούσα, τη Σούδα και τη Σπιναλόγκα.
    Η εργασία αυτή μπορεί - πέρα από την αξία της ως δημοσίευμα - να αποτελέσει και σημαντικό στοιχείο για κάθε μελετητή της Ελληνικής Ιστορίας.

    Η Κρήτη βρίσκεται περίπου στο γεωμετρικό κέντρο της λεκάνης της Ανατολικής Μεσογείου και αποτελεί τη μια κορυφή του στρατηγικού τριγώνου ΚΡΗΤΗ - ΚΥΠΡΟΣ - ΑΙΓΥΠΤΟΣ και το συνδετικό κρίκο τριών ηπείρων: ΕΥΡΩΠΗΣ - ΑΣΙΑΣ - ΑΦΡΙΚΗΣ Η εξαιρετικά προνομιακή θέση της, τα μεγάλα λιμάνια και ο - πλούτος και η ποικιλία των προϊόντων της υπήρξε μόνιμη και ερεθιστική πρόκληση. Γι’ αυτό ανέκαθεν ηΚρήτη ήταν «το μήλον της έριδος» λαών και δυνάμεων για την κατοχή της. Φοίνικες Άριοι, Αχαιοί, Δωριείς, Σαρακηνοί, Άραβες, Ρωμαίοι, Βενετοί, Τούρκοι, Γερμανοί, Ιταλοί κ.ά διαδοχικά την κατέλαβαν για την επέκταση της κυριαρχίας τους. Τα κρητικά παράλια ήταν μόνιμος στόχος των πειρατών, που λυμαίνον αν τη Μεσόγειο κατά τους μέσους και νεότερους χρόνους. Πρωταγωνιστές ήταν οι μουσουλμάνοι των αφρικανικών παραλίων και κυρίως οι Μπαρμπαρέσσοι. Αλλά και χριστιανοί πειρατές Μαλτέζοι, Γεννάτες, Καταλανοί. Ισπανοί, Γάλλοι και Έλληνες ανέπτυξαν σημαντική δράση.
    Τα σπουδαιότερα θαλάσσια φρούρια - κάστρα της Κρήτης είναι εννέα. Στην παρούσα εργασία θα περιορισθούμε μόνο στα τρία Γραμβούσα, Σούδα και Σπιναλόγκα και στο ρόλο τους κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας κα Τουρκοκρατίας.
    Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669 οι Βενετοί κράτησαν τα τρία μικρά νησιά της, τη Γραμβούσα, τη Σούδα. τη Σπιναλόγκα και τα οργάνωσαν, όσο καλύτερα μπορούσαν1. Η φρουριακή αρχιτεκτονική της οργάνωσης τους παρέμεινε ουσιαστικά αναλλοίωτη στις βασικές της αρχές της οχυρωματικής τέχνης. Η πιο σημαντική αλλαγή στην τεχνική του πολέμου εμφανίστηκε από τον 14o αιώνα μ. Χ. με τη χρήση της πυρίτιδας, οπότε και άρχισε η οικοδόμηση ισχυρότερων και πιο εξελιγμένων οχυρών2.
    Τα βενετικά κάστρα της Κρήτης, ήταν στην κυριολεξία θαλάσσια φρούρια, δηλαδή κατασκευές στρατιωτικού χαρακτήρα σε επίκαιρες στρατηγικής σημασίας θέσεις για τον έλεγχο του θαλάσσιου χώρου. Τρία από αυτά, της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας, παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, αφού πρόκειται για καθαρά νησιωτικά οχυρά3.
    Τα κύρια αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά τους είναι δυο:4
α. Η επιθαλάσσια ημισέληνος: είναι αντίστοιχη με το χερσαίο προμαχώνα. Τοποθετείται στα πιο ευπαθή και κύρια σημεία του παράκτιου οχυρού περιβόλου και ο ρόλος της είναι αμυντικός και επιθετικός. Έχει σχήμα καμπυλόγραμμο ή πολυγωνικό με πολλά μέτωπα και φέρει σειρά χαμηλών κανονιοθυρίδων για τον έλεγχο της ναυσιπλοίας.
    β. Το rivellino: είναι ανάλογη, αλλά απλούστερη κατασκευή και χρησιμοποιείται όπου απαιτείται οχύρωση ισχυρότερη από το απλό τείχος.
    Αν μια νησίδα βρίσκεται σε ικανή απόσταση από την ξηρά και το μέγεθος της επιτρέπει την περιμετρική τείχιση, τότε το φρούριο που θα κτιστεί εκεί είναι απόρθητο, γιατί δεν κινδυνεύει από απόβαση και η θάλασσα το προστατεύει σαν φυσική τάφρος. Μπορεί να παραδοθεί μόνο από μακροχρόνιο αποκλεισμό ή προδοσία, όπως η Γραμβούσα, που, όμως, δεν αποτελεί τυπικό επάκτιο προμαχωνικό φρούριο. Αντίθετα, η Σούδα και η Σπιναλόγκα είναι καθαρά στρατιωτικά λιμάνια, που δεν συνδέονται με αστικά κένρα. Τα δείγματα τέτοιων περιτειχισμένων νησίδων σε όλη τη Μεσόγειο είναι ελάχιστα.5
    Κοινό χαρακτηριστικό των τριών νησίδων είναι ότι παρέμειναν στην κυριαρχία της Βενετίας και μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669. Επίσης κοινό σημείο είναι το γεγονός ότι παρέμειναν ως το τέλος απόρθητες.
    Εκτός από τη Γραμβούσα, που καταλήφθηκε με προδοσία, οι άλλες δύο νησίδες ουσιαστικά εγκαταλείφθηκαν από τη Βενετία το 1715, όταν το ενδιαφέρον της για την περιοχή μειώθηκε σημαντικά. Οριστικά πέρασαν στους Τούρκους με τη Συνθήκη του Πασσάροβιτς, το 1718, όταν η Βενετία παραχώρησε την Πελοπόννησο και τα νησιά.

