Ενα άρθρο του Ν.Καζαντζάκη για τη Γαλάτεια στα 1909 που τους έφερε κοντά!
Τα κείμενα των μεγάλων

 
Σπάνια κείμενα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα με την υπογραφή των κορυφαίων του πνεύματος, της τέχνης, της πολιτικής και των εθνικών αγώνων

Ένα άρθρο του Ν. Καζαντζάκη στον «Νουμά» του 1909 για τη μετέπειτα σύζυγό του,

που έφερε κοντά τους δυο τους “Γαλάτεια Αλεξίου.

Ένα από τα ωραιότερα και σπαραχτικότερα θεάματα που είδα στη ζωή μου”


Μια νέα στήλη ξεκινά από σήμερα η «Π». Κάθε Δευτέρα, από αυτή εδώ τη θέση, θα παρουσιάζονται σπάνια κείμενα των κορυφαίων του πνεύματος, της τέχνης, της πολιτικής και των εθνικών αγώνων, γραμμένα κατά το 19ο ή στις αρχές του 20ου αιώνα.

Κείμενα που είτε είχαν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, είτε δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Για παράδειγμα, κείμενα των μεγάλων λογοτεχνών, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης ή ο Ιωάννης Κονδυλάκης, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στις συλλογές και τα βιβλία τους.

Έτσι θα μπορέσομε να γνωρίσομε, και ενδεχομένως να βοηθήσομε στη διάσωση άγνωστων κειμένων, μεγάλων μορφών της διανόησης, της πολιτικής, των πολιτικών, επαναστατικών και κοινωνικών αγώνων της Κρήτης και των Κρητικών.

Η νέα αυτή στήλη εγκαινιάζεται με ένα κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη, γραμμένο πριν από ακριβώς 100 χρόνια στον «Νουμά» του Ψυχάρη. Πρόκειται για μια κριτική προσέγγιση του έργου αλλά και της ίδιας της προσωπικότητας της Γαλάτειας Αλεξίου, της μετέπειτα πρώτης συζύγου του κορυφαίου διανοητή. Το εντυπωσιακό με το άρθρο αυτό είναι πως αποτέλεσε ουσιαστικά την αφορμή της συνάντησης των δυο τους, που παντρεύτηκαν δύο χρόνια αργότερα. Με τα σημερινά δεδομένα, και με απόλυτη τιμή στη μνήμη και των δυό τους, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο Νίκος Καζαντζάκης με αυτό το κείμενό του, που δημοσιεύτηκε μάλιστα πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα των δημοτικιστών, ουσιαστικά προσέγγισε τη μετέπειτα σύντροφό του!

Το άρθρο του Καζαντζάκη, στο οποίο ο μεγάλος Ηρακλειώτης υπογράφει ως Κάρμα Νιρβαμή, με το φιλολογικό, δηλαδή, ψευδώνυμο των πρώτων χρόνων της συγγραφικής παρουσίας του, γράφτηκε με αφορμή τη δημοσίευση, επίσης στον «Νουμά», της νουβέλας «Ridi Pagliacio» («Γέλα παλιάτσο») της Γαλάτειας.

Λίγο μετά, στις 14 του Θεριστή (Ιουνίου)1909 ο Ν. Καζαντζάκης έγραφε, εκφράζοντας το θαυμασμό του για αυτήν: «Γαλάτεια Αλεξίου. Ένα από τα ωραιότερα και σπαραχτικότερα θεάματα που είδα στη ζωή μου. Μέσα σε μιαν επαρχιακή στενοκέφαλη κοινωνία, η παρουσία της προξενεί σκάνταλο στους αγαθούς αστούς». Και λίγο παρακάτω: «Είναι μια κατακόκκινη αντάρτισσα παραφωνία στην ασάλευτη σκλαβοπλανταγμένη ατμόσφαιρα της επαρχιώτικης σταχτόχρωμης ζωής».

Στη συνέχεια αναδημοσιεύομε ολόκληρο το κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη, για τη Γαλάτεια Αλεξίου, που γράφτηκε από το Ηράκλειο όπου ζούσαν και οι δύο και είχε πρωτοδημοσιευτεί στο φύλλο 348 του «Νουμά» την «Κεριακή 14 του Θεριστή 1909». Σημειώνομε ότι το συγκεκριμένο φύλλο της πολιτικοφιλολογικής εφημερίδας του Ψυχάρη το οποίο έχομε στη διάθεσή μας και υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Πατρών, έχει καταστραφεί ένα απόσπασμα μερικών αράδων μετά την αρχή του κειμένου.

Αλ. Α. Ανδρικάκης
ΠΑΤΡΙΣ  14-12-2009  Ηρακλειο Κρητης
 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΑΛΕΞΙΟΥ (Αφορμή από το “Ridi Pagliacio”της)

 

Η Γαλάτεια Αλεξίου. Ενα από τα ωραιότερα και σπαραχτικότερα θεάματα που είδα στη ζωή μου. Μέσα σε μιαν επαρχιακή στενοκέφαλη κοινωνία, η παρουσία της προξενεί σκάνταλο στους αγαθούς αστούς. Την κοιτάζουν με την έκπληξη και την αγανάχτηση που θα κοιτάζουν τ αγαθά, καλόβουλα αστάχια του σταριού, τη φουντωμένη παπαρούνα, που υψώνεται ανάμεσά τους....

Είναι μια κατακόκκινη αντάρτισσα παραφωνία στην ασάλευτη σκλαβοπλανταγμένη ατμόσφαιρα της επαρχιώτικης σταχτοχρώματης ζωής.

Την κοιτάζω πολλές φορές να γοργοπερνά την αγορά και τα στενά σοκάκια μας και να στηλώνει αυθάδικα στους διαβάτες τα μάτια της τα μεγάλα, τα πολύξερα, τα γεμάτα. Και βλέπω τους διαβάτες να χαμηλώνουνε τα μάτια τους ταραγμένοι κι ανήσυχοι-λες και κάποιον είδανε να σκύφτει απάνω στην ψυχή τους και να κοιτάζει περιφρονητικά τη φριχτήν ασκήμια της.

Ο,τι προπάντων ξεχωρίζει τη Γαλάτεια είναι μια παράξενη, βαθύτατη παρατηρητικότητα. Τη ζωή τη βλέπει όλη μπροστά της, με τις χίλιες κωμικές και τραγικές της λεπτομέρειες, τους ανθρώπους κοιτάζει και βλέπει πίσω από τα μάτια τους και πίσω από κάθε τους κίνηση και χειρονομία, όλες τις παιδιακίσιες γελοιότητες των αντρών που τα χάνουν και ξευτελίζονται μπροστά σε μιάν όμορφη γυναίκα που τους μιλεί με θάρρος.

Κʼ έχει πάντα, και στο πιο ξεκαρδιστό της γέλιο, στο απάνω, λίγο ανασυρτό-λες από αηδεία-χείλι της, μιαν ανείπωτη απογοήτεψη για την προστυχιά των ανθρώπων. Ομορφη και νέα ως είναι, της δοθήκανε χίλιες ευκαιρίες να σκύψει στην ψυχή των αντρών και να δει πόσο μικροί, πόσο τιποτένιοι κι αδειανοί είμαστε και πόσο εύκολα κι ασυνείδητα ξεχνούμε και τα πιο ιερά μας καθήκοντα και τα πιο δογκιχώτικα ιδανικά μας, κυριεμένοι σκλαβωτικά από αρίφνητα λασποσερνάμενα ένστιχτα που ντρεπόμαστε να δείξομε στο φως και που του κάκου τυλίζομε προσεχτικά με παχιά μεγάλα λόγια και με ψεύτικα χρυσόχαρτα αιστηματολογικά.

