Μια μελέτη του Ν. Καζαντζάκη για τους νέους στην κρίση του 1910
Τα κείμενα των κορυφαίων

 
Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη andrikakis@patris.gr

«Μας χρειάζεται μια φιλοσοφία που να σπρώχνει τους νέους στον αγώνα, στη δράση, στην αγορά»

Μια κριτική μελέτη του Καζαντζάκη για τη νεολαία της Ελλάδας, στην κρίση του 1910


Η περίοδος των φιλοσοφικών αναζητήσεων του νεαρού Νίκου Καζαντζάκη –αναζητήσεων όχι για να παραμείνουν στη σφαίρα της καταγραφής μιας θεωρίας για τα βιβλία, αλλά στην ουσία ενός κατευθυντήριου ιδεολογήματος για τη διερεύνηση των λύσεων στην πορεία της ζωής- ξεκινά από τα πρώτα ακόμη χρόνια της συγγραφικής του δραστηριότητας. Άλλωστε ο Καζαντζάκης δεν είναι απλώς ένας συγγραφέας, αλλά ένας στοχαστής, ένας φιλόσοφος, ο οποίος μέσα από τη συγγραφή του διατυπώνει και εκφράζει τα ερωτήματα και τους στοχασμούς του.

Τα αμιγώς φιλοσοφικά του κείμενα ξεκινούν από το 1906. Το πρώτο φιλοσοφικό δοκίμιό του δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1906, στη φιλολογική «Πινακοθήκη», του Δ. Ι. Καλογερόπουλου. Ήταν «η αρρώστεια του αιώνος», και αποτελεί μιαν αποθέωση στον αρχαίο κόσμο και τον αναμάρτητο Έρωτα, αυτόν που θα υμνεί διαρκώς στο έργο του. Το πιο πρώιμο από τα φιλοσοφικά του κείμενα είχαμε παρουσιάσει στις 25 Οκτωβρίου 2010, παραμονή της συμπλήρωσης των 53 χρόνων από το θάνατό του.

Το 1910, σε μια ανάλογη με τη σημερινή περίοδο κρίσης της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής, ο 27χρονος Καζαντζάκης δημοσιεύει μια μελέτη για την ελληνική νεολαία, που στο θολό τοπίο της εποχής αναζητούσε, ή θα έπρεπε να αναζητήσει το δικό της βηματισμό. Την αφορμή της διατύπωσης των σκέψεών του τη βρίσκει στον δημοτικιστή, όπως ο ίδιος, Ίωνα Δραγούμη, που επίσης προβληματίζεται για την πορεία της ελληνικής κοινωνίας και των νέων της. Ο Δραγούμης (υπογράφει ως ΙΔΑ, από τα αρχικά του ονοματεπώνυμού του) δημοσιεύει τότε τη «Σαμοθράκη», ένα δοκίμιο για τη νέα γενιά. Ο Καζαντζάκης λίγο μετά έρχεται να χαιρετίσει με τη μελέτη του το δοκίμιο του Δραγούμη, αλλά στην ουσία να διατυπώσει τη δική του άποψη, που δεν διαφέρει σε πολλά από αυτήν του ΙΔΑ. Κι οι δύο θεωρούν ότι οι νέοι έχουν το δικό τους ρόλο στην προσπάθεια η χώρα να αναζητήσει το δρόμο της ξεπερνώντας την υποταγή της στη δόξα και τον ετεροφωτισμό του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.

Η κριτική μελέτη του Καζαντζάκη, με τον τίτλο «Για τους νέους μας» δημοσιεύεται το 1910, χρονιά που αρχίζει να συζεί στην Αθήνα με τη Γαλάτεια, στη «Νέα Ζωή», περιοδικό που εξέδιδε ο φιλολογικός σύλλογος της Αλεξάνδρειας και στο οποίο συνεργάστηκαν κορυφαίες μορφές της ελληνικής διανόησης: Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Βάρναλης, Ξενόπουλος, Παλαμάς, Σικελιανός, Βικέλας, Καρκαβίτσας, Μαβίλης, Νιρβάνας, Παπαντωνίου, η Γαλάτεια Καζαντζάκη (χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Πετρούλα Ψηλορείτη, κατά το αντίστοιχο Πέτρος Ψηλορείτης, που κι εδώ χρησιμοποιεί ο Καζαντζάκης), και πολλοί άλλοι.



Η ευθύνη



Μέσα από την έννοια της αγάπης προς την πατρίδα, που προσεγγίζει κι ο Δραγούμης, ο Καζαντζάκης επιχειρεί να δείξει τον σταθερό δρόμο, την αποστολή, στους νέους, χωρίς όμως να καθορίζει το αποτέλεσμα ή να καθοδηγεί τις αναζητήσεις τους για του πού τελικά θα καταλήξουν. Ξεκινά από ένα πρώτο κριτικό συμπέρασμα, χρήσιμο και για τη σημερινή εποχή, όπως όλες οι «διδαχές» του μεγάλου Κρητικού στοχαστή: το ρόλο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. «Θρεμένοι – γράφει για τους νέους- από τα σκολειά με ιδέες ασυνάρτητες και όχι μόνο ανώφελες μα κι ολέθριες στη ζωή, μπαίνουν στην αντρικήν ηλικία και ζούνε και γερνούν, χωρίς πρόγραμμα και σκοπό, χωρίς να ξέρουνε τι είναι και τι θένε, χωρίς να εννοούν την πραχτικότατη ανάγκη να σφυρηλατήσουν ατομικότητα και χαρακτήρα». Χωρίς, λοιπόν, αυτή τη μόρφωση, δεν ξέρουν πού πάνε, δεν δίνουν απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής για να πορευτούν στη συνέχεια στους δρόμους της, ερωτήματα που ο ίδιος επιχείρησε να απαντήσει σε όλη τη διάρκεια του βίου του.