ΓΡΑΜΒΟΥΣΑ

    Η νησίδα Γραμβούσα βρίσκεται στο βορειότερο σημείο της δυτικής Κρήτης. Από το Στράβωνα αναφέρεται ως Κώρυκον ή Κίμαρον (=αιγόβραχος). Οι Βενετοί το αναφέρουν ως Capo Buso, και σήμερα λέγεται Ακρ. Βούξα. Το όνομα «Γραμβούσα», κατά άλλη άποψη, προέρχεται από το φυτό κράμβη.6 Είναι προέκταση της χερσονήσου στον κόλπο Κισσάμου Χανίων και καταλήγει στα δύο μικρά νησάκια την Ήμερη Γραμβούσα (όπου και το κάστρο) και την Άγρια Γραμβούσα.
    Η κορυφή του νησιού έχει ύψος μόλις 137 μ.. από τη θάλασσα και περιβάλλεται από απόκρημνα βράχια. Το φυσικό ανάγλυφο και η στρατηγική θέση του ώθησαν τους Βενετούς να το οχυρώσουν. Η κατασκευή του φρουρίου ήταν αναγκαία για την αποφυγή κατάληψης της Κρήτης από τους Τούρκους, κάτι που θα σήμαινε και το τέλος της ενετικής αυτοκρατορίας, μετά τη βενετοτουρκική συνθήκη του 1573.
    Η πρόταση για οχύρωση έγινε το 1579, από τον Σοφιανό Ευδαιμονογιάννη, Μονεμβασίτη στρατιωτικό στην υπηρεσία της Βενετίας.7 Η κατασκευή ξεκίνησε το 1579 και ολοκληρώθηκε το 1584, από τον προβλεπτή Α. Grimani με σχέδια και επίβλεψη του L. Orsini. Το φρούριο, αν και σύγχρονο με αυτά της Σούδας και της Σπιναλόγκας, επειδή βρίσκεται επάνω σε κορυφή απόκρημνου βράχου, δεν παρουσιάζει τα τυπικά χαρακτηριστικά του επιθαλάσσιου προμαχωνικού φρουρίου.8 Έχει εμβαδόν 30 στρέμματα και καλύπτει μόνο την κορυφή της νησίδας.
    Το 1588 το φρούριο καταστράφηκε από έναν Κεραυνό που κτύπησε την μπαρουταποθήκη (με 350 βαρέλια εκρηκτική ύλη). Τότε είχε 24 κανόνια, 3398 βλήματα και 40.000 λίμπρες μπαρούτι. Οι Βενετοί το ξαναέκτισαν το 1630 και διατήρησαν την κυριότητα του έως το 1692, οπότε οι Τούρκοι κατόρθωσαν τελικά να το καταλάβουν, δωροδοκώντας τον Ενετό διοικητή.
    Στα επόμενα χρόνια, η Γραμβούσα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον ξεσηκωμό των Ελλήνων ενάντια στους Τούρκους. Όταν οι Κρήτες προσπαθούσαν να οργανώσουν την επανάσταση τους, αποφάσισαν να καταλάβουν πρώτα τη Γραμβούσα, λόγω του ότι βρισκόταν πιο κοντά στην Πελοπόννησο. Το 1825. παριστάνοντας τη νέα φρουρά, Κρήτες μπήκαν στο κάστρο και το κατέλαβαν. Το νησάκι, που ήταν και το πρώτο κομμάτι κρητικής γης που ελευθερώθηκε από τους Τούρκους, έγινε το καταφύγιο για πάνω από 3.000 άτομα και ήταν η βάση των επιχειρήσεων για τις επαναστατικές ομάδες. Έγινε η έδρα της τριμελούς επιτροπής που διηύθυνε την άμυνα της Κρήτης. Από τη Γραμβούσα ξεκινούσαν οι «καλησπέρηδες», τα επαναστατικά σώματα, που σκόρπιζαν τον τρόμο στους Τούρκους.
    Εξαιτίας των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης οι κάτοικοι του νησιού επιδόθηκαν συστηματικά στην πειρατεία, κουρσεύοντας αδιακρίτως όλα τα διερχόμενα πλοία μεταξύ Γραμβούσας και Αντικυθήρων, κα η Γραμβούσα έγινε γνωστή ως το «νησί των πειρατών». Σε αυτό συντέλεσε και η ευνοϊκή γεωγραφική του θέση, αφού πάντα αποτελούσε κόμβο μεταφοράς μηνυμάτων της θαλάσσιας κίνησης μεταξύ Κυθήρων και Χανίων. Η δράση των πειρατών ξεσήκωσε την κοινή γνώμη της Ευρώπης και έτσι, με συμφωνία και της Ελληνικής Κυβέρνησης του Καποδίστρια, στις 19 Ιανουαρίου 1828 αγγλο-γαλλικές δυνάμεις επιτέθηκαν στο φρούριο, συνέλαβαν μερικά σκάφη και μερικούς από τους θεωρούμενους ως πειρατές. Φρουρά Άγγλων, Γάλλων και Ελλήνων εγκαταστάθηκε στο νησί. Ο διοικητής της αγγλικής φρουράς διέταξε να εγκαταλείψουν τα νησί και οι τελευταίοι Κρήτες, καθώς και την κατεδάφιση του φρουρίου και των σπιτιών μέσα σε αυτό. Η ελληνική φρουρά παρέμεινε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1830, όταν καταλήφθηκε από αγήματα των ευρωπαϊκών δυνάμεων (Αγγλίας-Γαλλίας-Ρωσίας) για λογαριασμό του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Τελικά, το 1831 περιήλθε στους Αιγυπτίους και το κάστρο ερημώθηκε.

