Θέματα & Αφιερώματα

13/11/2002

Tο Κυπριακό μέχρι σήμερα
Επιμέλεια: Νίκος Αγγελάκης

Η Κυπριακή Δημοκρατία οδεύει προς την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ήδη επιδόθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Κόφι Ανάν για τη διευθέτηση του πολιτικού προβλήματος της νήσου. Θέμα το οποίο είναι το κορυφαίο των ημερών. Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, ένταξη η οποία αποτελεί στρατηγική επιλογή της Λευκωσίας και των Αθηνών, έχει αποσυνδεθεί από την προτέρα επίλυση του πολιτικού προβλήματος, σύμφωνα, άλλωστε, με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι. Το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα παραδόθηκε σε μιά χρονική στιγμή κατά την οποία, ο Τουρκοκύπριος διαπραγματευτής Ραούφ Ντενκτάς είναι ασθενής, μετά την εγχείριση καρδιάς στην οποία υπεβλήθη, ενώ στην Τουρκία, κατά τις εκλογές επικράτησε το ''Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης''. Ο επικεφαλής του, όμως, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν μπορεί να αναλάβει την πρωθυπουργία λόγω μιας καταδικαστικής αποφάσεως και, όπως όλα δείχνουν, είναι δύσκολο να απαλλαγεί από τη βαριά σκιά του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου. Στην Κύπρο, όμως, έχουν προκηρυχθεί προεδρικές εκλογές για το Φεβρουάριο.
Πώς, όμως, φθάσαμε ως εδώ; Τι συνέβη τα χρόνια από το 1950 και εντεύθεν; Τι μεσολάβησε το 1955 με την "Τριμερή Διάσκεψη" του Λονδίνου; Τί προέβλεπαν η Συμφωνία της Ζυρίχης και κατόπιν το "Σχέδιο Άτσεσον"; Πώς φτάσαμε στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, τα αποτελέσματα της οποίας πληρώνει ακόμη το νησί; Γιατί οι όποιες προσπάθειες για τη διευθέτηση του πολιτικού προβλήματος από το 1975 και μετά έπεσαν στο κενό; Στα καίρια αυτά ερωτήματα απαντά το σημερινό μας θέμα, το οποίο δημοσιεύουμε σήμερα και αύριο σε δύο μέρη. Πηγή μας είναι ο δικτυακός τόπος www.e-one.gr

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Το 1950 διεξήχθη δημοψήφισμα στην Κύπρο, με βάση το οποίο το 96,7% των Κυπρίων τασσόταν υπέρ της Ενώσεως του νησιού με την Ελλάδα. Στις 20 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς ανέλαβε ως Αρχιεπίσκοπος της Κύπρου ο Μακάριος, ενώ οι Κύπριοι συνέχιζαν τον αντιαποικιακό αγώνα τους, με προσφυγές στον ΟΗΕ και ειρηνικά διαβήματα προς τη Βρετανία. Απόφαση του ΟΗΕ, στις 16 Δεκεμβρίου του 1952, αναγνώριζε την αρχή και το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως των λαών. Όμως, η Βρετανία αρνήθηκε να εφαρμόσει την απόφαση αυτή. Το 1954 ο απόστρατος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας έφτασε στο νησί για να οργανώσει τον ένοπλο αγώνα για την ανεξαρτησία και στις 26 Οκτωβρίου του 1954 συγκρότησε την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), η οποία το βράδυ της 31ης Μαρτίου προς το ξημέρωμα της 1ης Απριλίου του 1955 κυκλοφόρησε προκήρυξη (με την υπογραφή ΕΟΚΑ -Διγενής) με την οποία δήλωνε πως ανελάμβανε τον αγώνα για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού. Η Βρετανία πέτυχε να συγκληθεί στις 29 Αυγούστου του 1955 στο Λονδίνο, η περιβόητη "Τριμερής Διάσκεψη" με τη συμμετοχή της Ελλάδος και της Τουρκίας, μία κίνηση με την οποία η Άγκυρα ήλθε στο προσκήνιο ως βασικός παράγων του Κυπριακού. Έτσι, το Λονδίνο, από τη θέση του κατηγορουμένου μπροστά στη διεθνή κοινή γνώμη, διότι κρατούσε με τη βία στον αποικιακό ζυγό 500 χιλιάδες Κυπρίους, οι οποίοι, ήδη, θρηνούσαν αγωνιστές, παρουσιάσθηκε ως διαιτητής σε μία "διαφορά" δήθεν ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.
    Παραμονές της "Τριμερούς Διασκέψεως", ο Τούρκος πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές ισχυρίσθηκε ότι στις 28 Αυγούστου οι Τούρκοι της Κύπρου θα υποστούν σφαγές από τους Ελληνες. Η Διάσκεψη ξεκίνησε, αλλά μετά από προβοκάτσια στον κήπο του τουρκικού προξενείου της Θεσσαλονίκης, όπου ευρίσκετο επίσης το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ, ξέσπασε ανθελληνικό πογκρόμ με λεηλασίες και βανδαλισμούς εις βάρος των Ελλήνων στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη. Η "Τριμερής" κατέληξε σε ναυάγιο. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1959, σε διαβουλεύσεις της Ελλάδος με την Τουρκία και τη Βρετανία στη Ζυρίχη και το Λονδίνο (που κατέληξαν στην υπογραφή σχετικών Συμφωνιών, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της κυπριακής ηγεσίας, η οποία ήλθε κατ' επανάληψη σε ρήξη με την κυβέρνηση των Αθηνών) συμφωνήθηκε η δημιουργία ανεξαρτήτου κυπριακού κράτους (1960).