Και μέσα από την αγάπη στην πατρίδα, θέμα που πραγματεύεται και ο Δραγούμης, προσπαθεί να δείξει το δρόμο της ευθύνης –κυρίαρχο πάντα στοιχείο στις καζαντζακικές αναζητήσεις- και της συμμετοχής και προσφοράς του νέου στην κοινότητα, την πορεία της ευθύνης έναντι των προηγούμενων γενεών, κάθε μια απʼ τις οποίες κάνει στην άκρη, όταν τελειώσει το δικό της χρέος. «Μας χρειάζεται μια φιλοσοφία που όλη της την αξία να την προσδέχεται από την καθημερινή πραχτική εξάσκηση, μια φιλοσοφία που να σπρώχνει τους νέους στον αγώνα, στη δράση, στην αγορά, περιλάμποντας όλα τα συνηθισμένα και πρόστυχα θεωρούμενα γεγονότα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, με την αίγλη της φωτεινής αντίληψης», σημειώνει.

Οπαδός του Νίτσε, τον οποίο έχει προσεγγίσει πρόσφατα, δηλώνει ότι για να φτάσει κανείς στο στόχο του, πρέπει να περάσει πρώτα από τη φάση της αμφισβήτησης, της άρνησης, ώστε να τον προσεγγίσει φανατικά και αδιαμφισβήτητα. Για νʼ αγαπήσεις την πατρίδα σου πρέπει πρώτα να την αμφισβητήσεις. Υποστηρίζει χαρακτηριστικά:

«Κι οι περιπλάνησες αυτές άγονες δε σταθήκανε: πιο σοφή και πιο δυνατή κάμανε τη σκέψη μας. Γι αυτό για νʼ αγαπήσεις τέλεια την Πατρίδα σου, πρέπει να περάσεις πρώτα από το στάδιο της αφιλοπατρίας και του κοσμοπολιτισμού. Πρέπει πρώτα να ρηχτείς στις αερώδικες φιλοσοφίες και στις συγκινητικές φιλάνθρωπες νεφελοκοκκυγίες, νʼ ανοίξεις την ψυχή σου σε όλες τις Πατρίδες και σʼ όλες τις φυλές. Τότε, και μόνο τότε, θα νοιώσεις πως φαντάσματα είναι που δεν αγκαλιάζουνται, θεωρίες που και το μυαλό αν αγγίξουν, όμως κάτι βαθήτερο μέσα μας, το αληθινό είναι μας, ανέγγιχτο το αφήνουν κι ασυγκίνητο… Και γυρίζεις πάλι πίσω στη μικρή ιερότατη γωνιά όπου γεννήθηκες, νοιώθεις πως πιότερο κι από τα λουλούδια κι από τα δέντρα, ριζωμένος είσαι στο χώμα της Πατρίδας σου. Όλες τις ψυχές των προγόνων σου τις νοιώθεις τότε νʼ αναταράζουνται μέσα σου και να ζούνε την παντοδύναμη ζωή των ενστίχτων και των ορμών».



Ο ανώτερος νέος

Είναι σαφές σʼ όλο το κείμενο ότι ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί την έννοια της αγάπης προς την πατρίδα για να εξασκήσει το νέο στην ευρύτερη στάση στο βίο του. Στην ευθύνη του ως ατόμου μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Χρειάζεται μια αρμονική ισορροπία ανάμεσα στον εγωισμό του ατόμου και τον αλτρουισμό του, ανάμεσα στη φιλοπατρία και στον κοσμοπολιτισμό του. Με τον τρόπο αυτό, δηλώνει, θα διαμορφωθεί ο ανώτερος νέος, όρο που χρησιμοποιεί μερικές φορές στο κριτικό κείμενό του, επηρεασμένος και πάλι από τη νιτσεϊκή θεωρία του «υπερανθρώπου», του ανθρώπου δηλαδή που φτάνει πάνω από τα όριά του.

Όπως τονίζει, ο νέος της εποχής θα πρέπει να αναζητήσει το αξιακό του σύστημα, θα πρέπει να μπει στην πορεία αυτή, να γνωρίσει, να εμβαθύνει και να λύσει μερικά ζητήματα της νεοελληνικής ζωής, «που αν δε λυθούνε γρήγορα θα πνίξουν σʼ ένα προγονολατρικό μαρασμό τη φυλή μας».

«Και – κατά συνέπεια οι νέοι- θα γνωρίσουν ακόμα τις μεγάλες φιλοδοξίες, που δε θα τους αφήνουν πιά να παραδέρνουν εδώ κʼ εκεί, σε ρομαντικούς γλυκαναλατισμούς, ή σε αγωνίες θεσιθηρών, ή σε αριστοκρατικά μαϊμουδίσματα».

Πάλι όμως από άρνηση φτάνει σε μια μεγάλη κατάφαση. Αφού αμφισβητεί το πόσοι πολλοί νέοι θα διαβάσουν τη «Σαμοθράκη» του ΙΔΑ, άρα και το δικό του κριτικό σημείωμα, συμπεραίνει ότι ο αγώνας αυτών των νέων τότε θα είναι πιο ηρωικός και ηδονικός. Κι επειδή είναι αβέβαιος, έχει μεγαλύτερη αξία. Επειδή δεν έχει ανταμοιβή, είναι πιο ευγενικός. «Οι πρώτες αυγινές αναλαμπές είναι οι Νέοι αυτοί, ή μήπως είναι οι στερνές του δειλινού; Δεν ξέρουν μήτε οι ίδιοι. Και γι αυτό ο αγώνας τους, απαλλαγμένος από την κάθε υλικοηθική ανταμοιβή της βεβαιότητας, φωτίζεται από μιάν αίγλη τόσο ευγενικιά. Τόσο ευγενικιά, που μήτε να συγκριθεί καταδέχεται με τη θυσία του ρωμαίου εκείνου έφηβου που πάνοπλος στολίστηκε και καβάλα απάνω στο άλογό του έπεσε να φράξει τον γκρεμό που ανοίχτηκε στην Πατρίδα του. Ο ρωμαίος έφηβος χανότανε με τη βεβαιότητα της μελλούμενης δόξας, - ήξερε από το χρησμό πως ο θάνατός του θα έσωζε την Πατρίδα. Μα οι ολίγοι Νέοι μας, που από χιλιάδες μέρη ξεκινήσανε να πέσουν στον γκρεμό που ανοίχτηκε και ράισε την Πατρίδα μας, - δεν ξέρουν αν τα κορμιά τους όσο δυνατά κʼ ευγενικά κι αν είναι θα μπορέσουν ποτέ τους να γεμίσουνε το ράισμα της φυλής μας.