ΣΟΥΔΑ

    Ο κόλπος της Σούδας, 8 χλμ. ανατολικά των Χανίων, είναι ένα από τα ασφαλέστερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου. Κύρια χαρακτηριστικά του είναι ο ευνοϊκός προσανατολισμός, το ικανοποιητικό βάθος, το στενό στόμιο με πλάτος 2.6 χλμ. και μήκος 8 χλμ. και οι πολλαπλές του διευκολύνσεις. Γι’ αυτό, κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι αιώνων τουλάχιστον, ίσως και παλαιότερα, χρησιμοποιήθηκε ως ναύσταθμος, όπως και σήμερα. Το όνομα του προέρχεται από τη λατινική λέξη sudes = πάσσαλος, χαράκωμα, στενή δίοδος.
    Στην είσοδο του λιμανιού, στη ΒΑ πλευρά, βρίσκεται η βραχονησίδα της Σούδας. Εδώ αρχικά υπήρχε μόνο ένα μοναστήρι του Αγ. Νικολάου και γι’ αυτό το νησί πριν οχυρωθεί λεγόταν Φραρονήσι (Φράροι ή Φλώροι είναι οι καθολικοί μοναχοί). Στη βορειοδυτική πλευρά του, βρίσκεται ένα άλλο μικρό νησάκι σχεδόν στρογγυλό, που αναφέρεται στους βενετσιάνικους χάρτες ως «νησί των κουνελιών». Στην αρχαιότητα τα νησάκια αυτά λεγόταν Λευκαί, είτε λόγω του φυσικού τους χρώματος, είτε γιατί κατά τη μυθολογία στο σημείο αυτό εχαν καταποντιστεί οι Σειρήνες, μετά την ήττα τους από τις Μούσες σε μουσικό διαγωνισμό και «άσπρισαν από το κακό τους» (Στεφ. Βυζάντιος).9
    Ο περίβολος του φρουρίου κύκλωνε όλο το νησί, εκτός από την ανατολική πλευρά. Η περιμετρική τείχιση ήταν, άλλωστε, και η μοναδιπή λύση, γιατί το μικρό ύψος της νησίδας σε σχέση με τον περίγυρο (υψόμετρο μόλς 29 μ.) δημιουργούσε πρόβλημα στην άμυνα. Το φρούριο είχε συνολική έκταση 85 στρέμματα. Στο βόρειο και δυτικό τμήμα του περιβόλου διαμορφώθηκε πλήρες προμαχωνικό μέτωπο: Το τείχος ενισχυόταν με τέσσερις προμαχώνες που συνδέονταν με ευθύγραμμα τμήματα προσαρμοσμένα στη διαμόρφωση του εδάφους. Στη βόρεια πλευρά ήταν ο επιπρομαχώνας Mocenigo, το νεκροταφείο και μια δεξαμενή.
    Η ύδρευση αποτελούσε σοβαρό πρόβλημα. Γινόταν από δεξαμενές, αλλά το νερό που συγκέντρωναν έφθανε για 500 στρατιώτες και αρκούσε μόνο για 8 μήνες. Το πρόβλημα λύθηκε, όταν κατά την πολιορκία οι Τούρκοι έριξαν μία βόμβα που έπεσε πάνω σε ένα βράχο, τον έσπασε και βρέθηκε μια πηγή πόσιμου νερού.10
    Το 1646 οι Τούρκοι επιτέθηκαν, ενώ ακόμη γίνονταν έργα και τότε φάνηκαν οι αδυναμίες του. Τα τουρκικά κανόνια ισοπέδωσαν τις αποθήκες, τους στρατώνες και άλλες εγκαταστάσεις, όμως οι αμυνόμενοι δεν έχασαν το θάρρος τους, ώσπου ο εχθρός είδε το μάταιο της προσπάθειας του και σταμάτηαε την επίθεση.     Τότε οι Βενετοί άρχισαν να ανοικοδομούν τα ερείπια. Διοικητής ήταν ο Gerolano Dona, ο οποίος γράφει στην αναφορά του(1647): «Σήμερα ύψωσα στο υψηλότερο σημείο του φρουρίου τη σημαία για να δείξουμε στον εχθρό την αφοβία μας και ότι δεν τον λαμβάνουμε υπόψη».
    Οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να το κατακτήσουν το1669 και παρέμεινε στα χέρια των Βενετών για μισό αιώνα μετά την κατάληψη της Κρήτης. Έγινε ανεπίσημη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Κρήτης και οι Βενετοί το είχαν ονομάσει «Οφθαλμό του Βασιλείου». Σταδιακά έγινε καταφύγιο Κρητών επαναστατών Το 1692 οι κάτοικοι του φρουρίου είχαν φθάσει τους 600 και αργότερα τους 800 (με την έκρηξη του τελευταίου βενετοτουρκικού πολέμου). Η Σούδα ήταν βάση κουρσάρων σύμφωνα με σουλτανικό φιρμάνι του 1715.11
    Πολιορκήθηκε σκληρά για 72 ημέρες κατά τον τελευταίο ^ενετοτουρκικό πόλεμο και παραδόθηκε μετά από ηρωική αντίσταση στις 27 Σεπτεμβρίου 1715, όχι τόσο από αμυντική ανεπάρκεια, αλλά κυρίως για λόγους πολιτικούς (έλλειψη ενδιαφέροντος από τη μητρόπολη). Έτσι, έσβησε και το τελευταίο ίχνος της Βενετσιάνικης κυριαρχίας στην Κρήτη.12
    Στην περίοδο της τουρκοκρατίας εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους νέους του κυρίαρχους. Έγινε πολεμικός ναύσταθμος, μόνιμο αγκυροβόλιο και σταθμός ανεφοδιασμού του μουσουλμανικού στόλου. Μετά το 1821 έγινε επίκεντρο πολεμικών επιχειρήσεων Ελλήνων και Τούρκων. Η Σούδα και η Σπιναλόγκα ήταν τα τελευταία καταφύγια των χαΐνηδων13 (επαναστατών).
    Παρέμεινε στα χέρια των Τούρκων ως το 1898. Στις 3 Νοεμβρίου του έτους αυτού αποχώρησε και η τελευταία τουρκική δύναμη, 100 άνδρες.      Την εποχή της Κρητικής Πολιτείας 1898 - 1913, η Σούδα έγινε επίκεντρο ενδιαφέροντος των Μεγάλων Δυνάμεων (4 στόλων). Την περίοδο αυτή κτίστηκε και ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου.
    Στις 14 Φεβρουαρίου 1913 αφαιρέθηκε η τουρκική σημαία από τενεκέ, που είχαν τοποθετήσει οι Τούρκοι, θέλοντας να διατηρήσουν την τοπική επικυριαχία τους, και στη θέση της τοποθετήθηκε μια μαρμάρινη στήλη με την επιγραφή:

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΚΡΗΤΗ 1669-1913
ΗΤΟΙ 267 ΕΤΗ 7 ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ 7 ΗΜΕΡΑΙ ΕΤΗ ΑΓΩΝΙΑΣ 14

    Το λιμάνι της Σούδας δοκιμάστηκε σκληρά και στον Α' και στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο. Στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, στην ακτή προς το Ακρωτήρι τορπιλίστηκε το υπερωκεάνιο Μινεβάσκα 27.000 τόνων. Στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε ως λιμάνι ανεφοδιασμού και εξόρμησης του αγγλικού στόλου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Νεώτερο Εγκυκλ. Λεξικό Ηλίου, σελ. 507.
2. Τζομπανάκη 1999, σσ. 153-154.
3. Τζομπανάκη 1999, Αρακαδάκη 2002.
4. Αρακαδάκη 2002.
5. Αρακαδάκη 1999, 104-2002.
6. Σπανάκης, Η Κρήτη Β’, 143-147.
7. Σπανάκης, Η Κρήτη, Β’, 143-147.
8. Αρακαδάκη 1999, 95.
9. Σπανάκης, Η Κρήτη Β’.
10. Όπως αναφέρει ο Coronelli, βλ. Gerola Munumenti IV, 33.
11. Aρακαδάκη1999, 74
12. Mέρτζιος 1956, 26.
13. Αρακαδάκη 1999, 74.
14. Σπανάκης, Η Κρήτη Β’, 346-349.