Από το "Σχέδιο Άτσεσον" στην εισβολή του '74

    Το Δεκέμβριο του 1963 η κατάσταση στο Κυπριακό κατέστη έκρυθμη και οι σχέσεις της κυβερνήσεως των Αθηνών με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ήταν για μία ακόμη φορά ιδιαιτέρως δυσχερείς. Οι προσπάθειες του Μακαρίου να αναθεωρήσει το κυπριακό Σύνταγμα προκάλεσαν την άμεση τουρκική αντίδραση και στις 16 Μαρτίου 1963 η τουρκική εθνοσυνέλευση εξουσιοδότησε τον πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο. Όμως, παρενέβη ο αμερικανικός παράγων με στόχο να υπάρξει απευθείας διαβούλευση Αθηνών - Αγκύρας, ενώ παρουσιάσθηκαν σχέδια για τη διευθέτηση του Κυπριακού (όπως το "Σχέδιο Άτσεσον") τα οποία δεν έγιναν δεκτά από την Αθήνα και τη Λευκωσία. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου αρνήθηκε (παρά τις πιέσεις που δέχθηκε από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον) να δεχθεί την απευθείας διαβούλευση με τον Τούρκο ομόλογό του Ινονού, αλλά επείσθη να αποδεχθεί τον Ντίν Άτσεσον ως μεσολαβητή σε συνομιλίες που θα άρχιζαν στη Γενεύη, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και του Γενικού Γραμματέως Ου Θάντ. Tον Ιούλιο του 1964 οι συνομιλίες της Γενεύης απέτυχαν.
    Oι δυσχέρειες στις σχέσεις Αθηνών - Λευκωσίας συνεχίσθηκαν και κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας και έφτασαν σε πλήρες - και εκρηκτικό - αδιέξοδο το φοβερό καλοκαίρι του 1974, όταν η χούντα των Αθηνών αποφάσισε να υλοποιήσει το προδοτικό της σχέδιο για την ανατροπή του Προέδρου της Κύπρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974 εκδηλώθηκε πραξικόπημα στην Κύπρο. Ο Μακάριος φυγαδεύτηκε στο Λονδίνο. Οι πραξικοπηματίες τοποθέτησαν στη θέση του "Προέδρου" τον Νίκο Σαμψών. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί απέφυγαν να καταδικάσουν το πραξικόπημα. Η Βρετανία, ως εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο, κάλεσε στο Λονδίνο για διαβουλεύσεις την Ελλάδα και την Τουρκία, στις 17 Ιουλίου. Ο πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ παρά τις "παραινέσεις" του Βρετανού πρωθυπουργού Χάρολντ Ουίλσον και του Υπουργού των Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν (που ενεργούσαν ουσιαστικά για "λογαριασμό" του Χένρι Κίσινγκερ, με τον οποίο ευρίσκοντο σε συνεχή παρασκηνιακή επαφή ) επέμεινε στη θέση υπέρ της εισβολής στην Κύπρο. Ο έκτακτος απεσταλμένος του Κίσινγκερ στην περιοχή, υφυπουργός των Εξωτερικών Τζο Σίσκο είχε συνεχείς διαβουλεύσεις μεταξύ Λονδίνου - Αγκύρας και Αθηνών, αλλά απέτυχε στην αποστολή του. Στις 05:30 τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου 1974 ο ουρανός της Λευκωσίας σκοτείνιασε από τα στρατιωτικά αεροσκάφη της Τουρκίας και τους αλεξιπτωτιστές που έπεφταν κατά κύματα . Η εισβολή του "Αττίλα" είχε αρχίσει. Στις 24 Ιουλίου στην Αθήνα η χούντα κατέρρευσε και ορκίσθηκε η πρώτη πολιτική κυβέρνηση, μετά από 7 χρόνια και 3 μήνες, υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην Κύπρο ο Νίκος Σαμψών παραιτήθηκε και με βάση το Σύνταγμα του 1960, λόγω της αδυναμίας του Μακαρίου να επανέλθει, τη θέση του Προέδρου ανέλαβε ο Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης.