Για τίποτα δεν είναι βέβαιοι. Μήτε για τη δόξα μήτε για τη σωτηρία. Για τους εαυτούς τους μόνο είναι βέβαιοι. Κι αυτό τους φτάνει».

Φυσικά ο Καζαντζάκης γράφει σε δημοτική γλώσσα, πλάθοντας πολλές φορές δικές του λέξεις ή δικές του γραφές για τις λέξεις. Το κείμενο μεταφέρεται όπως ακριβώς είχε δημοσιευτεί, στο 5ο τεύχος του 1910, στο περιοδικό «Νέα Ζωή».
 
Για τους νέους μας
(ΑΦΟΡΜΗ ΑΠΟ ΤΗ «ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ» ΤΟΥ ΙΔΑ)

Ωραίο ωσάν τη βλάστηση, την άνθιση και την καρποφόρηση ενός πολύχυμου δυνατού δέντρου, -κι ακόμα πιο ωραίο, γιατί στενότερα με τη ζωή μας πλέκεται,- είναι το ψυχικό ξετύλιγμα ενός δυνατού Νέου. Κι όσες φορές η Μοίρα μου καλόγνωμη βουλήθηκε να υψώσει μπροστά στα μάτια μου ένα τόσο θαμαστό θέαμα, ευλόγησα και με τα δυό μου τα χέρια τη ζωή.

Είναι τόσο δύσκολο κυτάζοντας μέσα στα μάτια τους σημερινούς μας νέους νʼ ανακαλύψεις μια σπίθα ανώτερης ζωής, που δεν ξέρεις πια με τι χειρονομίες ενθουσιασμού κʼ ευγνωμοσύνης, να προσχαιρετίσεις τον πρώτο Νέο, τον όχι μόνο δυνατό μα και βαθιοστόχαστο που σʼ αξίωσεν η Μοίρα σου νʼ αντικρύσεις και να χαρείς.

Χρειάζεται, όπως καταντήσαμε στην Ελλάδα, ολόκληρη πραγματεία γεια νʼ αποδείξει κανείς ένα πράμα τόσο φανερό -πως η φωτεινή φιλοσοφική μόρφωση ενός νέου είναι η σπουδαιότερη εγγύηση της επιτυχίας του στη ζωή. Χωρίς τη μόρφωση αυτή παραδέρνει, αντιφάσκει, αυτοαναιρείται, επηρεάζεται πότε από τον ένα, πότε από τον άλλο και έτσι πεθαίνει χωρίς να βρει και να εξωτερικέψει τον εαυτό του, τελειοποιώντας αυτός τον τύπο που του παραδώσαν οι γονέοι του.

Πολύ ολίγοι είναι οι νέοι, που την ψυχική τους μόρφωση την επιχειρούν με την ιερότατη φροντίδα, που της τεριάζει. Θρεμένοι από τα σκολειά με ιδέες ασυνάρτητες και όχι μόνο ανώφελες μα κι ολέθριες στη ζωή, μπαίνουν στην αντρικήν ηλικία και ζούνε και γερνούν, χωρίς πρόγραμμα και σκοπό, χωρίς νε ξέρουνε τι είναι και τι θένε, χωρίς να εννοούν την πραχτικότατη ανάγκη να σφυρηλατήσουν ατομικότητα και χαρακτήρα. Είτε επιστήμονες είναι, είτε καλλιτέχνες, είτε πολιτικοί. Δεν έχουν φωτεινή φιλοσοφική μόρφωση. Δηλ. δεν έχουν δώσει μιαν ωρισμένη απάντηση στα διάφορα ζωτικότατα προβλήματα που μας περικυκλώνουν – απάντηση σύμφωνη με τον ψυχικό τους οργανισμό και που να μπορεί να εναρμονίσει και νʼ ανατείνει όλες τους τις ιδιότητες.

Κι όμως η μελέτη των προβλημάτων αυτών είναι σπουδαιότατη, όχι τόσο από θεωρητική όσο από πραχτική άποψη. Γιατί κʼ η πιο παραμικρή πράξη μας εμπνέεται, θέμε δε θέμε, από τις γενικές ιδέες που έχομε μέσα μας. Οι πιο παχύδερμοι ανάμεσά μας δεν ενδιαφέρουνται ποτέ για ανώτερη αντίληψη και σκέψη και χωρίς αρχές κʼ ιδανικά οδηγούνται από τα γεγονότα της φυσικής ζωής τους. Οι πιο ντελικάτοι, απογοητεύονται, ναυτίαση νοιώθουνε στα αγγίγματα της αγοραίας ζωής κι αποτραβηγμένοι σε άγονες θεωρίες, κλειούνται στον Πύργο της ακαταδεχτοσύνης τους μακριά από το πλήθος.

Μας χρειάζεται μια φιλοσοφία που όλη της την αξία να την προσδέχεται από την καθημερινή πραχτική εξάσκηση, μια φιλοσοφία που να σπρώχνει τους νέους στον αγώνα, στη δράση, στην αγορά, περιλάμποντας όλα τα συνηθισμένα και πρόστυχα θεωρούμενα γεγονότα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, με την αίγλη της φωτεινής αντίληψης.

Και γι αυτό μʼ ευχαρίστηση κʼ ευγνωμοσύνη αδράχνω την ευκαιρία που μου δίνει ο κ. Ίδας με το τελευταίο του βιβλίο τη «Σαμοθράκη» να μιλήσω, όσο μπορώ πιο σύντομα, για τα δύο σπουδαιότητα ζητήματα που εξετάζει στο βιβλίο του αυτό:

α) Γιατί πρέπει νʼ αγαπά κανείς την πατρίδα του και β) Πώς πρέπει να την αγαπά.