Θέματα & Αφιερώματα

19/6/2003

Tρία κάστρα της Κρήτης

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος της πολύ ενδιαφέρουσας μελέτης για τα τρία, πιο σημαντικά, από τα εννέα Κάστρα της Κρήτης.
    Η μελέτη είναι του Αντιστράτηγου, Προέδρου της Ελληνικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας κ. Ιωάννη Κακουδάκη. Ο κ. Κακουδάκης, χθες, αναφέρθηκε στα Κάστρα της Γραμβούσας, και της Σούδας, Σήμερα αναφέρεται σ’ αυτό της Σπιναλόγκας.

ΜΕΡΟΣ Β’

ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑ

    Η νησίδα Σπιναλόγκα βρίσκεται στο βόρειο άκρο της ομώνυμης χερσονήσου στον κόλπο της Ελούντας στον Άγιο Νικόλαο και έχει ύψος 53 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Το όνομα προέρχεται από την έκφραση «στην Ελούντα» «Στινελόντα», (όπως αναφέρεται σε παλαιά βενετσιάνικα έγγραφα), όπου οι Βενετοί μετέτρεψαν σε «σπίνα» άκανθα και «λόγκα»: μακρά, Μακρά κανθα1
    Το λιμάνι της Σπιναλόγκας έχει μικρό βάθος, γι’ αυτό και οι Βενετοί το αξιοποίησαν καθυστερημένα, και το οχύρωσαν μάλλον προληπτικά, για να μην επωφεληθούν οι Τούρκοι, παρά για πολεμικό δικό τους λιμάνι, όπως έκαναν με τη Σούδα. Επάνω στα ερείπια του αρχαίου κάστρου οικοδόμησαν ισχυρό φρούριο, που σχεδιάστηκε σύμφωνα με την οχυρωματική πρακτική του προμαχωνικού συστήματος.
    Για την οχύρωση της νησίδας ακολουθήθηκε το σκεπτικό της Σούδας. Οι ακτές, όμως, και από τις δύο πλευρές είναι πολύ κοντά, κυρίως από τη χερσόνησο (μόλις 120 μ.). Αυτό αποτελεί πλεονέκτημα για το φρούριο, αλλά ταυτόχρονα και μειονέκτημα, γιατί τα κοντινά υψώματα είναι πολύ πιο κοντά - αν και αυτό αντισταθμίζεται από το πιο μεγάλο ύψος του νησιού, που είναι 50-53 μ.
    Η οχύρωση αποτελείται από δύο ζώνες. Η πρώτη ακολουθεί το περίγραμμα των ακτών, ενώ η δεύτερη είναι θεμελιωμένη πάνω στους βράχους της κορυφογραμμής. Το βόρειο μέτωπο του φρουρίου, που καλύπτει το μεγάλο στόμιο του λιμανιού, είναι ένα από τα πιο αξιόλογα παραδείγματα επιθαλάσσιας ημισελήνου στη Μεσόγειο. Ο σχεδιασμός και η κατασκευή της οφείλονται στο μηχανικό Genesse Bressani τo 1579. Η συγκεκριμένη ημισέληνος διαφοροποιείται από άλλα παρόμοια παραδείγματα με την ασύμμετρη χάραξή της.
    Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας το φρούριο χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς και ήταν ένα από τα ισχυρότερα της Κρήτης. Η ανώτατη αρχή ήταν ο ειδικός «απροβλεπτής», με διετή θητεία, που ήταν υποχρεωμένος να μένει διαρκώς μέσα στο φρούριο.
    Το 1715, μετά από πολιορκία, η νησίδα παραδόθηκε στους Τούρκους, η φρουρά των Βενετών αποχώρησε και οι υπόλοιποι κάτοικοι (230 άνδρες και 243 γυναικόπαιδα) αιχμαλωτίσθηκαν. Η πολιορκία έδειξε ότι η τελική μορφή του φρουρίου ήταν η επαρκέστερη δυνατή ως προς την άμυνα με τα υπάρχοντα τοπογραφικά δεδομένα. Γι' αυτό και το νησί δεν κυριεύθηκε με έφοδο, αλλά παραδόθηκε με συνθήκη, όπως η Σούδα. Η Σούδα και η Σπιναλόγκα έγιναν τα τελευταία καταφύγια των χαΐνηδων2 (επαναστατών).
    Από το 1715 η Σπιναλόγκα εξελίχθηκε σε αμιγές οικιστικό κέντρο, που αναπτύχθηκε λόγω της ασφάλειας που παρείχαν οι οχυρώσεις.
    Το 1903 επί Κρητικής Πολιτείας το εγκατέλειψαν και οι τελευταίοι Τούρκοι. Τότε ιδρύθηκε το Λεπροκομείο (τόπος Χανσενικών), που λειτούργησε έως το 1957. Οι άρρωστοι κατοίκησαν στα κτίρια του τουρκικού οικισμού και σε σύγχρονα κτίρια που κατασκευάστηκαν κατά τη δεκαετία του 1930. Η οικοδομική δραστηριότητα του Λεπροκομείου επέφερε δραματικές επεμβάσεις στα κτίσματα του οικισμού και στις οχυρώσεις του φρουρίου. Αναστηλωτικές εργασίες στη νησίδα πραγματοποιήθηκαν τόσο στη δεκαετία του 1980 όσο και κατά τα έτη 1997-2001. Οι τελευταίες έγιναν στο πλαίσιο Προγραμματικής Σύμβασης και με χρηματοδότηση από το Β' ΚΠΣ ΠΕΠ Κρήτης. Σήμερα η νησίδα λειτουργεί ως οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος.
ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ
    Η πειρατεία είναι ένα φαινόμενο πανάρχαιο και ενδημικό στη Μεσόγειο Θάλασσα, το οποίο παρουσίασε ιδιαίτερη έξαρση κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας και αποτέλεσε αληθινή μάστιγα για τους πληθυσμούς των νησιών και των παραλίων των ελληνικών θαλασσών. Οι αλλεπάλληλοι Βενετοτουρκικοί πόλεμοι, όχι μόνο ενθάρρυναν τους πειρατές, αλλά τους αποθράσυναν, καθώς οι δύο αντιμέτωπες δυνάμεις χρησιμοποίησαν ευρύτατα στις επιχειρήσεις τους τόσο αυτούς, όσο και άλλα τυχοδιωκτικά στοιχεία, προσφέροντάς τους ελευθερία συστηματικής οργάνωσης και δράσης. Έτσι κατά τον 15ο και 16ο αιώνα της Τουρκοκρατίας η πειρατεία παρουσιάζεται με οργανωμένη και συστηματική μορφή και ακτινώνεται προς όλα τα παράλια της Μεσογείου.
    Η Κρήτη, ευρισκόμενη στο σταυροδρόμι των θαλάσσιων επικοινωνιών της Μεσογείου, ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, προκάλεσε το ενδαφέρον των επιδρομέων και των πειρατών ήδη από την αρχαιότητα. Σε ορισμένες μάλιστα, περιόδους της αρχαιότητας, και οι ίδιοι οι Κρήτες υπήρξαν δεινοί πειρατές όπως στην ελληνιστική εποχή ή στην αραβοκρατία, οπότε η Κρήτη έγινε κέντρο δράσης των Αράβων πειρατών.3
Στην περίοδο της Βενετοκρατίας η Κρήτη δέχθηκε πολλές πειρατικές επιδρομές, που αναφέρονται σε πηγές της εποχής.4 Αρχικά οι επιδρομείς ήταν κυρίως μουσουλμάνοι των αφρικανικών παραλίων. Οι Αλγερινοί χρησιμοποιούσαν ως βάση το Γαϊδουρονήσι, και προκειμένου να τους περιορίσουν, οι Βενετοί το παραχώρησαν στον ευγενή Dandolo το 1317, για να το οχυρώσει με πύργο. Παράλληλα, το «Βασίλειο της Κρήτης» αποφάσισε να λάβει δραστήρια μέτρα για τη μόνιμη φρούρηση των παραλίων με την επιστράτευση του πληθυσμού και την επιβολή αγγαρειών (guardie). Από το 1333 άρχισε και η δράση των Τούρκων από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Από τα μέσα του 15ου αι. οι πειρατικές επιδρομές εντάθηκαν πολύ υπό την ανοχή του σουλτάνου, αφού έτσι πλήττονταν οι βενετικές κτήσεις.
    Όσο οι Βενετοί αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο, τόσο οι πειρατές αποθρασύνονταν. Ο M. Sanudo, Βενετός ευγενής, σημειώνει δυο τραγικά περιστατικά: τον Απρίλιο του 1522 πειρατές επέδραμαν στα παράλια της Ιεράπετρας και απήγαγαν 30 ομήρους, ενώ το 1527 μπήκαν στο λιμάνι των Χανίων και άρπαξαν δύο αγκυροβολημένα πλοία.
    Οι πειρατικές επιδρομές εμφάνισαν μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα. Τον Ιούνιο του 1538 προσορμίστηκε στο λιμάνι Σούδας στόλος 80 πλοίων του Χαϊρεδδίν Μπαρμπαρόσσα, που λεηλάτησε και έκαψε την περιοχή του Αποκορώνου, τη Σητεία και το Λασήθι (αφού απέτυχε σε Χανιά, Ρέθυμνο και Χάνδακα). Το 1549 οι Βενετοί της Κρήτης έστειλαν πρεσβεία στη Γαληνοτάτη η οποία αποδέχθηκε το αίτημα να σταθμεύουν μόνιμα δύο γαλέρες στα Κύθηρα για την καταδίωξη των πειρατών. Το 1558 οι πρέσβεις του Ρεθύμνου δήλωναν ότι οι πειρατές φθάνουν ως τη Σούδα. Το 1562 ο Ντραγούτ-Ρέις έκανε επιδρομή στις περιοχές Ρεθύμνου και Αποκορώνου. Το 1570-71 ο πειρατής Ολούτς-Αλή από το Αλγέρι εντάχθηκε στον τέταρτο βενετοτουρκικό πόλεμο και προσέβαλε τη Σούδα στις 15 Ιουνίου 1571 με 40 γαλέρες. Έτσι, μετά τον τέταρτο βενετοτουρκικό πόλεμο, οι Βενετοί άρχισαν να σχεδιάζουν την αμυντική θωράκιση όλης της Κρήτης. Η Βενετική Γερουσία αποφάσισε στις 11 Οκτωβρίου 1571 να ενισχύσει την άμυνα της Κρήτης μετην οχύρωση των τριών κυριότερων λιμανιών: Σούδα, Σπιναλόγκα και Φρασκιά.5 Στη βενετοκρατία, η Σητεία υπέστη διοικητική υποβάθμιση - την άφησαν στους Κορνάρους που κατείχαν και την Κάρπαθο και δεν την οχύρωσαν.6
    Από τον 180 αιώνα κύριος στόχος των κουρσάρων, ΕΛλήνων και ξένων, ήταν οι Γάλλοι: τα γαλλικά εμπορικά πλοία και το γαλλικό εμπόρο. Η μεταφορά από τα γαλλικά πλοία Τούρκων εμπόρων και τουρκικών προϊόντων ήταν η αφορμή για την επίθεση. Σε τελευταία ανάλυση κύριο αίτιο ήταν η σύγκρουση Άγγλων και Γάλλων για την υπεροχή στις θάλασσες και την επικράτηση στις αποικίες. Οι «αγγλογκρέκ» έδρασαν μετά το 1750 και ήταν κουρσάροι με ορμητήριο τα Κύθηρα. Παραμόνευαν και άρπαζαν τα πλοία που έρχονταν από τη Γαλλία και την Ιταλία, και τα οδηγούσαν στη Μάνη, όπου μοίραζαν τη λεία.7
    Στην περίοδο 1770-1792, Άγγλοι, Μαλτέζοι και Ρώσοι κουρσάροι έκαναν επιθέσεις με γαλλικά και τουρκικά πλοία στο κρητικό και λιβυκό πέλαγος. Άλλοι κουρσάροι από την Αλγερία, την Τυνησία και την Τρίπολη, δρούσαν στην υπηρεσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έπλητταν ελληνικά και γαλλικά σκάφη. Στις θαλάσσιες καταδρομές κοντά στην Κρήτη σημαντική ήταν η συμμετοχή των Σφακιανών και Τούρκων του νησιού. Οι πρώτοι, σε συνεργασία με τους Μαλτέζους και Ρώσους ανέπτυξαν πειρατική δραστηριότητα στη δυτική Κρήτη, στα Κύθηρα και στις Κυκλάδες το 1770-71. Οι Τούρκοι από το 1787 κα μετά επιδίδονταν στην πειρατεία και από ξηράς.8 Ωστόσο, η Κρήτη, μετά από τόσες περιπέτειες, πειρατείες, κατακτητές, αγώνες, επαναστάσεις:
«... έμαθε να διατηρεί σε πείσμα των περιπετειών σαράντα αιώνων αλώβητα τα εθνικά χαρακτηριστικά και την καθαρή γλώσσα της: ανδρεία ανάμεικτη με το αίσθημα της ανεξαρτησίας, που συχνά βρίσκεται κοντά στην απείθεια ευφυία ζωηρή, φλογερή φαντασία, γλώσσα γεμάτη εικόνες, αυθόρμητη και ανεπιτήδευτη, αγάπη στην κάθε μορφής περιπέτεια, ακατανίκητη ορμή ελευθερίας...»9

1.     Σπανάκης, Η Κρήτη Α’, 348.
2.     Αρακαδάκη 1999,74
3.     Δετοράκης, 1988, 136.
4. Δετοράκης 1988, 137-142. Αρακαδάκη 1999, 56 κ.εξ.
5.     Αρακαδάκη 1999, 57.
6.     Πάρδος 2001.
7.     Κραντονέλλη, στο Τραϊου 1997, 6.
8.     Πεπονάκης 2001.
9.     L. Petit, Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αρακαδάκη, Μ., «Το λιμάνι της Σπιναλόγκας». Κατάλογος σχεδίων, χαρτών και απεικονίσεων (ΧVIΙ-ΧΙΧ αι.), Κρητικά Χρονικά 30 (1990), 127-151.
Αρακαδάκη, Μ., «Μορφές της επάκτιας άμυνας στα φοούρια με προμαχώνες: το rivellino και η mezzaluna», Όριονμ Τιμητικός Τόμος στον καθηγητή Δημ. Φατούρο, Α', Θεσσαλονίκη 1998, 104-105.
Αρακαδάκη, Μ., «Fortezza della Suda: Ιστορικές και Αρχιτεκτονικές διερευνήσεις), Κρητική Εστία 7 (1999), 51-112.
Αρακαδάκη, Μ., «Εικόνες από την καθημερινή ζωή σε μια βενετσιάνικη στρατιωτική βάση. Σπιναλόγκα - Μέρες ειρήνης και πολέμου (1579-1669)», Πεπραγμένα του Η' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ηράκλειο. 9-14 Σεπτεμβρίου 1996). τ Β1, Ηράκλειο 2000, 47-69.
Αρακαδάκη, Μ., «Το φρούριο της Σπιναλόγκας (1571-1 715)». Συμβολή στη μελέτη των επάκτιων και νησιωτικών οχυρών της Βενετικής Δημοκρατίας (διδ. Διατριβή), Άγιος Νικόλαος 2001.
Αρακαδάκη, Μ., «Τα ‘‘φρούρια των βράχων'’ και η άμυνα των στρατηγικής σημασίας λιμανιών στη βενετοκρατούμενη Κρήτη», Τα παράκτια οχυρά και η άμυνα των λιμανιών, Πρακτικά ημερίδας (Θεσσαλονίκη, 25 Σεπτεμβρίου 1998), ΥΠΠΟ-ΤΑΠΑ, Αθήνα 2002. 17-30.
Γκίκα, Γ., «Κάστρα- Ταξίδια στην Ελλάδα του θρύλου και της πραγματικότητας), τόμοι Α'-Δ', Αθήνα 1991.
Δετοράκης, Θ., «Πειρατικές επιδρομές στην Κρήτη κατά την περίοδο της βενετοκρατίας», Κρητική Εστία 2 (1988), 136-151. «Ιστορία της Κρήτης». Ηράκλειο 1990.
Fortezze Veneziane nel Levante, Comune de Venezia, Musei Civici Veneziani.
Gerola G., «Monumenti Veneti nell’ isola di Creta», τ. Ι, μέρος II Venezia 1906. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1974, τόμ. Ι΄, 77-89
Καρποδίνη-Δημητριάδη, Ε. «Κάστρα και Φορτέτσες της Κρήτης. Εικόνες καιμνήμες», Αθήνα 1995.
«Κάστρων Περίπλους», ΥΠΠΟ-ΤΑΠΑ, Αθήνα 2001. «Κάστρα Ελλάδας». Explorer, Αθήνα 2002.
Κεφαλληνιάδης, Ν.Α., «Πειρατεία. Κουρσάροι στο Αιγαίο», Αθήνα 1984.
Κόντογλου, Φ. «Ο Καστρολόγος» (επιμέλεια Ι.Μ. Χατζηφώτης), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1987.
Κραντονέλλη, Α., «Ιστορία της πειρατείας στους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας, 1390-1538», Αθήνα 1985.
Κραντονέλλη, Α., «Ιστορία της πειρατείας στους μέσους χρόνους της Τουρκοκρατίας, 1538-1699», Αθήνα 1991.
Μέρτζιος, Κ.Δ., «Σούδα και Σπιναλόγκα. Πότε και πώς ηλώθησαν υπό των Τούρκων», Κρητικά Χρονικά 10 (1956).
Μοσχόβη, Γ.. «Σπιναλόγκα: Ο οχυρωμένος οικισμός της νησίδας», Θ' Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο (Ελούντα. 1-6 Οκτωβρίου 2001), Περιλήψεις ανακοινώσεων, Ηράκλειο 2001, 178.
Μοσχόβη, Γ., «Σπιναλόγκα», φυλλάδιο 13ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Αθήνα 2002.
Πάρδος, Α.. «Στη ρότα των κουρσάρων. Η περιοχή της Σητείας στην τελευταία βενετική περίοδο», Θ' Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο (Ελούντα, 1-6 Οκτωβρίου 2001), Περιλήψεις ανακοινώσεων. Ηράκλειο 2001. 186-187
Πεπονάκης, Μ., «Κούρσος και πειρατεία στις κρητικές θάλασσες στην περίοδο 1770-1792», Θ' Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο (Ελούντα. 1-6 Οκτωβρίου 2001), Περιλήψεις ανακοινώσεων, Ηράκλειο 2001, 237.
Πλουμίδης
Ποταμιτάκης, Μ., «Το λιμάνι της Σούδας στο πέρασμα του Χρόνου -Σύντομο οδοιπορικό», Χανιά 1996.
Σπανάκης, Σ., «Η Κρήτη. Τουρισμός - Ιστορία - Αρχαιολογία», Ηράκλειο.
Σπανάκης, Σ., «Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων», Ηράκλειο 1993.
«Ταξίδια στις βυζαντινές θάλασσες», ΥΠΠΟ-Διεύθυ/ση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, Αθήνα 1998.
Τζομπανάκη, Χ., «Συνεργασία Ευρωπαίων και Κρητών τεχνικών, από τον 15ο έως τον 17οαιώνα μ.Χ. για την κατασκευή των ενετικών Τειχών του Χάνδακα, Κρήτες θαλασσοδρόμοι», κύκλος διαλέξεων, Ηράκλειο 1999, 151-176.
«Το Λιμάνι της Σούδας μέσα στους αιώνες», φυλλάδιο της 13ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων για τις Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς «Τα Λιμάνια στους Αιώνες». Χανιά 1998.
Τραϊου, Ε. (επιμ.), «Πειρατές και κουρσάροι», Επτά Ημέρες, εφημερίδα Καθημερινή. 16-2-1997.

1on.gif (2742 bytes)