Η Διάσκεψη της Γενεύης

    Στις 25 Ιουλίου το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συγκάλεσε στη Γενεύη Τριμερή Διάσκεψη, με συμμετοχή των Υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας, Γ. Μαύρου, Τουρκίας, Τ. Γκιουνές και Μεγάλης Βρετανίας Τζ. Κάλαχαν, για τη λύση του προβλήματος.
    Στις 30 Ιουλίου του 1974 ολοκληρώθηκε η Διάσκεψη της Γενεύης και έπειτα από οξύτατες διαφωνίες, υιοθέτησε, ερήμην της Κύπρου, έκθεση εμπειρογνωμόνων που προέβλεπε τα εξής: α) καμία στρατιωτική επέκταση πέραν των γραμμών της 30ης Ιουλίου, β) δημιουργία ζώνης ασφαλείας στις θέσεις που κατείχαν οι Τούρκοι, γ) σταδιακή μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί και δ) επιστροφή στους Τουρκοκυπρίους όλων των θυλάκων που είχαν στο μεταξύ καταληφθεί από την ελληνική πλευρά. Επίσης, η Διάσκεψη υιοθέτησε διακήρυξη σύμφωνα με την οποία αναγνωρίζεται στην Κύπρο η ύπαρξη εκ των πραγμάτων δύο αυτόνομων διοικήσεων, της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας και ζητούσε να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις για να εξασφαλισθεί η αποκατάσταση της ειρήνης στην περιοχή και η επανεγκαθίδρυση της συνταγματικής κυβερνήσεως στην Κύπρο. Στις 9 Αυγούστου άρχισε ο νέος γύρος της Διασκέψεως της Γενεύης, με συμμετοχή των κ. κ. Κληρίδη και Ντενκτάς ως εκπροσώπων των δύο κοινοτήτων. Στις 13 Αυγούστου ο Γλαύκος Κληρίδης υπέβαλε σχέδιο στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει την τουρκική αδιαλλαξία, το οποίο, όμως, απορρίφθηκε. Μετά τη λήξη της Διασκέψεως της Γενεύης και το ναυάγιο των συνομιλιών, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν νέα σφοδρή επίθεση σε όλα τα μέτωπα της Κύπρου. Ο απολογισμός; Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία είναι 4000 νεκροί,3000 αγνοούμενοι, το 38% του κυπριακού εδάφους (που αντιστοιχεί με το 65% του συνόλου των καλλιεργήσιμων γαιών, το 60% των υδάτινων πόρων, το 70% του ορυκτού πλούτου ,το 70% της βιομηχανίας και το 80% των τουριστικών εγκαταστάσεων) περιήλθε στα χέρια των Τούρκων.

Και νέες προσπάθειες

    Έκτοτε, έχουν καταβληθεί πάμπολλες προσπάθειες - μέσω διακοινοτικών συνομιλιών - για τη διευθέτηση του προβλήματος που έχει προκύψει, πλην, όμως, όλες προσκρούουν στην αδιάλλακτη στάση της ''άλλης πλευράς''. Ο Πρόεδρος της Κύπρου Γλαύκος Κληρίδης και ο Τουρκοκύπριος Ραούφ Ντενκτάς, με τη σαφή παρότρυνση του αμερικανικού παράγοντα, συνεχίζουν τις συνομιλίες που έχουν ξεκινήσει πριν από μήνες, σε μια προσπάθεια να βρεθεί ένας αξιοπρεπής συμβιβασμός. Οι νέες αυτές συνομιλίες Κληρίδη - Ντενκτάς είναι αποτέλεσμα της κινητικότητας που σημειώθηκε από το Δεκέμβριο του 2001 και εγκαινιάστηκε με μια πρώτη συνάντηση του Προέδρου της Κύπρου με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Κάνοντας μίαν αναδρομή διαπιστώνουμε ότι από το 1974 και μετά πραγματοποιήθηκαν αλλεπάλληλοι γύροι συνομιλιών. Προκαταρκτικού χαρακτήρα είχαν χαρακτηρισθεί οι επαφές που είχαν αρχίσει το Δεκέμβριο του 1974 υπό την αιγίδα του τότε ειδικού αντιπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών Βέκμαν, επαφές οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να οριστεί η έναρξη συνομιλιών τον Ιανουάριο του 1975 με κύριο θέμα συζήτησης τις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβερνήσεως της Κύπρου. Ο διαπραγματευτής της ελληνοκυπριακής πλευράς Γλαύκος Κληρίδης είχε ενημερώσει με επιστολή του τον Ραούφ Ντενκτάς ότι θα κατέθετε εγγράφως τις απόψεις του επί του θέματος στις 10 Φεβρουαρίου του 1975. Η συνάντηση της ημέρας εκείνης αναβλήθηκε με ευθύνη του Ντενκτάς, αν και οι απόψεις της ελληνοκυπριακής πλευράς υπεβλήθησαν. Όμως, η τουρκοκυπριακή πλευρά ''απάντησε'' στις 13 Φεβρουαρίου με την ανακήρυξη των κατεχομένων εδαφών ως ''Τουρκικού Ομοσπονδιακού Κράτους'', ενώ ταυτόχρονα υπέβαλε τις θέσεις της για το συνταγματικό πρόβλημα. Η αντίδραση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ από το οποίο ''εξασφάλισε'' το ψήφισμα 367, το οποίο προνοούσε την επανέναρξη των συνομιλιών.