Και είμαι ευτυχής γιατί, καθώς απʼ όλο το έργο του κ. Ίδα φαίνεται, η μέθοδος που μας χρησίμεψε, για νʼ απαντήσομε σε μερικά μέσα μας ψυχολογικά πολύπλοκα ερωτήματα, είτανε και των δυό η ίδια. Και θαρρώ, χρέος έχει καθένας μας τη μέθοδο που τον έκαμε ήρεμο και δυνατό να τήνε λέει μεγαλόφωνα∙ γιατί έτσι μπορεί νʼ αποκαλύψει σε πολλούς νέους γύρω του πως έχουνε κι αυτοί όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να γίνουν ήρεμοι και δυνατοί. Τους λείπει μόνο η τελική συνένωση των στοιχείων αυτών σύμφωνα με ωρισμένη μέθοδο.

Και εδώ, όπως και παντού αλλού, ύστερα από πολλές περιπλάνησες, η σκέψη ξαναγυρίζει πάλι, στο ένστιχτο, τελειοποιώντας το όμως και σπρώχνοντας κι αυτή μαζί του το συνολικό μας εγώ, προς την ίδια κατεύθυνση. Κι οι περιπλάνησες αυτές άγονες δε σταθήκανε: πιο σοφή και πιο δυνατή κάμανε τη σκέψη μας. Γι αυτό για νʼ αγαπήσεις τέλεια την Πατρίδα σου, πρέπει να περάσεις πρώτα από το στάδιο της αφιλοπατρίας και του κοσμοπολιτισμού. Πρέπει πρώτα να ρηχτείς στις αερώδικες φιλοσοφίες και στις συγκινητικές φιλάνθρωπες νεφελοκοκκυγίες, νʼ ανοίξεις την ψυχή σου σε όλες τις Πατρίδες και σʼ όλες τις φυλές. Τότε, και μόνο τότε, θα νοιώσεις πως φαντάσματα είναι που δεν αγκαλιάζουνται, θεωρίες που και το μυαλό αν αγγίξουν, όμως κάτι βαθήτερο μέσα μας, το αληθινό είναι μας, ανέγγιχτο το αφήνουν κι ασυγκίνητο… Και γυρίζεις πάλι πίσω στη μικρή ιερότατη γωνιά όπου γεννήθηκες, νοιώθεις πως πιότερο κι από τα λουλούδια κι από τα δέντρα, ριζωμένος είσαι στο χώμα της Πατρίδας σου. Όλες τις ψυχές των προγόνων σου τις νοιώθεις τότε νʼ αναταράζουνται μέσα σου και να ζούνε την παντοδύναμη ζωή των ενστίχτων και των ορμών. Εννοείς πως ο αέρας που αναπνέει η φυλή σου, τα βουνά τριγύρω, η θάλασσα, οι πέτρες, τα χώματα της πατρίδας, βαθήτερη έχουν σημασία απʼ ό,τι στην αρχή θαρρούσες: όλα αυτά ξυπνούνε μέσα μας τις δυνάμεις του οργανισμού μας, που κοιμισμένες παντοτεινά θα είσανε μακριά τους. Θησαυρούς από ενέργειες κι ορμές, από χειρονομίες μεσοτέλειωτες, από έργα μελετημένα μʼ ανεπιχείρητα, από σκίτσα και σχέδια, μας αφήκαν οι γονέοι μας. Ό,τι δήποτε κι αν κάμομε, όποια κατεύθυνση κι αν πάρομε, ψεύτικη θάναι κι αντιφυσική αν δεν είναι συνέχεια της αρχινημένης μέσα μας ενέργειας. Προχωρούμε στα τυφλά, κάνομε λίγα βήματα και γυρίζομε πάλι και παίρνομε άλλο δρόμο και τις πιότερες φορές πεθαίνομε, πριν να βρούμε το δρόμο που αν απαρχής παίρναμε, θα προχωρούσαμε και θα φτάναμε στην Κορυφή μας. Το δρόμο που ένας μόνο είναι: - εκείνος που συνεχίζει τον αρχινημένο δρόμο των πατέρων, ξετυλίζοντας τονε όσο η δύναμή μας μπορεί πιο πέρα και πιο αψηλά. Έτσι μήτε αναρχικοί είμαστε επιπόλαιοι κι απροσάρμοστοι, μήτε συντηρητικοί στενοκέφαλοι και στάσιμοι: Το βήμα που αποστολή και χρέος έχομε να κάμομε μακρήτερα από την περασμένη γενεά, το κάνομε χωρίς καθόλου νʼ αδικοξοδέψομε δύναμη στη μάταιη αναζήτηση άλλων δρόμων. Γι αυτό όσο περισσότερο ριζώνεις στο χώμα της Πατρίδας σου, τόσο ασφαλέστερα τελειοποιείσαι, υψώνεσαι να καρποφορείς. Δεν περιφρονείς τις άλλες Πατρίδες, μα δεν μπορείς να τις αιστανθείς τόσο πλέρια και δυναμογόνα μέσα σου. Γιατί κάθε ανώτερος νέος τίποτʼ άλλο δεν είναι παρά το συμπύκνωμα των δυνάμεων και των ορμών και των ονείρων της ιδικής του φυλής. Και γι αυτό μόνο την Πατρίδα του μπορεί να νοιώσει βαθειά και μόνο αυτή μπορεί να του χρησιμέψει όργανο στην τελειότατη εξωτερίκεψη του εγώ του.

Με την τέτοιαν αντίληψη του πατριωτισμού κατορθώνομε δυό σπουδαιότατα αποτελέσματα:

α) την αρμονία του εγωισμού και του αλτρουισμού.