Εμείς οι άντρες, δεν μπορούμε να νοιώσομε­ πόσο μια ψυχή ντελικάτη πικραίνεται κι αηδιάζει, θωρώντας έτσι τους άντρες να εξευτελίζονται και να πέφτουν. Θάναι, φαίνεται, κάτι το φριχτό.Αυτό, φαίνεται, θα φτάνει για να σπάει μια ζωή και να την κάμει ανίκανη πλειά να πιστέψει κάθε ωραίο κ ειλικρινές κ ευγενικό.Εκείνους που νόμιζες πως πηγαίνουν μπροστά και κοιτάζουν κάπως πιο ψηλά να θέσουν το σκοπό τους-είναι φοβερό θέαμα να τους ανακαλύπτεις μαριονέτες μόνο πως είναι και φασουλήδες ξύλινοι, που τους τραβάς το σπάγγο και βάζουν το χεράκι τους απάνω στην καρδιά και γονατίζουν δουλικά κι ανοιγοκλειούν το ξύλινό τους στόμα και ξεφωνίζουνε τα λόγια που τους έδωκες εσύ μελοδραματικά ν απαγγείλουν και να πούνε...

Η ψυχή μιας γυναίκας ευγενικιάς που βλέπει αυτό το θέαμα δεν είναι δυνατό να μην ταραχτεί και να μην αηδιάσει. Δεν μπορεί πια τίποτα μεγάλο κι άδολο να πιστέψει, δεν μπορεί πια να χαίρεται το χάρισμα ν απατάται από τα ψεύτικα, ωραία λόγια και ν αντικρύζει τη ζωή με την αφέλεια και την εμπιστοσύνη ανήξερου παιδιού.

Και γι αυτό μια απογοήτεψη πικρότατη κάθεται βαριά πάνουν στο στόμα της Γαλάτειας και της λυγίζει και της σπα το τόξο των χειλιών της και μια ειρωνεία δίστομη πετιέται με αγανάχτηση από τα γελαστά της μάτια. Παντού, σε ό,τι ως τώρα έγραψε, στο δράμα της. “Πιο ευγενικός”, στα “Γράμματα” και στα Δηγήματά της στην “Πινακοθήκη”, στο Ridi Pagliacio της, παντού η νότα αυτή η στριγγιά κ ειρωνική και το ανήλεο ξεγύμνωμα της ακάθαρτης ζωής.

Θαρρείς κ αιστάνεται κάποια έκφυλη ηδονή να δείχνει πίσω από τα μυρωμένα γάντια τα χέρια τα λερωμένα, πίσω από τα κατακόκκινα χείλια τα σαπημένα μαύρα δόντια, πίσω από τη σεμνή χερονομία τον άσεμνο στοχασμό και μέσα στα βάθη κάθε όμορφης τάχατε και μεγαλοϊδεάτικης ψυχής το ένστιχτο το σιχαμερό του προπάτορα πιθήκου.

Οι μεγάλες λέξες που απατούν και υπνωτίζουν την κάθε γυναίκα, δεν την απατούν και δεν την υπνωτίζουν-απεναντίας, την εξεγείρουν και την αναταράζουν και της δίνουν μιαν επαναστατική και βλοσυρή ανάταση θυμού και καταφρόνιας. Πρέπει κανείς πολύ ν αγαπήσει και πολύ νʼ απατηθεί για να φτάσει στην απαρηγόρητη αυτή και βαθιοστόχαστη αντίληψη της κουφότητας κι αδειοσύνης κάποιων μεγάλων φανφαρόνικων λέξεων.

Γιʼ αυτό και το ύφος και τα λόγια και τα θέματα που διαλέγει η Γαλάτεια έχουν κάποια επαναστατικότητα σπασμού και λυγμού συγκρατημένου, που βουβοσπαράζει κάτω από την ειρωνική γαλήνη της επιφάνειας και ποτέ δε θα πίστευε κανείς πως χέρι γυναικήσιο τόσο λεπτό και τόσο όμορφο θα μπορούσε ποτέ με τόσο τραχύτατες γραμμές να στιγματίσει, σα με πυρωμένο σίδερο, το γαλήνιο πρόσωπο της Ζωής. Χωρίς ρομαντικότητες και λιγοθυμητά παιδίστικα μπροστά στα ηλιογέρματα κι αναστενάγματα υστερικά κάτω από το φεγγάρι, χωρίς αιστηματικότητες ερωτικές, ως θάταν φυσικό στα εικοσιπέντε της τα χρόνια και στην ομορφιά του κορμιού της-κοιτάζει μια διαπεραστική βαθύτητα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες της ζωής και βρίσκει σε μια βίζιτα, σε μια φλυαρία φιλενάδας της, σε μια συζήτηση, σ έναν περίπατο, σ ένα χορό, σε χίλια δυό καθεμερνά και πολυσυνηθισμένα, τα κρυφά μικρούτσικα ελατήρια που κινούνε κ εξηγούν όλη μας τη ζωή.