Οι συνομιλίες της Βιέννης

    Ο πρώτος γύρος των συνομιλιών αυτών πραγματοποιήθηκε από τις 28 Απριλίου έως τις 3 Μαΐου του 1975 στη Βιέννη υπό την αιγίδα του τότε Γ. Γ. του ΟΗΕ Κουρτ Βάλντχαϊμ. Τις εννέα συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν απασχόλησαν οι αρμοδιότητες της κεντρικής κυβερνήσεως, το προσφυγικό και υπήρξε κατ' αρχήν συμφωνία για το άνοιγμα του αεροδρομίου της Λευκωσίας. Ο δεύτερος γύρος αυτών των συνομιλιών (5 - 9 Ιουνίου 1975) πραγματοποιήθηκε υπό τη σκιά τουρκικών ενεργειών οι οποίες αποσκοπούσαν στην προώθηση της ήδη εκδηλωθείσης αποσχιστικής ενέργειας (ανακήρυξη του ''Τουρκικού Ομόσπονδου Κράτους'') δηλαδή στην ουσιαστική ανακήρυξη (ψευδο)Κράτους. Στις παραμονές του τρίτου γύρου (31 Ιουλίου - 2 Αυγούστου του 1975) ο Ρ. Ντενκτάς κατέθεσε πρόταση για τη συγκρότηση μικτής μεταβατικής κυβερνήσεως, πρόταση η οποία απερρίφθη άνευ συζητήσεως από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Συμφωνήθηκε η μεταφορά των Τουρκοκυπρίων από τις ελεύθερες περιοχές στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη και η διασφάλιση των δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων στα κατεχόμενα. Ωστόσο, ο Ρ. Ντενκτάς προχώρησε σε διωγμούς των Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων. Η ενέργεια αυτή αποτέλεσε την αιτία για να μην πραγματοποιηθεί ο τέταρτος γύρος των συνομιλιών (8 -10 Σεπτεμβρίου του 1975 στη Νέα Υόρκη). Στον πέμπτο γύρο συμφωνήθηκε να δοθούν γραπτές προτάσεις από τις δύο πλευρές εντός έξη εβδομάδων, στον εκπρόσωπο του Γ. Γ. του ΟΗΕ Χαβιέ Πέρεζ ντε Κουέγιαρ.

Η συμφωνία Μακαρίου - Ντενκτάς

    Τον Ιανουάριο του 1977 πραγματοποιήθηκε μια πρώτη συνάντηση του Προέδρου της Κύπρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου με τον Ραούφ Ντενκτάς και ακολούθησε μια δεύτερη στις 12 Φεβρουαρίου οι οποίες κατέληξαν σε μια συμφωνία σε τέσσερις κατευθυντήριες γραμμές: 1.-Επιδιώκουμε μια ανεξάρτητη, αδέσμευτη, δικοινοτική ομόσπονδη δημοκρατία. 2.- Η εδαφική περιοχή που θα βρίσκεται υπό τη διοίκηση κάθε κοινότητας θα συζητηθεί υπό το φως της οικονομικής βιωσιμότητας και παραγωγικότητας και της ιδιοκτησίας της γης. 3.- Θέματα αρχής, όπως ελευθερία διακινήσεως, ελευθερία εγκαταστάσεως και το δικαίωμα ιδιοκτησίας και άλλα σχετικά ζητήματα είναι ανοικτά σε συζήτηση, λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους βάσεως για ένα δικοινοτικό ομόσπονδο σύστημα και ορισμένες πρακτικές δυσκολίες που είναι δυνατό να εγερθούν από την κυπριακή κοινότητα. 4.- Οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες της Κεντρικής Ομοσπόνδου Κυβερνήσεως θα είναι τέτοιες ώστε να εγγυώνται την ενότητα της χώρας, λαμβανομένου υπόψη του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους. Οι γραμμές αυτές δεν τηρήθηκαν. Ο αμερικανός απεσταλμένος στην περιοχή Κλαρκ Κλίφορντ προσπάθησε να πείσει το Μακάριο να υποβάλει χάρτη και προτάσεις προς τους Τούρκους, υποσχόμενος ότι και αυτοί θα έδιναν δικές τους εισηγήσεις επί του εδαφικού και του συνταγματικού προβλήματος. Η ελληνοκυπριακή πλευρά προσήλθε σε έναν έκτο γύρο συνομιλιών από την 31η Μαρτίου ως την 7η Απριλίου του 1977 στη Βιέννη με προτάσεις, τις οποίες εκόμισε ο διαπραγματευτής Τάσος Παπαδόπουλος. Η ''άλλη πλευρά'' ''έδωσε'' προτάσεις, οι οποίες προέβλεπαν δύο κράτη και δύο προέδρους, προτάσεις τις οποίες ο Τάσος Παπαδόπουλος απέρριψε. Ενώπιον του αδιεξόδου οι ΗΠΑ, η Βρετανία και ο Καναδάς υπέβαλαν στις 18 Νοεμβρίου 1978 κοινό σχέδιο με προτάσεις για την επίλυση του Κυπριακού, το οποίο, όμως, απορρίφθηκε και από τις δύο πλευρές.