Στην εποχή μας, εποχή άγριου ατομισμού, απαραίτητο είναι για νʼ αγαπήσουν φανατικά την Πατρίδα οι νέοι, νʼ αντιληφτούνε φωτεινά πως το ατομικό εγώ τότε μόνο μπορεί αυτοκρατορικά να ικανοποιηθεί όταν κλείσει μέσα του και τις κάμει δικές του όλες τις επιθυμίες και τις ορμές του Συνόλου. Δυνατός είναι όχι εκείνος που είναι μόνος, μα εκείνος που καταχτητικά επιβάλλει ή υποβάλλει το εγώ του στις γύρω του ψυχές. Και για να το κατορθώσει αυτό, ένας μόνος τρόπος υπάρχει: Νʼ αγαπήσει τους γύρω του ανθρώπους και να προσπαθήσει να τους υψώσει ίσα με την κορυφή του είναι τους. Να δώσει μια ευγενική κατεύθυνση στα συμφέροντά τους και να φωτοστεφανώσει την ταπεινή κι αχρωμάτιστη ζωή τους με την αίγλη μιας ιδέας. Να τους δείξει πως κι ο πιο μικρός κι ο πιο ταπεινός, μεγάλος γίνεται και δοξασμένος όταν εργάτης είναι μιας Ιδέας. Έτσι δίνεις μια σημασία στην υποσυνείδητη τάση της κοινωνίας όπου ζεις. Καθορίζεις, στερεοποιείς, διαμορφώνεις και σταίνεις μπροστά τους το ιδανικό, που αόριστα και συγχυσμένα θαμπομαντεύανε οι άνθρωποι τριγύρω σου. Κι αν ιδανικό δεν έχουνε, τότε τους δίνεις εσύ το ιδανικό το δικό σου και παίρνεις πάλι από αυτούς τη δύναμη για να το πραγματοποιήσεις. Μια ακατάπαυστη δημιουργική επικοινωνία υπάρχει πάντα μεταξύ της ψυχής και του υπερόχου αντιπροσώπου της – κι όλα μεταξύ τους αναγκαστικά πολυσήμαντα και λειτουργικά γίνουνται. Ένα συνηθισμένο γεγονός, μια βουλευτική π.χ. εκλογή, που πράμα πρόστυχο είναι γιατί πρόστυχα το αγγίζουν, γίνεται τότε διονυσιακό κʼ υπέροχο ευτύς ως το αγγίζουν τα δάχτυλά μου και το φωτίσει η εσωτερική μου ζωή: Ένα μπαλκόνι και κάτω σωρειάζουνται τα κεφάλια και κοιτάζουν. Και στα χέρια μου κρατώ τους μίτους που οδηγούνε το πλήθος αυτό και φωνάζω του προγράμματα εκλογικά απόξω κι απομέσα μου λέω: Να το αιώνιο μωρό, με τα χίλια κεφάλια, με τʼ αρίφνητα μπράτσα, δυνατό κʼ ηλίθιο, σκληρό και τρυφερότατο, κακούργο κʼ ηρωικό. Θέλει κάπου να πάει και δεν μπορεί και δε βλέπει και τʼ οδηγώ εγώ. Γιατί εγώ είμαι η πλέρια και νικηφόρα φυλετική προσπάθεια, όπου για πρώτη φορά η φυλή μου έλαβε μέσα συνείδηση της εαυτής της. Η ύπαρξή μου δικαιολογεί και εξαφανίζει την ύπαρξή τους.

Αυτοί, δυνάμες φυσικές, επιθυμίες γιγάντιες και τυφλές, χάος άμορφο και παντοδύναμο. Κʼ εγώ ο Νους που έρχομαι, από τα τρίσβαθά του έρχομαι, και το διακοσμώ.

Έτσι όσο πιο μεγάλος ο εγωισμός είναι, τόσο και πιο αλτρουιστικά εξωτερικεύεται, γιατί τόσο και πιο δικά του κάνει τα ιδανικά και τα όνειρα, τους αγώνες και τα συμφέροντα του Συνόλου.

β) αποτέλεσμα της τέτοιας αντίληψης του πατριωτισμού, έχομε την αρμονία του πατριωτισμού και του κοσμοπολιτισμού.

Για να φανεί το άτομο χρήσιμο στην ανθρωπότητα, πρέπει όσο το δυνατόν τελειότερα κʼ ευγενικότερα να εξωτερικευτεί. Και για να εξωτερικευτεί ευγενικά και τέλεια ένας μόνος τρόπος υπάρχει: να κλείσει μέσα στην ψυχή του την πατρίδα όλη και να προσπαθήσει να διατυπώσει με λόγια και με έργα τη σκέψη και την αποστολή, που η Πατρίδα του ήλθε στον κόσμο να επιτελέσει.

Αν οι αρχαίοι Έλληνες δημιουργήσανε έργα ανθρώπινα, δηλ. αιώνια και παγκόσμια, το κατόρθωσαν, γιατί αποκηρύξανε μακριά τους καθετί μη Ελληνικό, ονοματίζοντάς το «βάρβαρο» κι ανόθευτη έτσι αφήκανε την αντίληψη της φυλής τους και μπορέσανε χωρίς δυσαρμονίες ξενοφερμένων ιδανικών, να εμβαθύνουν στη δικιά τους τη φύση και να διατυπώσουνε σε λόγια και σε έργα τα ψυχοθέμελα του ανθρώπου, που φυσικά παγκόσμια κʼ αιώνια είναι.

Κι όσο πιο φανατικά εξωτερικεύεται ο πατριωτισμός, τόσο και πιο πολύ και πιο γρήγορα εξυπηρετεί την ανθρωπότητα. Γιατί κι αν καταστρέψει το γειτονικό του έθνος, μήπως δεν είναι η καταστροφή αυτή όταν από ψηλά την κυτάξεις, μια ευεργεσία στην ανθρωπότητα; Όσοι γέροι και κουρασμένοι, όσοι εχτελέσανε πιά τον προορισμό τους και δώκανε στη σκέψη και στη δράση ό,τι μπορούσανε να δώσουν, καλό είναι να εξαφανίζουνται. Αφήνουν έτσι τη θέση τους σε άλλα έθνη, νέα και ζωντανά, που ακόμα δεν καταβάλανε τη συντρομή τους στην Πρόοδο, που κι αυτοί θα εξαφανιστούν ευτύς ως εχτελέσουν τον προορισμό τους. Τότε θα κουραστούν, θα κηρύξουν κοσμοπολίτικες ιδέες, θα θεωρήσουν τον πατριωτισμό ως λείψανο βάρβαρης εποχής και θα πεθάνουν. Έτσι πάντα γίνεται: ο κοσμοπολιτισμός και ο πατριωτισμός αποτέλεσμα είναι κι όχι αιτίες του μαρασμού ή της ζωτικότητας ενός έθνους. Όταν το έθνος είναι ζωντανό, γεμάτο μέλλον και ορμή, αναγκαστικά θέλει να ξαπλώσει, να καταχτήσει, να καταστρέψει όσο μπορεί τα γύρω του έθνη και με το θάνατό τους να μεγαλώσει τη ζωή του. Ευτύς ως αρχίσουν να επικρατούν κοσμοπολίτικες ιδέες, φιλανθρωπίες, ανεχτικότητες, χριστιανισμοί, τούτο αλάθευτο σύμπτωμα κουρασμού και θανάτου. Κʼ έρχεται τότε ο πρώτος γειτονικός λαός, όπου ο πατριωτισμός ακόμα δεν περιφρονήθηκε, και το καταχτά.