Θάχει, φαίνεται πάρα πολλά δει και πάρα πολλά υποφέρει στη ζωή της, κ έτσι μπόρεσε να βουτήσει βαθιά στην πραγματικότητα και να διαπεράσει την απατηλή, φανταχτερή επιφάνεια όπου σταματά το πλήθος και ν αγγίξει το βυθό της που είναι όλο άμμος κι όλο ψεύτικα, γυαλιστερά πετράδια.

Κ έτσι εξηγούνται όλες της οι ιδιότητες:

Η ειρωνεία της που πονεί και σπαρταρά ανάμεσα στα χτυπητά της γέλια, η ειλικρίνειά της που κάνει κακό έτσι απότομα που λέγεται κ έτσι ωμά που ρήχνεται, η παρατηρητικότητά της η αδιάκριτη, που σε κάνει και χαμηλώνεις το βλέμμα, ζητώντας του κόσμου να κρύψεις τη σκέψη σου, που τη διαβάζει. Εκείνη, αδιάφορη και περιφρονητική, απάνω στο μέτωπό Σου, και τέλος η απογοήτεψή της, που την κάνει να θέτει με κάποιαν αριστοκρατικιά ναυτίαση όλα τα πράματα κι όλα τα πρόσωπα στη θέση που τους ταιριάζει, αποσπώντας με οργή αποπάνω τους τις αποκριάτικες μάσκες της φαινομενικής τους λαμπρότητας.

Κ έτσι, γύρω στα μεγάλα της προτερήματα ριζώνουν και κισσοπλέκουνται και τα μεγάλα της ψεγάδια.

Γιατί σε μια γυναίκα τόσο νέα και λεπτή του κάκου ζητούμε κάποια ήσκινα, γαλάζια μονοπάτια που να ξεκουραστεί το μάτι μας, από το τραχύτατο φως της μεσημεριάτικης, ανήσκιωτης Αλήθειας. Κάτι άλλο της ζητούμε. Κάτι μπλε, κάτι μαλακό κι ανήξερο, καποια μάτια που να ξέρουν να χαμηλώνουν και να ξέρουν να σωπαίνουν, μια ψυχή πιο γυναικήσια και πιο αφελή, που να πιστεύει σε μερικές ωραίες απάτες και να πέφτει σε όλες τις λουλουδοσκεπασμένες παγίδες της ζωής.

Χωρίς να το ξέρει, άθελα κ υποσυνείδτα, η κοινωνία μισεί με το δίκιο της και κατατρέχει πολύ σωστά, τις τέτοιες υπερφυσιολογικές γυναικήστικες ψυχές που κάπου κάπου υψώνουνται αντάρτικα ανάμεσα στις ευκολόσπαστες γαλήνες των σπιτιών και ξεσκίζουν τις ομορφότατες μάσκες που παίρνει η ζωή και ο θάνατος για να διπλοθεμελιώνουν και να δικαιολογούν το φριχτό οικοδόμημα της Υπαρξης.

Θάτανε τρομερό μαρτύριο η ζωή μας, αν γυρίζοντας το βράδι σπίτι μας, ύστερα από τον αγώνα μιας ημέρας, βρίσκαμε στηλωμένα απάνω μας, καρφωμένα απάνω στο μέτωπό μας, ερευνητικά κι ανήλεα και τόσο πολύξερα δύο τέτοια ολάνοιχτα μάτια. Εχομε ανάγκη να μας αγαπούνε, να μη μας πολυξέρουν, να μας πιστεύουν, να γέρνομε απάνω τους και ν αγναντεύομε πέρα κι αλάργα τη γαλήνη τη φωτεινιά των ωραίων ζώων και την αφοσίωση την απατημένη και μωρόπιστη των ανήξερων γυναικων.

Οχι να μας αναλύουν και να μας σκίζουν και τους εφτά πέπλους της ψυχής και να κοκκινίζομε και να ντρεπόμαστε και να μην έχομε μια γαλαζοήσκιωτη γωνιά του σπιτιού ή του κρεβατιού για να κρυφτούμε.

Ολα αυτά από το ορμέμφυτο, που ποτέ του δε λαθεύει, τα νοιώθει η κοινωνία και σε τέτοιες αντάρτισσες γυναίκες υψώνεται εχτρά και απειλητική-θαμπά θολομαντεύοντας το μεγάλο κοινωνικό κίντυνο που εγκυμονούν τα λόγια και το παράδειγμά τους.

Είναι κάποιες ψευτιές που είναι απαραίτητες για να ζήσει η ζωή, είναι κάποια μάτια κλειστά-που αν ξυπνούσανε ο άνθρωπος θα υπόφερνε μαρτύριο-το μαρτύριο του Κάϊν που κυνηγιέται από το ακοίμητο μάτι του Θεού και υπάρχουν ήσκιοι που μύριες φορές πιο πολύ αξίζουν από το ανελεήμονο φως του καταμεσούρανου ήλιου.

Και γι αυτό μέσα από το θαμασμό που νοιώθομε για την ειλικρίνεια και την επαναστατικότητα και τη σπαρταριστή ανάλυση του Ridi Pagliacio της Γαλάτειας-(είδατε; είναι σαν ένας άνθρωπος ζωντανός, ξαπλωμένος σ ένα μάρμαρο και χωρίς να τον χλωροφορμίσουν του σκίζουνε τη σάρκα και του τριχοτομούν τα νεύρα και του πιάνουν με την τσιμπίδα την καρδιά που σπαρταρά και θέλει να φύγει...) μια δυσφορία μας κυριεύει, μια παράξενη συστολή, κάτι τι που πολύ απότομα πέφτει και πολύ κυνικότατα ξεσκεπάζεται κι ορμά.

Είναι ίσως πρόληψη, ίσως συνήθεια, ίσως ανάγκη ψυχολογική, τη γυναίκα να τη θέλομε τελείως γυναίκα, αδύνατη κ ευκολόσπαστη κ ευκολοσυγκίνητη, που να μισεί την αλήθεια ως κάτι τι ενάντια στον προορισμό της και ν αγαπά “φύσει” την ψευτιά και την υποκρισία και τις χίλιες δυό απόχρωσες του ατλαζιού και τις χίλιες δυό ηδονικές ανατριχίλες της θάλασσας και της γάτας.

Κι όταν στην Τέχνη εξωτερικευτεί μια γυναίκα ψυχόρμητα νοιώθομε πως τότε μόνο θα δημιουργήσει έργα μεγάλα, όταν αποτυπώσει τέλεια τα κυματιστά της αυτά και ύπουλα και τίγρινά της φυσικά-και όχι όταν το μικρό της το χέρι που πρέπει πάντα να μας δροσίζει και να μας κλεί τα μάτια, σμίγει με το μεγάλο το αδρό χέρι του άντρα και θέλει να ρήξει κάτω τα γλυκότατα ξόβεργα που πλάνα κρύβουνται κ ενεδρεύουν ανάμεσα στα φύλλα της Υπαρξης για να μας γλυκάνουν τη ζωή σκλαβώνοντάς τηνε.

Κι ακόμα πιο πολύ-δεν ξέρω-η δυσφορία που μου γεννά το Ridi Pagliacio, αναβρύζει ίσως από κάποια βαθύτερη, μυστικότερη πηγή. Η Γυναίκα που όταν αγαπήσει αντί να συρθεί στα πόδια του Κυρίαρχού της, σκκλάβα, υψώνεται τόσο αδιάντροπα και βεβηλώνει την αγάπη της, δημοσιεύοντάς τηνε,-μου κάνει κακό, είναι σα ν ανοίγει την κάμερά της, είναι σα ν ανασηκώνει τις κουρτίνες του κρεβατιού της και προσκαλεί όλο τον κόσμο να σκύψει απάνω στα σεντόνια και να δει και να λερώσει με τα χέρια του τα τσαλακωμένα, μουσκεμένα προσκεφάλια και να μολύνει με τα περίεργά του, τ ακάθαρτα βλέμματα, τις ιερές σεμνότητες της ασεμνότατης ηδονής.

Οχι, πιο ντροπαλή και πιο συμαζεμένη και πιο σεβαστή πρέπει να είναι η γυναικήσια αγάπη. Ο,τι κι ά λέμε, ο αληθινός ρόλος της γυναίκας είναι ν αγαπά, να πονεί, να χαίρεται και να σωπαίνει. Και όχι να σηκώνεται και να δρασκελίζει το κατώφλι του σπιτιού της και να βγαίνει στα τρίστρατα μεσόγυμνη και να δείχνει σ όλους τους διαβάτες, κλαψιάρα, τα μπράτσα της τα μπλαβισμένα από τα φιλήματα του Αγαπητικού, και την ψυχή της την κουρελιασμένη και καταξεσκισμένη, από μιάν άσπλαχνη κι ανελεήμονη αγάπη. Οσο ωραία κι αν απλώνει τα χέρια της καταμεσίς του δρόμου, όσο τέλεια κι αν καταριέται ή ειρωνεύεται ή προσκαλεί τον άντρα,-πάντα το θέαμα αυτό μας σφίγγει την καρδιά και μας έρχεται να πάρομε τη Γυναίκα αυτή και να την πάμε σπίτι της και να διπλοκλειδώσομε την πόρτα και να τη βάλομε να καθίσει σ ένα μαλακό ντιβάνι και να της δώσομε πραϋντικά και να της θέσομε πάγο στο κεφάλι, για να συνέλθει.

Αφού και σε μας τους άντρες πολλές φορές έρχεται στα μάγουλα και τα κάνει κατακόκιννα από τη ντροπή η αγανάχτηση εναντίον του εαυτού μας, γιατί ανοίγομε τόσο εκπορνευτικά την ψυχή μας στον όχλο και ορκιζόμαστε να κλειστούμε για πάντα μέσα στο φεουδαλικό πύργο της ακαταδεχτοσύνης μας και της αγνότατης σιγής και να εξωτερικεύομε την ομορφιά που νοιώθουμε μέσα μας, ζώντας τη μέσα σε έργα και όχι γράφοντάς την απάνω σε χαρτί.

Κι αν στους άντρες γεννιέται τόσο συχνά η “αιδώς” αυτή κ η συστολή να γυμνώνομε την ψυχή μας στην αγορά και στις πλατείες, στη Γυναίκα πρέπει να είναι αιώνια κ επιταχτική για τη φυσικιά ντροπαλοσύνη του φύλου της. Γι αυτό μου κάνει κακό και προσβάλλει πολλές μέσα μου λεπτότητες, η Γυναίκα που ξεπετιέται έτσι ανυπόταχτα στους φυσιολογικούς της νόμους και μιλεί τόσο θαρρετά και με τόση τρομαχτική ειλικρίνεια για ό,τι ιερό και λειτουργικότατο έχει η γυναικεία ζωή-για την Αγάπη. Κρύφτω και με τα δυό μου τα χέρια το πρόσωπο για να μη δω πως χυμά σαν τσιγγάνα χορεύτρα στα σταυροδρόμια και ρήχνει κάτω ένα-ένα τους πέπλους της ψυχής της και χορεύει τον κόρδακα της δημόσιας εξομολόγησης.

Το να δείχνει κανείς το σώμα του δεν είναι τόσο άσεμνο όσο να δείχνει την ψυχή του και μια Γυναίκα πρέπει να κρύβει τις πληγές της καρδιάς της πολύ πιο προσεχτικά και πολύ πιο σεμνά παρ όσο κρύβει το στήθος της.

Ετσι νομίζω.

Κ έτσι και μόνο μπορώ να εξηγήσω τ αντιφατικά συναιστήματα-του θαυμασμού και της δυσφορίας-που μου γεννά το Ridi Pagliacio.

Κι ακόμα έτσι και μόνο εξηγώ γιατί για μένα η Γαλάτεια να είναι ένα από τα ωραιότερα και σπαραχτικότερα θεάματα που είδα στη ζωή μου.

Ηράκλειο (Κρήτης).


ΚΑΡΜΑ ΝΙΡΒΑΜΗ