(Συνεχίζεται)

Θέματα & Αφιερώματα

13/11/2002

Tο Κυπριακό μέχρι σήμερα (ΜΕΡΟΣ Β')
Επιμέλεια: Νίκος Αγγελάκης

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος της ιστορικής μας αναδρομής στο Κυπριακό ζήτημα. Υπενθυμίζουμε ότι πηγή μας είναι ο δικτυακός τόπος http://www.e-one.gr/

Μέρος Β΄

Μια δεύτερη συμφωνία υψηλού επιπέδου του Προέδρου Σπύρου Κυπριανού με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς πραγματοποιήθηκε στις 19 Μαΐου του 1979. Σύμφωνα με αυτήν: 1.- Συμφωνήθηκε να επαναρχίσουν οι δικοινοτικές συνομιλίες στις 15 Ιουνίου 1979. 2.- Η βάση για τις συνομιλίες θα ήταν οι κατευθυντήριες γραμμές της συμφωνίας Μακαρίου - Ντενκτάς του 1977 και οι σχετικές με το Κυπριακό αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών. 3.- Θα υπάρχει σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους τους πολίτες της Δημοκρατίας. 4.- Οι συνομιλίες θα ασχοληθούν με όλες τις εδαφικές και συνταγματικές πτυχές του Κυπριακού. 5.- Προτεραιότητα θα δοθεί στην επίτευξη συμφωνίας για την επανεγκατάσταση στα Βαρώσια υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών συγχρόνως με την αντιμετώπιση από τους συνομιλητές της συνταγματικής και εδαφικής πτυχής μιας συνολικής λύσης. Αφού επιτευχθεί συμφωνία για τα Βαρώσια θα εφαρμοστεί χωρίς να αναμένεται το αποτέλεσμα της συζητήσεως επί άλλων πτυχών του Κυπριακού. 6.- Συμφωνήθηκε να απέχουν οι δύο πλευρές από οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το αποτέλεσμα των συνομιλιών και ειδική σημασία θα δοθεί σε αρχικά πρακτικά μέτρα και από τις δύο πλευρές για να προωθηθεί καλή θέληση, αμοιβαία εμπιστοσύνη και η επάνοδος σε φυσιολογικές συνθήκες. 7.- Η αποστρατιωτικοποίηση της Δημοκρατίας της Κύπρου είναι υπό θεώρηση και θέματα που σχετίζονται με αυτή θα συζητηθούν. 8.- Η ανεξαρτησία, κυριαρχία, εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο της Δημοκρατίας θα τύχουν επαρκών εγγυήσεων, δεν θα υπάρξει ένωση στο σύνολο ή μερικώς με οποιαδήποτε χώρα, ούτε και οποιασδήποτε μορφής διχοτόμηση ή απόσχιση. Ακολούθησαν συνομιλίες μεταξύ των εκπροσώπων των δύο πλευρών Γεώργιου Ιωαννίδη και Σουλεϊμάν Ονάν, οι οποίες δεν απέδωσαν, ενώ τον Ιούνιο του 1979 και τον Αύγουστο του 1980 κατεβλήθησαν νέες έντονες προσπάθειες για να υπάρξει λύση, από τον ειδικό αντιπρόσωπο του Γ. Γ. του ΟΗΕ Ούγκο Γκόμπι.
    Στις 21 Ιανουαρίου του 1981 οι Τούρκοι διετύπωσαν νέες προτάσεις οι οποίες, όμως, αποτελούσαν επανάληψη παλαιοτέρων θέσεών τους υπέρ της δημιουργίας δύο κρατών. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Χαβιέ Πέρεζ ντε Κουέγιαρ προσπάθησε να διαμορφώσει ''δείκτες'' για λύση του Κυπριακού, οι οποίοι περιείχαν εναλλακτικές λύσεις στο εδαφικό και συνταγματικό. Οι ''δείκτες'' και οι θέσεις που διατύπωσε η Λευκωσία προκάλεσαν διαφωνίες στην κυβέρνηση και οδήγησαν σε παραίτηση τον τότε Υπουργό των Εξωτερικών Νίκο Ρολάνδη, τον οποίο διαδέχθηκε ο Γιώργος Ιακώβου.