Γι αυτό ένας φιλόσοφος παρατηρητής, που αναγκάζει τα φαινόμενα να του αποκαλύψουν όλη τους τη σημασία, με αγωνία παρακολουθεί το ψυχολογικό ξετύλιγμα των σημερινών μας νέων. Αν τους κυριαρχούνε κοσμοπολίτικες φιλάνθρωπες θεωρίες, τούτο σημαίνει πως η φυλή μας είναι κουρασμένη και γρήγορα θάρθει αποπάνω μας δυνατός φιλόπατρης λαός που θα μας εξαφανίσει ως έθνος. Γιατί αν παραδεχτούμε πως όλη η σκλαβοψυχιά κʼ η στενομυαλοσύνη των νέων μας πηγάζει από το ολέθριο κι αποχτηνωτικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και τούτο, το νʼ ανεχόμαστε ακόμα ένα τέτοιο σύστημα, τι άλλο αποδείχνει ή τον κουρασμό της φυλής μας;

Μα ίσως είναι ακόμα καιρός σωτηρίας – κάπου-κάπου μερικοί Νέοι ανυψώνουνται και μας παρηγορούνε. Αν κατορθώσουν να επιδράσουν τους γύρω τους νέους και γεννήσουν μέσα τους τούς μεγάλους φανατισμούς, τις αμείλιχτες φιλοδοξίες και τα ένστιχτα τʼ αρπαχτικά, τούτο σημαίνει πως η ζωή μέσα μας της φυλής κοιμότανε μόνο και τώρα ξυπνά έτοιμη για τα μεγάλα τα όργια.

Αφού για τόσους αλτρουιστικούς κʼ εγωιστικούς λόγους νοιώσουμε την ανάγκη νʼ αγαπήσομε φανατικά την Πατρίδα μας, δεύτερο αμέσως συναντούμεν ερώτημα: Πώς να την αγαπήσομε;

Τούτο [είναι] εντελώς ζήτημα οργανισμού. Νασιοναλιστής ή σοσιαλιστής – δεν είναι σπουδαίο. Το σπουδαίο είναι να ξέρεις πως κʼ οι δύο αυτές μορφές εξίσου δικαιολογούνται και συμπληρώνουνται, κι αν κανείς προτιμά τη μιά, τούτο όχι γιατί είναι αληθινότερη, κʼ επομένως κι ο άλλος πρέπει νʼ αναγκαστεί να την αναγνωρίσει, μα γιατί ο οργανισμός του έτσι το απαιτεί. Ανώτερος είναι εκείνος που επισκοπώντας και τις δύο αντιλήψεις βλέπει τη σχετικότητα και την υποκειμενικότητά τους, διακρίνει τα χιλιόμορφα και θαμπά μέσα του αίτια που τόνε σπρώχνουνε στις μία από τις δύο εξίσου σχετικές αντίληψες και ρήχνουνται σʼ αυτή με μιάν ορμή όχι τυφλή και στενή, μα πλατειά κι ανοιχτομάτα.

Όλα, όταν τα κυτάζει κανείς από το θεϊκό ύψος που κάποτε κι ο άνθρωπος μπορεί νʼ ανεβεί, του φαίνουνται μάταια, άσκοπα, ανδρεικελικά. Για νάμαστε νασιοναλιστές ή σοσιαλιστές και νάχομε δικαίωμα να επιβάλομε τη γνώμη μας στους άλλους, κηρύχοντάς τηνε Αλήθεια, πρέπει ο κόσμος νάχει ένα σκοπό και το σκοπό αυτό να τόνε ξέρομε. Και θάχαμε τότε δίκιο αν σύμφωνη μʼ αυτόν η γνώμη μας, άδικο αν αντίθετη ή διαφορετική. Μα ο κόσμος ή δεν έχει κανένα σκοπό – δυνάμες τυφλές που συγκρούονται ή συνεργάζουνται άσκοπα, γεννούνται για να πεθάνουν, και ξαναγεννούνται πάλι για να ξεναπεθάνουν, χωρίς αρχή και τέλος. Ή κι αν έχει ο κόσμος ένα σκοπό, είναι αδύνατον στο ανθρώπινο μυαλό μας να τον αντιληφθεί κʼ επομένως σύμφωνα μʼ αυτόν να κανονίσει το δίκιο ή το άδικο της γνώμης του.

Γύρω μας λοιπόν και παντού, τέλεια άρνηση και σκοτάδι. Μα πρέπει για να ζήσομε, για να μην πνιγούμε από την αγανάχτηση ή από την αηδεία, να δώσομεν εμείς ένα σκοπό στη ζωή. Και δίνομε. Ποιόν; Τούτο εξαρτάται τέλεα από τον οργανισμό μας. Αντικειμενικοποιούμε τις υποκειμενικές ορμές και βούλησες κʼ ιδιότητές μας. Και γι αυτό βλέπομε τόσα αντίθετα ιδανικά και τόσες απόχρωσες στις θεωρίες. Κʼ είναι καιρός πια να μη γινόμαστε θύματα της Ιδέας μας. Να ξέρομε πως η Ιδέα δεν είναι κάτι τι εχτός ημών, μα η πιο έντονη απλώς είναι κʼ η πιο ολοκληρωτική έκφραση του εαυτού μας. Γι αυτό και νασιοναλιστές αν ο οργανισμός μας μάς σπρώχνει να είμαστε, πρέπει μέσα μας να υπάρχει η θεϊκιά επισκόπηση που να μη μας επιτρέπει ποτέ να ξεπέφτουμε στη φανατική αποκλειστικότητα των όσων από το ένα μέρος της μόνο –γιατί χαμηλά στέκουνται- κυτάζουν τη Ζωή.

Η φιλοσοφία η δική μας τίποτε άλλο δε θα είναι παρά μια φωτεινή δεσμίδα που πέφτει απάνω στις πράξεις μας και τις περιλάμπει. Κι όχι μόνο της περιλάμπει, μα και δίνει μάτια στις πράξες μας κʼ επιστρέφοντας πάλι στον εαυτό μας το φως αυτό, δυναμώνει μας την ψυχή, απʼ όπου ξαναρήχνεται πιο έντονα και πιο δυναμογόνα στις μελλούμενες πράξες.

Κάτω από το φως αυτό οι εχτροί μας παίρνουν αλλοιώτικη λάμψη και πιο χρήσιμοι γίνονταί μας από τους φίλους. Γιατί ξέρομε πως μόνο στον αγώνα και στη σύγκρουση ακονίζουνται, εντείνουνται και πειθαρχούνται οι θεωρίες. Αναγκαζόμαστε μπροστά στους εχτρούς μας να επιβλέπομε τους εαυτούς μας, νʼ ανατείνομε όσο μπορούμε τη δύναμη και τη σκέψη μας και νʼ απαγορεύομαι (sic) στην ψυχή μας στοχασμούς και πράξες που την εκθέτουν και την ταπεινώνουν, ή την αποκοιμίζουν και τη γλυκοπλανούνε. Πρέπει κανείς να μην εννόησε ακόμα τη σχετικότητα όλων των πραγμάτων και των ιδεών και την επιταχτική ανάγκη συνάμα του αγώνα, για να ξεπέφτει σε ειρωνείες και σε βρισιές εναντίον των αντιπάλων.

Μια παγκόσμια Άρνηση που να καταλήγει σε μια θεληματικά γενικευμένη Κατάφαση, αυτό είναι το ιδανικό του σημερινού ανώτερου ανθρώπου. Αυτό μερικοί ίσα με σήμερα κι αν το είδανε, όπως ο Νίτσε, όμως δεν μπορέσανε ένα βήμα να κάμουν, χωρίς ευτύς να το ξεχάσουν και να το παραβούν. Η θεωρία προσιτή, η εφαρμογή δυσκολότατη. Ο Νίτσε που όλες τις «αξίες» θέλησε να τις ρίξει, πού κατάντησε; Να υψώσει σε δεκάλογο νέο τις ιδιότητες του δικού του οργανισμού. Κʼ έτσι να φανεί επιπόλαια άδικος σε έκφανσες ζωής ηρωικές κʼ υπέροχες, διαφορετικές όμως από το ιδανικό του. Κι αν μείνει τίποτα από το Νίτσε είναι μόνο ο ρυθμός, που μπορεί όμως λογικότατα να μας οδηγήσει σε κορυφές ολικά αντίθετες του νιτσεϊκού Υπερανθρώπου.

Δυό μού φαίονουνται πρέπει να είναι οι περίοδοι του ξετυλιγμού του σημερινού ανώτερου ανθρώπου – που τέλειο, μα δυσκολότατο θάτανε να τις νοιώθει πάντα μέσα του να συνυπάρχουν και να συζούν:

α) Υπάρχουν τόσοι κόσμοι, όσοι και άνθρωποι. Υπάρχουν τόσες μορφές όσα και μάτια, τόσα ιδανικά όσες και ψυχές. Απόλυτη αξία κανένα πράμα δεν έχει. Μία λύπηση απαρηγόρητη, μια άρνηση γενική όλων των αξιών, μια ισοπέδωση αστερισμού και κάμπιας.

β) Ναι, μʼ αφού μπήκα στη ζωή πρέπει να ζήσω – ιεραρχικά δηλ. να καθορίσω την αξία των ιδεών, των προσώπων και των πραγμάτων. Ποιος θα μου υπαγορέψει αυτόν τον «Πίνακα των αξιών»; Είμαι ευτυχής που καμιά κατάφαση δεν υπάρχει εχτός μου. Αν υπήρχε, ίσως να γινότανε εμπόδιο. Τώρα είμαι ελεύτερος σύμφωνα με το εγώ μου, (που όσο μπορώ θα εναρμονίσω με το εγώ του Συνόλου – και τούτο ως είδαμε για ανώτερους εγωιστικούς λόγους) είμαι λεύτερος εγώ να βαθμολογήσω τον εξωτερικό κόσμο, που χωρίς αυτοδιάκριση κι αυτοαξία κοίτεται μπροστά μου ύλη άμορφη. Αν είμαι έμπορος δίνω αξία 10 σε μιάν εμπορική επιχείρηση κι αξία 0 σε μιάν ωραία δύση. Αν είμαι ποιητής, δίνω αξία 10 σε μια ωραία δύση, κι αξία 0 στο εμπόριο. Ποιος έχει δίκιο; Κʼ οι δυό. Καθένας ψυχόρμητα έδωκε τη μεγαλήτερη αξία στο πράμα, που περισσότερο η οργανική του κατασκευή είχε ανάγκη.

Έτσι όλα τοποθετούνται.

Αν είμαι γερός οργανισμός, νέος, ζωντανός, αξόδευτος τότε αγαπώ τη ζωή, τον αγώνα, την αγορά.

Αν μαραζάρης είμαι, τότε αποσέρνομαι και κλαίω, ακατάδεχτος και μυγιάγγιχτος γίνομαι - σπω.