Η ανακήρυξη του ψευδοκράτους

    Στις 15 Νοεμβρίου του 1983, ο Ραούφ Ντενκτάς προχώρησε στην ανακήρυξη του ψευδοκράτους ("Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου" - Τ.Δ.Β.Κ. ) και η Λευκωσία προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Χ. Π. ντε Κουέγιαρ ''προκάλεσε'' νέο κύκλο εκ του σύνεγγυς συνομιλιών το φθινόπωρο του 1984. Πραγματοποιήθηκαν τρεις γύροι κατά τους οποίους απλώς κατεγράφησαν οι εκατέρωθεν θέσεις. Τον Ιανουάριο του 1985 ο Πρόεδρος Σπύρος Κυπριανού είχε νέες επαφές με τον Ραούφ Ντενκτάς στη Νέα Υόρκη. Μια νέα προσπάθεια διαλόγου, στη Νέα Υόρκη, στις 29 Μαΐου του 1986, την οποία προκάλεσε ο Γενικός Γραμματέας δεν καρποφόρησε. Το αδιέξοδο συνεχιζόταν και τον Ιανουάριο του 1988 μετά τη συνάντηση του Ανδρέα Παπανδρέου με τον Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός της Ελβετίας, το Κυπριακό ''μπήκε στο ράφι'', σύμφωνα με την δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού. Ο Χαβιέ Πέρεζ ντε Κουέγιαρ προκάλεσε νέες συνομιλίες με τον εκπρόσωπό του Όσκαρ Καμιλιόν και στις 24 Αυγούστου του 1988 ο Πρόεδρος Βασιλείου και ο Ρ. Ντενκτάς παρεκάθησαν σε γεύμα στη Γενεύη στην παρουσία του Γ. Γ. του ΟΗΕ. Ακολούθησαν νέες συνομιλίες σε τρεις γύρους ( Σεπτέμβριος 1988 - Ιούνιος 1989) και κάθε φορά που ολοκληρώνονταν οι Γ. Βασιλείου και Ρ. Ντενκτάς εκαλούντο σε συνάντηση στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών. Όμως, ούτε και αυτές οι επαφές έφεραν αποτελέσματα.

Νέο αδιέξοδο και νέα κινητικότητα

    Το νέο αδιέξοδο επιχειρήθηκε να ξεπεραστεί με πρόσκληση που διαβίβασε στα δύο μέρη ο Γ. Γ. του ΟΗΕ στις 26 Ιανουαρίου του 1989. Στις 26 Φεβρουαρίου άρχισαν κοινές συναντήσεις στη Νέα Υόρκη που κατέληξαν για μίαν ακόμη φορά σε αδιέξοδο στις 2 Μαρτίου του 1989. Τον Ιούνιο το 1991 υπεβλήθη πρόταση του Τουργκούτ Οζάλ για τη σύγκληση τετραμερούς διασκέψεως: Μετά από κοινή συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου της Κύπρου με τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη στις 8 Ιουνίου στη Λευκωσία, η Ελλάδα και η Κύπρος αντιπρότειναν πολυμερή διάσκεψη, ενώ δημιουργήθηκε μια αίσθηση κινητικότητας μετά την περιοδεία Μπους στην Αθήνα και την Άγκυρα. Όμως, ούτε και αυτή η ''κινητικότητα'' απέδωσε, όπως φάνηκε από μια συνάντηση των πρωθυπουργών της Ελλάδος και της Τουρκίας Κ. Μητσοτάκη και Μ. Γιλμάζ στο Παρίσι.

Οι ιδέες Μπ. Γκάλι

    Τον Ιούνιο του 1992 πραγματοποιήθηκαν στη Ν. Υόρκη χωριστές συναντήσεις του Προέδρου Γιώργου Βασιλείου με το νέο Γ. Γ. του ΟΗΕ Μπούτρος Γκάλι και του Μπ. Γκάλι με τον Ρ. Ντενκτάς και μια δεκάλεπτη κοινή συνάντηση στις 23 Ιουνίου. Τον επόμενο μήνα άρχισαν συνομιλίες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Μπούτρος Γκάλι υπέβαλε ''Δέσμη Ιδεών'', που περιελάμβανε ένα χάρτη, ο οποίος προέβλεπε ένα ποσοστό εδάφους 27,4% να παραμείνει υπό τους Τούρκους. Το σχέδιο του Μπ. Γκάλι προέβλεπε ότι το συνολικό πλαίσιο συμφωνίας θα υποβληθεί στις δύο κοινότητες σε ξεχωριστά δημοψηφίσματα εντός τριάντα ημερών από τη συμπλήρωσή του από τους δύο ηγέτες σε μιά διεθνή διάσκεψη υψηλού επιπέδου. Το πλαίσιο συνολικής συμφωνίας διασφάλιζε ότι η διευθέτηση του Κυπριακού στηρίζεται σε ένα μόνο κράτος της Κύπρου με μια κυριαρχία και διεθνή προσωπικότητα και μια ιθαγένεια, με την ανεξαρτησία και εδαφική του ακεραιότητα κατοχυρωμένες, και αποτελούμενο από δύο πολιτικά ίσες κοινότητες, όπως καθορίζει η παράγραφος 11 της έκθεσης του Γενικού Γραμματέα της 3ης Απριλίου 1992 σε μια δικοινοτική και διζωνική ομοσπονδία και ότι η διευθέτηση πρέπει να αποκλείει ένωση ολόκληρης ή μέρους της με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή οποιαδήποτε μορφή διχοτόμησης ή απόσχισης.
    Ακόμη προέβλεπε ότι το ομοσπονδιακό σύνταγμα θα τεθεί σε ισχύ μετά την έγκριση του από τις δύο κοινότητες σε χωριστά δημοψηφίσματα και θα μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με την έγκριση και των δύο ομόσπονδων κρατών. Η ομοσπονδιακή δημοκρατία θα έχει μια εδαφική επικράτεια που θα αποτελείται από δύο πολιτικά ίσα ομοσπονδιακά κράτη. Η ομοσπονδιακή δημοκρατία θα έχει μια κυριαρχία που είναι αδιαίρετη και που εκπηγάζει ισότιμα από την Ελληνοκυπριακή και την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η μια κοινότητα δεν μπορεί να έχει κυριαρχία πάνω στην άλλη. Η ομοσπονδιακή δημοκρατία θα έχει μια διεθνή προσωπικότητα και μια ιθαγένεια που θα διέπεται από τον ομοσπονδιακό νόμο σύμφωνα με το ομοσπονδιακό σύνταγμα, τονιζόταν στη δέσμη ιδεών Γκάλι. Ακόμη το συγκεκριμένο σχέδιο προέβλεπε ότι τα δύο ομόσπονδα κράτη θα έχουν τις ίδιες εξουσίες και αρμοδιότητες, ότι το κάθε ομόσπονδο κράτος θα διοικείται από μια κοινότητα και ότι θα αποφασίζει για τις δικές του κυβερνητικές διευθετήσεις κατά τρόπο που να συνάδει με το ομοσπονδιακό σύνταγμα.
    Η ασφάλεια, ο νόμος, η τάξη και η απονομή της δικαιοσύνης στο έδαφος κάθε ομόσπονδου κράτους θα αποτελεί ευθύνη του ομόσπονδου κράτους κατά τέτοιο τρόπο που να συνάδει με το ομοσπονδιακό σύνταγμα, ανέφερε το σχέδιο του Μπ. Γκάλι. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έχει τις ακόλουθες εξουσίες και αρμοδιότητες: - Εξωτερικές υποθέσεις (Τα ομόσπονδα κράτη μπορούν να συνάψουν συμφωνίες με ξένες κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς στους τομείς της αρμοδιότητάς τους. Η αντιπροσώπευση στις εξωτερικές υποθέσεις θα αντικατοπτρίζει το δικοινοτικό χαρακτήρα της ομοσπονδιακής δημοκρατίας). -αρμοδιότητες Κεντρικής Τράπεζας (περιλαμβανομένης της έκδοσης νομίσματος) -τελωνεία και συντονισμός του διεθνούς εμπορίου -αεροδρόμια και λιμένες σ' ό,τι αφορά διεθνή θέματα -ομοσπονδιακός προϋπολογισμός και ομοσπονδιακή φορολογία -μετανάστευση και ιθαγένεια -άμυνα (να συζητηθεί επίσης σε συνδυασμό με τις Συμφωνίες Εγγυήσεως και Συμμαχίας) -ομοσπονδιακή δικαστική εξουσία και ομοσπονδιακή αστυνομία -ομοσπονδιακές ταχυδρομικές και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες -εμπορικά σήματα και δικαιώματα ευρεσιτεχνίας -διορισμός ομοσπονδιακών αξιωματούχων και δημοσίων υπαλλήλων (σε αναλογία 70:30 Ελληνοκυπρίων προς Τουρκοκυπρίους) -καθορισμός επιπέδων για τη δημόσια υγεία, το περιβάλλον, τη χρήση και διατήρηση των φυσικών πόρων και μέτρων και σταθμών -συντονισμός τουριστικών και βιομηχανικών δραστηριοτήτων.
    Επίσης προέβλεπε ότι: ''Η νομοθετική εξουσία θα απαρτίζεται από την Κάτω και την Άνω Βουλή. Οι Πρόεδροι της Κάτω και της Άνω Βουλής δεν μπορεί να προέρχονται από την ίδια κοινότητα. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της κάθε βουλής δεν θα προέρχεται από την ίδια κοινότητα. Ολοι οι νόμοι πρέπει να εγκρίνονται και από τις δυο βουλές. Η Κάτω Βουλή θα είναι δικοινοτική με αναλογία 70:30 Ελληνοκυπρίων προς Τουρκοκύπριους.
    Στην Άνω Βουλή θα υπάρχει αναλογία 50:50 που θα αντιπροσωπεύει τα δυο ομόσπονδα κράτη. Ολοι οι νόμοι θα εγκρίνονται με πλειοψηφία σε κάθε βουλή. Πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων ή των Τουρκοκυπρίων αντιπροσώπων στην Κάτω Βουλή μπορεί να αποφασίζει, πάνω σε θέματα που αφορούν τις εξωτερικές υποθέσεις, την άμυνα, την ασφάλεια, τον προϋπολογισμό, τη φορολογία, τη μετανάστευση και την ιθαγένεια, ότι η έγκριση ενός νόμου από την Κάτω Βουλή θα απαιτεί ξεχωριστές πλειοψηφίες των αντιπροσώπων και των δυο κοινοτήτων''.
    Επίσης προέβλεπε ότι στο νέο κράτος θα υπάρχει Υπουργικό Συμβούλιο που θα αποτελείται από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους υπουργούς σε αναλογία 7:3.Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος θα ορίζουν τους Υπουργούς από την αντίστοιχη κοινότητά τους, οι οποίοι θα διορίζονται με πράξη την οποία θα υπογράφουν αμφότεροι. Ενα από τα ακόλουθα τρία Υπουργεία, δηλ. Εξωτερικών, Οικονομικών ή Άμυνας θα ανατεθεί σε Τουρκοκύπριο Υπουργό. Ο Πρόεδρος και ο Υπουργός Οικονομικών δεν θα προέρχονται από την ίδια κοινότητα. Στη δέσμη ιδεών Γκάλι αναφερόταν επίσης ότι η αποστρατιωτικοποίηση της ομοσπονδιακής δημοκρατίας παραμένει αντικειμενικός σκοπός. Και οι νέες συνομιλίες επί της δέσμης Ιδεών Γκάλι δεν είχαν αποτέλεσμα.
    Το Μάιο του 1993 πραγματοποιήθηκαν νέες συναντήσεις του Γλ. Κληρίδη και του Ρ. Ντενκτάς στη Ν. Υόρκη με τα Ηνωμένα Έθνη κατά τις οποίες υπεβλήθησαν τρία νέα έγγραφα που αφορούσαν το αεροδρόμιο της Λευκωσίας, τα Βαρώσια και Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Ο Ρ. Ντενκτάς απέρριψε τα έγγραφα αυτά και υπέβαλε δύο δικά του ζητώντας αναγνώριση του ψευδοκράτους. Το 1994 οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, αλλά επήλθαν αλλαγές στα κατατεθέντα έγγραφα μετά από συνεννόηση των Ηνωμένων Εθνών και της τουρκικής πλευράς, με αποτέλεσμα η Λευκωσία να ανακοινώσει ότι ''λήγει η διαδικασία συζητήσεως των Μ.Ο.Ε.''.
    Τον Οκτώβριο του 1994 οι δύο πλευρές αποδέχθηκαν νέα πρόσκληση του ΟΗΕ για ανεπίσημες συναντήσεις των Κληρίδη και Ντενκτάς στην οικία του εκπροσώπου του διεθνούς οργανισμού Γκουστάβ Φεϊσέλ. Οι πέντε συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν επιβεβαίωσαν το νέο αδιέξοδο. Το 1996,ο Πρόεδρος Κληρίδης δήλωσε έτοιμος να συζητήσει θέματα που αφορούν την αποστρατιωτικοποίηση του νησιού. Ο Ραούφ Ντενκτάς ζήτησε να αποσυρθεί η αίτηση της Κύπρου για ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και οι νέες συνομιλίες απέτυχαν. Ο Πρόεδρος Κληρίδης κατήγγειλε τον Ντενκτάς ότι στόχος του ήταν να παρεμποδίσει την ενταξιακή πορεία της Κύπρου στην ΕΕ και όχι να διαπραγματευτεί.
    Το Σεπτέμβριο του 1997 μετά από εισήγηση του εκπροσώπου του αμερικανικού Υπουργείου των Εξωτερικών και σημερινού πρέσβεως των ΗΠΑ στην Αθήνα Τομ Μίλερ πραγματοποιήθηκε, χωρίς αποτέλεσμα, νέα συνάντηση Κληρίδη - Ντενκτάς για θέματα ασφάλειας. Στις 11 Νοεμβρίου του 1997 ο Αμερικανός βοηθός Υπουργός των Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ οργάνωσε στην Κύπρο νέα συνάντηση Κληρίδη - Ντενκτάς, η οποία, επίσης δεν απέφερε αποτελέσματα.
    Την περίοδο 1999 - 2000 πραγματοποιήθηκαν άλλοι πέντε γύροι συνομιλιών, η έναρξη των οποίων συνδέθηκε με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της ΕΕ στο Ελσίνκι, στη διάρκεια της οποίας η Τουρκία ανακηρύχθηκε ως υποψήφια χώρα προς ένταξη στην Ένωση, ενώ οι εκ του σύνεγγυς διαβουλεύσεις των κ.κ. Κληρίδη και Ντενκτάς με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ δεν απέδωσαν.

1on.gif (2742 bytes)