Έτσι, ενώ βλέπω τη ματαιότητα όλων, βλέπω συνάμα και την ανάγκη νʼ αρπάσω μερικές αβάφτιστες ιδέες (όχι όποιες κι αν είναι, εκείνες μόνο που ταιριάζουνε στον οργανισμό μου) και τις ονοματίζω αλήθειες. Κʼ είναι πράγματι αλήθειες, υποκειμενικές. Αναγνωρίζω όμως ακόμα πως πρέπει κι αναπόφευκτο είναι να υπάρχουν δίπλα μου και διαφορετικές ιδέες, που κι αυτές φυσικά οι κάτοχοί τους τις βαφτίσανε, πολύ σωστά, αλήθειες. Η ανοχή μου στους αντίπαλους δεν είναι πιά αδιαφορία ή περιφρόνηση∙ είναι η βαθειά επίγνωση του ότι έχουνε κι αυτοί δίκιο. Μα διακηρύχνω δυνατά την ιδέα μου για δυό λόγους:

Για να δημιουργήσω τον αγώνα, την κίνηση, τη ζωή, κʼ έτσι η ιδέα μου να πειθαρχηθεί, νʼ αγωνιστεί, να καθαριστεί από αντιφατικές ιδέες κι αρμονικά τότε κʼ ενιαία κυριαρχώντας όλη μου την ύπαρξη, εντονότερα να μου μεταβιβάζει τη Χαρά και τη Θλίψη, τη δυαδική συναίστηση της αιώνιας ζωής, που εφήμερα δόθηκε μου να χαρώ.

Για να δείξω σε όσους όμοιούς μου οργανισμούς δεν μπόρεσαν για χίλιους λόγους να συστηματοποιηθούνε, τη μέθοδο που εγώ μεταχειρίστηκα για να βρω και να τοποθετήσω τον εαυτό μου και να τους ευκολύνω έτσι συντομεύοντάς τους ή καθαρίζοντας το δρόμο. Την ιδέα βέβαια καθένας θα την προσδεχτεί υποκειμενικά – μικραίνοντας ή μεγαλώνοντάς τηνε σύμφωνα με την έχταση της αποδέχτρας ψυχής. Μα πάντα το ρυθμό, τη μπαγκέτα του μαέστρου, τήνε κρατεί εκείνος που ανάμεσα σε όμοιους οργανισμούς κατόρθωσε και τελειότερα διατύπωσε τις ορμές και στρατηγικότερα συγκέντρωσε και κατεύθυνε τις δυνάμες των γύρω συνιδεατών.

Κι ο δεύτερος αυτός λόγος – για νάρθομε στον κ. Ίδα- δικαιολογεί τους όσους Νέους μας ανάμεσα στη νέκρα της σύγχρονης ελληνικής νεότητας, νοιώθουν βαθιά μέσα τους μιάν ιδέα, μιάν πίστη ή μιάν αντίληψη ζωής και τη διακηρύχνουν. Ποιος ξέρει. Η νέκρα αυτή η τόσο γεροντική των νέων μας ίσως να μην έχει προφτάσει ακόμα να γίνει οργανική, κʼ επίχτητη μόνο να είναι, γέννημα της σχολικής μας εθνοχτόνας μόρφωσης. Και τότε ο κ. Ίδας, ο τόσο εκλεχτός ανάμεσα στους εκλεχτούς μας Νέους, ίσως βρει αντίλαλο στις γύρω μας ψυχές. Ίσως διαβάσουν οι νέοι μας το βιβλίο του και βρούνε μέσα του τα προβλήματα που χρόνια τους συνταράζουν. Ίσως να μάθουν πως η αγάπη της Πατρίδας είναι η πιο φωτεινή επιβολή της βαθειάς σκέψης κι ο μόνος τρόπος της πλέριας κʼ ευγενικιάς ικανοποίησης του εγωισμού μας. Και θα δώσουν τότε ίσως κι αυτοί ένα σκοπό στη ζωή τους. Και θα γνωρίσουν να εμβαθύνουν και να λύσουν μερικά ζητήματα της νεοελληνικής ζωής, που αν δε λυθούνε γρήγορα θα πνίξουν σʼ ένα προγονολατρικό μαρασμό τη φυλή μας.

Και θα γνωρίσουν ακόμα τις μεγάλες φιλοδοξίες, που δε θα τους αφήνουν πιά να παραδέρνουν εδώ κʼ εκεί, σε ρομαντικούς γλυκαναλατισμούς, ή σε αγωνίες θεσιθηρών, ή σε αριστοκρατικά μαϊμουδίσματα.

Μα εγώ που πολύ έσκυψα στην ψυχή των νέων μας κʼ έφριξα, φοβούμαι τίποτα απʼ όλα αυτά δε θα γίνει. Πολύ ολίγοι θα διαβάσουν τη «Σαμοθράκη» του κ. Ίδα. Πολύ ολιγότεροι θα νοιώσουνε τί έντονο μάθημα ενεργητικότητας υποβάλλει και τί ζωή βαθειά, πλατειά και πλούσια.

Μα τί σημαίνει;

Έτσι ο αγώνας των ολίγων εκλεχτών Νέων γίνεται πιο ηρωικός κʼ ηδονικότατος.

Οι πρώτες αυγινές αναλαμπές είναι οι Νέοι αυτοί, ή μήπως είναι οι στερνές του δειλινού;

Δεν ξέρουν μήτε οι ίδιοι. Και γι αυτό ο αγώνας τους, απαλλαγμένος από την κάθε υλικοηθική ανταμοιβή της βεβαιότητας, φωτίζεται από μιάν αίγλη τόσο ευγενικιά.

Τόσο ευγενικιά, που μήτε να συγκριθεί καταδέχεται με τη θυσία του ρωμαίου εκείνου έφηβου που πάνοπλος στολίστηκε και καβάλα απάνω στο άλογό του έπεσε να φράξει τον γκρεμό που ανοίχτηκε στην Πατρίδα του. Ο ρωμαίος έφηβος χανότανε με τη βεβαιότητα της μελλούμενης δόξας, - ήξερε από το χρησμό πως ο θάνατός του θα έσωζε την Πατρίδα.

Μα οι ολίγοι Νέοι μας, που από χιλιάδες μέρη ξεκινήσανε να πέσουν στον γκρεμό που ανοίχτηκε και ράισε την Πατρίδα μας, - δεν ξέρουν αν τα κορμιά τους όσο δυνατά κʼ ευγενικά κι αν είναι θα μπορέσουν ποτέ τους να γεμίσουνε το ράισμα της φυλής μας.

Για τίποτα δεν είναι βέβαιοι. Μήτε για τη δόξα μήτε για τη σωτηρία. Για τους εαυτούς τους μόνο είναι βέβαιοι. Κι αυτό τους φτάνει.

ΠΕΤΡΟΣ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗΣ