"ΠATPIΣ" >> ΚYΡΙΟΤΕΡΑ ΝΕA >> ΘEMA
Η επίδραση των Μαγνήτων και άλλων Μακεδονικών φύλων
στο Μινωϊκό και στους επόμενους πολιτισμούς της Μεσσαράς
* Του Αντώνη Θ. Βασιλάκη

Από τότε που ένα τμήμα Μακεδνών μετανάστευσε από την Πίνδο στην κεντρική Ελλάδα και ένα άλλο τμήμα των ίδιων με το όνομα Μάγνητες, μετοίκησε στη θεσσαλική Μαγνησία, πέρασαν μερικοί αιώνες ως τον καιρό που εμφανίσθηκε στον ιστορικό ορίζοντα ο κύριος όγκος του ελληνικού αυτού φύλου που έγινε γνωστός με την επωνυμία Μακεδόνες. Και τα τρία ονόματα είναι παραλλαγές ενός βασικού ονόματος με διαφορετικά επιθήματα, αλλά με κοινό θέμα μακ , που πάει να πει "μέγεθος" και βρίσκεται επίσης στις ελληνικές λέξεις μάκος-μήκος-μακρός.

Οι Αχαιοί και οι Δωριείς που μετανάστευσαν στην Κρήτη, κυρίως από την Αργολίδα και τη Λακωνία, μετά τα μέσα του ΙΒ και ως κοντά στο τέλος του Θ αιώνος π.Χ. καθώς και οι Μάγνητες που ήλθαν από την περιοχή του Πηλίου και της Όσσας, προστέθηκαν σε ένα ήδη αρκετά ανάμεικτο πληθυσμό που περιελάμβανε άλλους Αχαιούς, Κύδωνες, Πελασγούς και Ετεοκρήτες. Οι παλαιότεροι Αχαιοί της Κρήτης είχαν εγκατασταθεί στο διάστημα των τριών τελευταίων αιώνων της Χαλκοκρατίας. Οι Ετεοκρήτες ήταν οι απόγονοι των Μινωιτών.

Οι Πελασγοί φαίνεται ότι είχαν έλθει ως επιδρομείς την εποχή της δράσεως των λαών που κατέλυσαν την αυτοκρατορία των Χετταίων και άλλα κράτη της Ανατολής. Η εθνική θέση των Κυδώνων και ο χρόνος της αφίξεως τους στην Κρήτη είναι προβλήματα στα οποία δεν δόθηκαν ακόμη ικανοποιητικές απαντήσεις. Δεν αποκλείεται όμως, να πρόκειται για ένα ελληνικό φύλο, άγνωστο από αλλού.

Οι νεοφερμένοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στην κεντρική Κρήτη, όπου δημιούργησαν πολλές μικρές αυτόνομες κοινότητες, η διαβίωση των οποίων στηρίχθηκε στην εργασία των παλαιών κατοίκων κατανεμημένων σε κλήρους. Όσοι από τους παλαιούς κατοίκους κατόρθωσαν να διαφύγουν αποσύρθηκαν στα ορεινότερα και αγονώτερα τμήματα του νησιού.

Οι οικισμοί τους που έτυχε να ανασκαφούν (Καρφί, στο οροπέδιο του Λασιθίου. Βρόκαστρο και Καβούσι, κοντά στα νότια παράλια του κόλπου του Μιραμπέλλου) παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ελληνικά και ελληνομινωικά όχι τόσο γιατί ιδρύθηκαν από στοιχεία ανάμεικτα, αλλά οι Αχαιοί είχαν δεχθεί ελληνομινωικές επιδράσεις σε διάφορους τομείς του πολιτισμού, όπως η αρχιτεκτονική και η θρησκεία. Οι ελληνόφωνοι Ετεοκρήτες διασώθηκαν πιο ανατολικά, όπου θα επιβιώσουν πολλούς αιώνες ακόμη.

Τα ελληνικά φύλλα τόσο της μυκηναϊκής εποχής όσο και αργότερα, τα οποία ξεκίνησαν από την περιοχή της Θεσσαλίας και γύρω από αυτήν για να καταλήξουν στην κεντρική Κρήτη, προτίμησαν τον κάμπο της Μεσσαράς αλλά και την κοιλάδα Αμαρίου.

Στις πόλεις που έφτιαξαν αλλά και στις μικρές κοινότητες δόθηκαν ονόματα συνώνυμα των πόλεων από τις οποίες προέρχονται. Επίσης δίνουν ονομασίες στις διάφορες περιοχές που εγκαθίστανται , οι οποίες προέρχονται και αυτές από τις μητροπολιτικές τους περιοχές. Πριν αρχίσουμε να κατονομάζουμε τις πόλεις που ιδρύθηκαν στη Μεσσαρά από τα αιολόφωνα αυτά φύλλα πρέπει να πούμε ότι έχουμε μεταφορά επίσης της θρησκευτικής κουλτούρας των φυλών αυτών στη νέα τους πλέον πατρίδα.

Ένα από τα ελληνικά φύλλα της "προϊστορικής" Θεσσαλίας που μίλησαν την αιολική διάλεκτο έφερε το όνομα Αιολείς και ζούσε στην περιοχή της Θεσσαλικής Μαγνησίας. Τμήματα αυτού του φύλου μετοίκισαν μαζί με τους Μάγνητες αργότερα. Συνήθως τον πολιτισμό όσων ερχονταν στην Κρήτη είτε ως κατακτητές είτε ως απλοί έποικοι απορροφούσε ο ήδη υπάρχων μινωικός.

Στην περιοχή της Μεσσαράς δεν έχομε τέτοια, σχεδόν ολοκληρωτική, απορρόφηση από τον πολιτισμό του ντόπιου στοιχείου , αλλά ένα συγκερασμό με εμφανή πλέον υπεροχή του πολιτισμού των νεοφερμένων, προπαντός στην διοικητική και οργανωτική διαρρύθμιση του έμψυχου αλλά και του άψυχου υλικού. Εξάλλου τα νεοφερμένα φύλα από την Θεσσαλία και την Μαγνησία είχαν ήδη ανεπτυγμένο πολιτισμό παράλληλο με το μινωικό αλλά και παλαιότερο. Δεν θα αρχίσουμε όμως εδώ να μιλούμε με λεπτομέρειες για πολιτισμό, γιατί δύσκολα θα βάλομε τέλος σε αυτό το κείμενο.

Με δεδομένο δε ότι οι μινωίτες ήταν ελληνόφωνοι, δεν αποκλείεται να προέρχονται από τις πρώτες μεταναστεύσεις των αιολόφωνων φύλων της Θεσσαλίας προς νότο και την ανατολή , στα μικρασιατικά παράλια και τα νησιά του Αιγαίου. Η προέλευση των παλαιοτέρων κατοίκων της Πελοποννήσου και της Κρήτης δεν είναι ανεξάρτητη από το θεσσαλικό τοπίο. Πάντα δεν η μετακίνηση προς νότο γινόταν σταδιακά, και μέσω Πελοποννήσου. Η μετακίνηση φύλων από την Ασία προς Κρήτη ελάχιστα ερείσματα κατέχει στο ιστορικό γίγνεσθαι.

Θα παρατηρήσουμε ότι η ονοματολογία των πόλεων και των περιοχών στη Μεσσαρά, δημιουργεί ένα μικρό Θεσσαλικό κάμπο με τα περίχωρα του. Παρατηρούμε πρώτα - πρώτα ότι η ονομασία Φαιστός έρχεται από τη Θεσσαλία, όπου υπήρχε η συνονόματη πόλη. Η Γόρτυς έρχεται από την Θεσσαλική Γυρτών και όχι από την Πελοποννησιακή θυγατρική της όπως λεει ο Πλάτωνας. (είναι η μόνη πόλη της οποίας το όνομα έρχεται με αναγραμματισμό).

Την εκδοχή αυτή άκουσα πριν τρία χρόνια από δορυφορική μεταμεσονύκτια εκπομπή του 3ου ραδ. προγράμματος του ΡΙΚ. Ξαφνιάστηκα, και την άλλη μέρα πήρα τηλέφωνο στην Κύπρο τον εκφωνητή , ο οποίος το διάβαζε από μια εγκυκλοπαίδεια, για να μου πει όσα δεν είχα ακούσει. Τότε πείστηκα ότι η εκδοχή πρέπει να είναι σωστή. Οι Γορτύνιοι ανήκουν στο ελληνικότατο φύλο των Φλεγύων, τους οποίους συναντούμε ως επί το πλείστον πριν από το τέλος της Ύστερης Χαλκοκρατίας.

Αυτό το φύλο τουλάχιστον στη περιοχή της λίμνης Βοίβηϊδος, στη Θεσσαλία όπου εμφανίστηκε, δεν επέζησε ως την έξοδο της Μυκηναϊκής εποχής. Οι Φλεγύες είναι από τους αρχαιότερους φορείς της λατρείας του Ασκληπιού, που έχει της ρίζες της στη Θεσσαλία. Αναφέρεται στην Ιλιάδα (Β729) ότι η πατρίδα της οικογένειας του Ασκληπιού ήταν στις όχθες του Θεσσαλικού ποταμού Ληθαίου. Οι θεσσαλικές όμως παραδόσεις τοποθετούν τη γέννηση του Ασκληπιού στο Δώτιο πεδίο, κοντά στη λίμνη Βοιβηϊδα..

Είτε όμως κοντά στη Θεσσαλική Φαιστό γεννήθηκε , είτε κοντά στη Θεσσαλική Γόρτυνα (το πιθανότερο, λόγω του φύλου των Φλεγύων που συνδέεται άμεσα μέσα στους Θεσσαλικούς μύθους με τη γέννηση του Ασκληπιού, όπου η κόρη του ήρωα τους Φλεγύα γέννησε τον Ασκληπιό με πατέρα τον Απόλλωνα), για την πεδιάδα της Μεσσαράς δεν έχει διαφορά.

Ο Ασκληπιός λατρευόταν ως Γορτύνιος, εθνικό τοπωνυμίου που βρίσκεται με την μορφή Γυρτών (η) στο Δώτιον πεδίον, τη θεσσαλική πατρίδα των Φλεγύων. Ο Ασκληπιός εδώ στη Μεσσαρά λατρευόταν από τους άποικους Φλεγύες της Γόρτυνας, στη Λεβήνα ( Λέντα) , όπου υπάρχει ο περίφημος ναός του Ασκληπιού με τα ιαματικά λουτρά.

Κατά την Ελληνιστική εποχή ο θεός λατρεύεται ως Σωτήρ της οικουμένης τόσο στη Λεβήνα , όσο και σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, στην Αίγυπτο δε, συνδέθηκε με τον Σάραπη.
Ο Ασκληπιός με τον τρόπο που λατρευόταν, αντιπαραβλήθηκε με τον ιατρό των σωμάτων και των ψυχών Χριστό, γεγονός που άφησε έντονα ίχνη στην Απολογητική λογοτεχνία των χριστιανών. Οι περισσότερες αναμνήσεις για τους Φλεγύες αναφέρονται στην αγριότητα και στην επιθετικότητα τους, από τις οποίες υπέφεραν οι γείτονες.

Αυτό το βλέπομε και στη Μεσσαρά , όπου οι Γορτύνιοι είχαν επιθετικές διαθέσεις προς τους γείτονες τους, μέχρι που στο τέλος κατάστρεψαν τη Φαιστό. Η Κρητική Γόρτυς είχε άριστες σχέσεις με την μεταγενέστερη της Πελοποννησιακή κατά την εποχή του Πλάτωνα, λόγω θρησκευτικών ως επί το πλείστον ομοιοτήτων, οι οποίες είχαν σχέση άμεση με την διοικητική και πνευματική συμπεριφορά των ομοφύλων λαών, αυτών των δύο πόλεων. Ίσως σε αντίθεση με αυτά που λεει ο Πλάτωνας η Κρητική να έδωσε αρκετά και όχι να πείρε από την Πελοποννησιακή Γόρτυνα.

Η Κρητική Γόρτυς ιδρύθηκε από το πρώτο κύμα καθόδου των Αχαιών στην Κρήτη τη Μινωική εποχή. Το περιβάλλον της Πελοποννησιακής σε τίποτε δεν θυμίζει το Θεσσαλικό της μητροπόλεως, όπως το θυμίζει το περιβάλλον της Κρητικής. Οι νόμοι που αναφέρονται στην επιγραφή της Γόρτυνας αποδίδουν προϊσχύον δίκαιο, από την εποχή της πρώτης καθόδου των Μαγνήτων και των συναφών τους φύλων, με λίγες νέες ρυθμίσεις που έκαναν οι κατακτητές Δωριείς.

Η θεσσαλική Φαιστός βρίσκεται κοντά στο θεσσαλικό Ληθαίο ποταμό. Το ίδιο βλέπομε και στην Μεσσαρά, η Φαιστός να βρίσκεται κοντά στο Ληθαίο ο οποίος περνά μέσα από τη Γόρτυνα. Έχομε στη Μεσσαρά την πόλη Βοίβη, κτισμένη από Μάγνητες της μεγάλης μυκηναϊκής θεσσαλικής αντίστοιχης πόλης βόρεια του Πηλίου και στο νοτιοανατολικό άκρο της Βοιβηίδος (Κάρλας) λίμνης. Η πόλη Βοίβη στη Μεσσαρά βρίσκεται στην Μπόμπια.

Υπάρχει στη Μεσσαρά η πόλη Γληνός κτισμένη από την Θεσσαλική , η οποία βρίσκεται κοντά στη θεσσαλική Φαιστό και το θεσσαλικό Ληθαίο. Η Θεσσαλική Φάλαννα είναι βορειοδυτικά της Γυρτών. Στην Κρήτη βρίσκεται στo Βένι του Αμαρίου σε σημείο βορειοδυτικό της Κρητικής Γόρτυνας. Από την Κρητική Φάλαννα καταγόταν ο Φαλενίδης ο περιπατητικός. Η Γόρτυνα κάποτε λεγόταν Λάρισα όπως την Θεσσαλική.

Έχομε κοντά στις Φερραί Μαγνησίας την πόλη Θήβη, που πείρε το όνομα της από την κόρη του βασιλιά των Φερών Ιάσονα. Στην Κρήτη έχομε πόλη με το ίδιο όνομα στη Μεσσαρά, στη Σίβα Πυργιωτίσσης. (Μήπως το αρχικό όνομα της Σίβα ήταν Θήβα; από την αρχαία Θήβη). Έχομε στη Θεσσαλία την πόλη Πρώαννα. Ίσως η πόλη Πρώνος που βρίσκεται σε άγνωστη θέση στην Κρήτη να προέρχεται από αποίκους της Θεσσαλικής αυτής πόλης.Αν είναι έτσι, τότε η πόλη βρίσκεται στην πεδιάδα της Μεσσαράς ή στην κοντινή κοιλάδα Αμαρίου. Μπορούμε να πούμε ότι η πόλη Πύρανθος που αναφέρει ο Στ. Βυζάντιος ότι βρίσκεται κοντά στη Γόρτυνα, και συμπεραίνουμε σήμερα ότι είναι στο χωριό Πυράθι, πρέπει να κτίστηκε από αποίκους της πόλεως της Μαγνησίας η οποία λεγόταν Πυράσια και στην οποία έχουν βρεθεί με τις ανασκαφές σπουδαίες οικήσεις των πρώιμων περιόδων της εποχής του λίθου, όπως στο Σέκλο και στο Διμήνι.

Επειδή έχομε κοντά στη Θεσσαλική Φαιστό προς την Πίνδο από την οποία άρχισαν να κινούνται τα Μακεδονικά φύλα, την πόλη Ηράκλεια, ίσως η Κρητική πόλη με την ίδια ονομασία να είναι στη Μεσσαρά και όχι το Ηράκλειο όπως νομίζουμε μέχρι τώρα,. Επειδή οι περισσότερες πόλεις που αναφέραμε και ειδικά οι Θεσσαλική Φαιστό βρίσκεται στην περιοχή που ονομαζόταν Ιστιαιώτις, διατηρήθηκε και στη Φαιστό το Εθνικό Ιστιαίοι, όπως έχομε αναφέρει τώρα και εννέα χρόνια, με το ελληνικό κείμενο του Δίσκου της Φαιστού.

Υπενθυμίζουμε ότι ο Δίσκος της Φαιστού εκτός από όσα αναφέρει με εικόνες και σχέδια για ένα πολιτισμό χιλιετιών στη Φαιστό, έχουν γράψει οι Ορφικοί Ιερείς με γεωμετρικό τέχνασμα τοποθέτησης των εικόνων, σε σχέση με την εξωτερική εφαπτομένη του εκάστοτε παρατηρούμενου τμήματος περιφέρειας κύκλου στη στατική τοποθέτηση κάθε εικόνας έναντι της κοχλιωτής γραμμής που υπάρχει σε κάθε πλευρά του Δίσκου και με ελληνικό ορφικό αλφάβητο ελληνιστικής εποχής, μέρος του οποίου αποτελεί το αλφάβητο των Κωδίκων της Γόρτυνας, κείμενα και στις δυο πλευρές του Δίσκου στα οποία το ένα είναι συνέχεια του άλλου, ότι: πήγε στη Φαιστό την πολυκατεστραμμένη από αλλεπάλληλους σεισμούς, αυτοεξόριστος ως φαίνεται (έτσι το γράφουν) ο Σόλων, ο οποίος αφού πρώτα μυήθηκε, ορκίστηκε στα Ορφικά των Φαιστίων.

Και λεει στην άλλη πλευρά ο Σόλων ορκιζόμενος, ότι ορκίζεται στους θεούς των Στιαίων και θυσιάζει σε αυτούς χοίρους όπως κάνουν και στην Υρσώ (εδώ να πούμε ότι υπάρχει το Υρταίοι, που ίσως είναι οι κάτοικοι της πόλης του Δίσκου, που αναφέρει ο Σόλων).Λεει παρακάτω ο Σόλων ότι διάκειται ευνοϊκά στους οικοδεσπότες, ότι είναι ευχαριστημένος από αυτούς και ότι προβλέπει πως θα είναι για πάντα ομοϊδεάτης τους. Φαίνεται ότι όταν πήγαινε αυτοεξόριστος ο Σόλων στην Αίγυπτο και σε άλλα μέρη της ανατολικής Μεσογείου και της Μικράς Ασίας , πέρασε από την πόλη του φίλου του, Επιμενίδη.

Σε σφραγίδα από τη Μεσσαρά με κεφάλι αλόγου υπάρχει επιγραφή που διαβάζεται σε Γραμμική Α η λέξη, βουκέφε. Είναι γνωστή η μακεδονική ράτσα αλόγων στην οποία άνηκε το άλογο του Μ. Αλεξάνδρου, Βουκεφάλας. Επίσης πίσω σε σφραγίδα από τη Μεσσαρά που παριστάνει πολεμιστή με ασπίδα σαν περικεφαλαία είναι γραμμένη σε Γραμμική Β ή επιγραφή καπάνε. Η καπάνη = περικεφαλαία, είναι Θεσσαλική λέξη αβέβαιης ετυμολογίας. (εγκ. Παπ-Λαρ-Μπριτ.).
Οι Μάγνητες μαζί με άλλα ελληνικά φύλα και στη Μ. Ασία που πήγαν έφτιαξαν δυο πόλεις με το όνομα Μαγνησία, δίνοντας στον ποταμό ο οποίος συμβάλει στην Μαγνησία επί Μαιάνδρω, με τον Μαίανδρο ποταμό, το όνομα Ληθαίος τον 7ο αιώνα π.Χ.

Η Κρητική Μαγνησία κοντά στη Φαιστό έγινε την ίδια εποχή με τις δυο συνώνυμες πόλεις στην Μ. Ασία, από τους Μάγνητες της Όσσας και του Πηλίου.

Στη θέση Μπέης της περιοχής του χωριού Καστέλι Καινούργιου βρέθηκαν το 1963 χάλκινα νομίσματα με τα γράμματα ΑΙΝ στην πάνω μεριά της παράστασης και ΩΝ στην κάτω. Παραπέμπουν σε πόλη κοντά στη Γόρτυνα με το όνομα λένε ΑΙΝΑ ή ΑΙΝΑΩΝΩΝ πόλη.

Υπάρχει όμως κοντά στην Θεσσαλική Γυρτών, στα Τέμπη η αρχαία Αινία της οποίας οι κάτοικοι προφανώς έκτισαν την Κρητική πολίχνη. Η θεσσαλική αυτή πόλη ήταν που έδωσε το όνομα στο φύλο των Αινιάνων, χρησιμοποιώντας το πριν σαν εθνικό οι κάτοικοι της. Στην Κρήτη λοιπόν ήλθε και αυτό το αιολόφωνο φύλο, αφού στην αρχή έμενε με τους Μάγνητες στην ίδια περιοχή των Τεμπών. Επομένως στα νομίσματα που βρέθηκαν το 1963, οι λέξεις δηλώνουν το εθνικό ΑΙΝ-ΙΑ-ΝΩΝ.

Επειδή υπήρχε κάποια αμφιβολία εάν η Μάγνητες πριν κατέβουν στο Πήλιο είχαν κατοικήσει στην περιοχή των Τεμπών, η ύπαρξη της πόλης Αινία στη Μεσσαρά αλλά και των γειτονικών της πόλεων των Μαγνήτων αποδεικνύει το αντίθετο. Δηλαδή οι Μάγνητες σαν μακεδονικό φύλο πρωτοκατοίκησαν στα Τέμπη πριν από το Πήλιο.

Η αρχαία πόλη Πριανσός ή Πριεσός της Κρήτης της οποίας η γεωγραφική θέση δεν ήταν ακριβώς γνωστή , και υποθέτουν ότι είναι παράλιος και βρισκόταν στα Καστελιανά Μονοφατσίου, επειδή τα νομίσματα της παρίσταναν θαλασσινά θέματα, τον Ποσειδώνα, το δελφίνι, την τρίαινα, την Υγεία καθισμένη να αγγίζει με το δεξί της χέρι ένα φίδι και στο πίσω μέρος γύρω από τον Ποσειδώνα με την τρίαινα η λέξη ΠΡΙΑΝΣΙΕΩΝ.Επίσης άλλα δείχνουν την κεφαλή του Απόλλωνα ή της Αθηνάς και στην πίσω όψη την τρίαινα με τη λέξη ΠΡΙΑΝΣΙΕΩΝ. Οι παραστάσεις αυτές και το όνομα δείχνουν ότι έχομε μια πόλη, παλαιά αποικία της παράλιας πόλης Πειράσια στη Θεσσαλία κοντά στη Μαγνησία και τις ακτές του Παγασητικού. Η αποίκηση δηλαδή της Μεσσαράς σε διαφορετικές περιόδους από συγγενικά Μακεδονικά φύλα δεν είχε προεκταθεί μόνο προς τα δυτικά στο Αμάρι αλλά και προς τη μεριά της Βιάννου. Ίσως σε όλο το νότιο μέρος του σημερινού νομού Ηρακλείου.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Θεά Ειλείθυια λατρευόταν στην Ινατο, στον Τσούτσουρο ως Ινατία σε ιερό σπήλαιο εφάμιλλο του διάσημου της Αμνισού. Και εδώ πρέπει να έχομε επίδραση τόσο στην ίδρυση της πόλης όσο και στην ακμή της λατρείας της θεάς από τους κατοίκους στο όρος Τίτανος κοντά στη Θεσσαλική Φαιστό.

Εξάλλου είναι αναμενόμενο να έχομε στην Ινατο το ιερό της Ειλείθυιας αφού στη Λεβήνα που βρίσκεται κοντά, υπάρχει το διάσημο ιερό του Ασκληπιού με τον οποίο συνδέεται . Συνδέεται επίσης με τον Σέραπη ο οποίος έχει τις ίδιες ιδιότητες με τον Ασκληπιό. Θεοί που οφείλουν την ανοδική πορεία της λατρείας τους στην περιοχή, στους Γορτύνιους, οι οποίοι ανήκουν στο ίδιο φύλο με τους Ινατιοίς.

Έχοντας όμως στη νοτιανατολική πλευρά του νομού Ηρακλείου αρχαίες πόλεις, οι οποίες κτίστηκαν από εποίκους του ίδιου θεσσαλικού φύλου, επόμενο είναι να έχομε κάπου εκεί κοντά και άλλες πόλεις συγγενικές. Έτσι διακρίνουμε και στις κοντινές στη Βιάννο πλαγιές των Λασιθιώτικων βουνών την πόλη Λάρισα (Καλαμαύκα Ιεράπετρας) και την πόλη Μάλλα (Μάλλες Ιεράπετρας), αποικίες και αυτές από τις αντίστοιχες κοντινές Θεσσαλικές πόλεις, Λάρισα και Μαλλοία. Και οι δύο πόλεις βρίσκονται μεταξύ της Θεσσαλικών Φαιστού και Γύρτων.

Κατά την Βενετοκρατία οι ντόπιοι έλεγαν την επαρχία Βιάνου και επαρχία Ρίζου, ίσως λένε από το ορεινό του τόπου , το οποίο στην Κρήτη λέγεται ρίζα. Με δεδομένη όμως την εγκατάσταση έποικων από τόσες Θεσσαλικές πόλεις στη Μεσσαρά, αποκλείεται να έχομε εδώ εγκατάσταση Μαγνήτων από την παραλιακή πόλη Ριζούς, της Θεσσαλικής Μαγνησίας;

Η πιθανότητα να είναι το ομηρικό Ρύτιο αποικία της πόλης Ερίτιον, που βρίσκεται στη Θεσσαλική Ιστιαιώτιδα και στη Θεσσαλική Φαιστό, δεν είναι μικρή.

Ακόμη και το Δίον της Κρήτης που τοποθετείται στη Μεσσαρά ή στη Φόδελε, πρέπει να είναι στη Μεσσαρά , αποικία της θεσσαλικής πόλης. Βλέπομε στη Μεσσαρά ότι η πλειοψηφία των πόλεων που είναι αποικίες των Μαγνήτων και των συγγενικών τους φύλων, έχουν τέτοια θέση γήινων συντεταγμένων μεταξύ τους, ίδια περίπου με αυτή που έχουν οι μητροπόλεις τους στη Θεσσαλία της εποχής εκείνης, με τα περίχωρα της. Αρκετές ενδείξεις υπάρχουν όσον αφορά την ύπαρξη και άλλων αποικιών των Μαγνήτων στην Μεσσαρά και στη Βιάννο.

Το πέρασμα όμως τόσων χιλιετιών δημιουργεί δυσκολίες στην τοπωνυμική ταύτιση γνωστών τοπωνυμίων. Π.χ. δύσκολα μπορεί κάποιος να αποδείξει ότι η Λασσαία είναι αποικία της Θεσσαλικής Ολασσών η Ολοοσσων την οποία αργότερα ο Προκόπιος ονομάζει Λοσσόνα και βρίσκεται κοντά στο θεσσαλικό Ερίτιον και στη θεσσαλική Φάλαννα. Επίσης, περίεργο είναι ότι το όνομα του Χάρακα που θεωρείται πολύ παλιό χωριό, αποδίδεται στον απότομο βράχο δυτικά του χωριού και όχι στον μακεδονικό Χάρακα , βόρεια των Τεμπών και της θεσσαλικής Γυρτώνος, περιοχή από την οποία ήλθαν πολλοί έποικοι στη Μεσσαρά.

Στη Θεσσαλία η περιοχή βόρεια των Τεμπών κατά την αρχαιότητα λεγόταν Θράκη. Η Θράκη σύμφωνα με τον Στεφ. Βυζάντιο λεγόταν και Αρία.

Στο Αστρίτσι Ηρακλείου το 1981 είχε βρεθεί θησαυρός 34 χάλκινων νομισμάτων τα οποία γράφουν την αινιγματική όπως λένε λέξη, ΑΡΙΑΙΩΝ. Στη συνθήκη ασυλίας της Μιλήτου, με τρεις ομάδες κρητικών πόλεων, οι Αριαίοι ανήκουν στη συμμαχία των Γορτυνίων.

Με δεδομένη την επί αιώνες δημιουργία πόλεων στην Κρήτη από την Θεσσαλία φαίνεται ότι το ΑΡΙΑΙΩΝ (Θράκες) είναι εθνικό, και προέρχεται από μια ομάδα πόλεων ομοφύλων, με τα αιολικά φύλα βόρεια των Τεμπών. Εχομε δηλαδή στην κεντρική Κρήτη το κοινόν των ΑΡΙΑΙΩΝ. Μια δε από τις πόλεις αυτής της ομάδας ίσως να βρίσκεται στη θέση Κεφάλα στο χωριό Αστρίτσι Ηρακλείου. Πιστεύω ότι το κοινόν αυτό ήταν εξαρτημένο από τη Γόρτυνα, όχι σαν υποτελείς αλλά σαν προστατευόμενες πόλεις.

Σε πολλούς οικισμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, κυρίως στην ανατολική Πελοπόννησο και Στερεά , καθώς και στη Ν.Α. Θεσσαλία , έχουν βρεθεί αρκετά δείγματα μινωικής και μηνωίζουσας κεραμικής, Μέσης Χαλκοκρατίας, με διάκοσμο ανοικτού σε σκοτεινό και χαρακτηριστική στιλπνή βαφή. Τα μέρη αυτά είχαν κατοικηθεί από από ομόφυλους των κατοίκων της Μεσσαράς κατά την ίδια εποχή. Δηλαδή των πρώτων εποίκων της νότιας κεντρικής Κρήτης. Η κεραμική δείχνει ότι οι θυγατρικές αυτές πόλεις όχι μόνο είχαν πάντα επαφή μεταξύ τους, αλλά και ορισμένοι ρυθμοί κεραμικής από τη Μεσσαρά ήταν δικό τους εφεύρημα επηρεασμένο από τη μινωίτικη λεπτότητα. Η κεραμική αυτή που βρέθηκε εκτός Κρήτης, επιτραπέζια αγγεία μέσου και μικρού μεγέθους, απεδείχθη ότι είναι απομίμηση μεσομινωικής κεραμικής, τέλους παλαιονακτορικής περιόδου.

Η Φαιστός στη Θεσσαλία αναφέρεται και ως Φαϋττός. Αυτό το όνομα μαζί με αυτό που βρέθηκε σε πινακίδες Γραμμικής και αποδίδεται στην Κρητική Φαιστό , δηλαδή η λέξη pa-i-to , μας δίνει το έναυσμα να αρχίσομε να σκεπτόμαστε την σχέση της Κυπριακής Πάφου με την Κρητική Φαιστό. Γνωρίζομε ότι οι βασικότεροι άποικοι της νότια Κύπρου την εποχή του χαλκού ήταν οι μινωίτες. Επίσης γνωρίζομε την επίδραση των Μινωιτών στην διαμόρφωση της αρχαιότατης Κυπριακής γραφής, αλλά και της γλώσσας. Βλέπουμε και σήμερα ότι στα ορεινά της νότιας Κύπρου κοντά στην Πάφο, διατηρούνται ήθη και έθιμα Κρητικά.

Αν πάμε σήμερα στην Κύπρο θα δούμε ότι το Κρητικό τυρί και άλλα προϊόντα που θεωρούνται Κρητικά, παράγονται στα ορεινά της Πάφου. Δύσκολα επίσης θα βρούμε διαφορές στη γλώσσα των ορεινών Κρητικών χωριών και στη γλώσσα των ορεσίβιων της Πάφου. άρχισα λοιπόν να σκέπτομαι μήπως η Πάφος είναι αποικία Μινωιτών από την Φαιστό αναλύοντας με προσοχή την ετυμολογία των λέξεων Πα-ϊ-το , Φαϋττός και Πάφος. Και δεν είναι μόνο η εξ αναγραμματισμού συγγένεια των λέξεων που οδηγεί σε συμπεράσματα περί μινωικής αποικίας, αλλά και στο ότι επανειλημμένα έχει γραφτεί και έχει θεωρηθεί από πολλούς με επιφύλαξη, ότι η Αφροδίτη αναδύθηκε στην "Πέτρα του Ρωμηού" στη θάλασσα της Πάφου, δηλαδή η Λατρεία της κύριας θεάς της Κύπρου ήλθε από τη Φαιστό.

Την Αφροδίτη λάτρευαν οι Μάγνητες σαν χθόνια θεότητα. Επίσης ο Θησεύς συνδέεται με τους Μάγνητες, του οποίου υπάρχει μέγαρο στην Πάφο με ψηφιδωτό που απεικονίζει τον ήρωα και τον Μινώταυρο. Μια εικόνα δηλαδή από τον γνωστό μύθο για τον Θησέα και το μινωικό περιβάλλον.

Το ότι πολλά αιολόφωνα φύλλα της Θεσσαλίας κατοίκησαν μαζί με τους Μάγνητες στην ίδια περιοχή δεν είναι ανεξήγητο. Οι λόγοι εκτός από γλωσσικοί ήταν περισσότερο θρησκευτικοί. Στα διάφορα αυτά φύλα και πρώτα - πρώτα στα μακεδονικά κυριαρχούσε η μυστική διδασκαλία του Ορφέα για τη διπλή φύση του ανθρώπου (θεϊκή και τιτανική) και για τη μεταθανάτια τύχη της ψυχής. Η διδασκαλία αυτή ήλθε σε αντίθεση με τις δοξασίες των οπαδών του Διονύσου, οι οποίοι μισούσαν τους ορφικούς.

Επίσης υπήρχε η λατρεία του Απόλλωνα ο οποίος στους μύθους είναι συνδεμένος στενά με τον Ασκληπιό. Ακόμη, στον ιδιόμορφο τρόπο λατρείας του Απόλλωνα από τα αιολικά Θεσσαλικά φύλα της Μεσσαράς, οφείλονται στην πραγματικότητα τα εκδύσια κατά τον μήνα Απελαίο (μέσα Νοεμβρίου ως μέσα Δεκεμβρίου του σημερινού ημερολογίου), υπό την προστασία του Απόλλωνα ως θεού των εφήβων που μυούνται κάθε χρόνο στην κοινωνία των ενηλίκων και της στενής του σχέσης με την οργάνωση της πόλης. Τυπικά όμως το τελετουργικό αυτής της τελετής καλυπτόταν με την λατρεία της μητέρας του Απόλλωνα, Λητούς φυτίας, διότι το τελετουργικό της φυτίας πλησίαζε με αυτό της πρώιμης αγροτικής ιδιότητας του θεού. Δεν ήταν επίσης τυχαίο ότι στα διάφορα διάσημα μαντεία του ελληνισμού ο Απόλλωνας είχε τοποθετήσει Κρήτες ιερείς, σύμφωνα με τους μύθους.

Οι χθόνιοι αυτοί θεοί όμως δεν ήταν μακριά από τους Ορφικούς και τα ορφικά μυστήρια, πέραν από την κοινή καταγωγή των, που ήταν η κοιλάδα των Τεμπών. Ίσως η λατρεία τους να ήταν η φανερή πλευρά των Ορφικών μυστηρίων. Η ηθική πλευρά της απολλώνιας θρησκείας οδήγησε στη χρήση του Απόλλωνος μέσα στο σύστημα της ορφικής διδασκαλίας: η τήρηση της ηθικής που του αποδιδόταν εξασφάλιζε τη σωτηρία και την αιώνια ζωή στους μύστες.

Ο ορφισμός τοποθέτησε τον "παράδεισο" του στα νησιά των Μακάρων, όπου δίδαξαν ότι βασίλευε ως θεός των υπερβορείων ο Απόλλων. Πολλές φορές οι ιδιότητες και τα πάθη του Ορφέα είναι τέτοια που δύσκολα διακρίνονται από τα αντίστοιχα του Απόλλωνα, αλλά και του Ασκληπιού. Να λοιπόν που τώρα μαθαίνω και εγώ γιατί οι ορφικοί έγραψαν με τέχνασμα το κείμενο στο δίσκο της Φαιστού, για να μην μπορεί ο μη ορφικός να μάθει ότι ήλθε και μυήθηκε στα δικά τους ορφικά μυστήρια ο Σόλων και έκανε τον όρκο ότι θα είναι για πάντα ομοϊδεάτης τους. Τώρα μαθαίνω επίσης γιατί πήγαν όλοι στη Μεσσαρά, μακριά από τις άλλες πόλεις της Κρήτης όπου τα διονυσιακά μυστήρια ήταν σε έξαρση.

Η επιθετικότητα των Φλεγύων σε συνδυασμό με τη λατρεία του Απόλλωνα την οποία έφεραν από την πατρίδα τους και καλλιέργησαν περισσότερο εδώ, δημιούργησε στην περιοχή και γενικά σε ολόκληρη την Κρήτη την απαρχή νέων μεθόδων οικονομικής και διοικητικής υφής. Οι Κρήτες μισθοφόροι ήταν περιζήτητοι ως άριστοι τοξότες.

Σύμφωνα με την παράδοση είχαν διδαχθεί την τοξοβολία από τον ίδιο τον Απόλλωνα και εκφράσεις, όπως "τόξον Κρητικόν" και "Κρήτες τοξοφόροι" έμειναν παροιμιώδεις μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Χάρη στους μισθοφόρους της, η Κρήτη αποκόμιζε σημαντικά κέρδη και οι πολίτες της είχαν διαρκή πολεμική εξάσκηση. Κυρίως όμως εξασφαλιζόταν απασχόληση στους ακτήμονες πολίτες της και εκτονώνονταν έτσι οι κοινωνικές εντάσεις.

Ο αρχαίος Κρητικός ζούσε μέσα του, την παλαιά δόξα της πατρίδας του και η συλλογική του δράση καθοδηγούνταν από τα πρωτεία που είχαν κερδίσει οι πρόγονοι του, των οποίων η μνήμη ήταν ιερή. Με τους ορφικούς επέρχεται μια γενική ανανέωση μυστηριακών λατρειών και αύξηση του αριθμού των προσερχόμενων σε πανάρχαια ιερά ή επαναλαμβάνεται η λατρεία σε εγκαταλελειμμένα ιερά, όπως της λατρείας του μινωικού θεού Βελχάνου στην Αγία Τριάδα.
Όλες οι πόλεις που αναφέραμε δημιουργήθηκαν από τον 18 -2 αιώνα π.Χ. Αυτό δεν πάει να πει ότι είχαμε συνεχείς καθόδους εποίκων στην περιοχή.

Οι κάθοδοι ήταν 2-3 , με πρώτη την δημιουργία της Φαιστού, της Γόρτυνας και μερικών άλλων μικρότερων πόλεων γύρω στο 1800 π.Χ. Μερικές δημιουργήθηκαν με την κάθοδο των Μαγνήτων της Μαγνησίας, κατά την μυκηναϊκή εποχή και μετά από αυτήν και οι υπόλοιπες αργότερα, στις οποίες δόθηκαν ονόματα εις ανάμνηση των πάλαι ποτέ μητροπόλεων από τις οποίες ήλθαν μερικά φύλα ή ομάδες.

Παρατηρούμε επίσης από τη γεωγραφική κατανομή των παραπάνω πόλεων, οι οποίες ως επί το πλείστον βρίσκονταν υπό Γορτυνιακή επιρροή, ποία ήταν η Κνωσιακή επιρροή στην κεντροανατολική Κρήτη και ποια των Λυτίων, με δεδομένο ότι οι τελευταίοι είχαν επίδραση σε πόλεις Αρκάδων και Σπαρτιατών , όπως ήταν οι ίδιοι. Επίσης οι Λύτιοι κυριαρχούσαν σε όλο το οροπέδιο Λασιθίου και στα υψηλότερα σημεία των Λασιθιώτικων βουνών προς τα νοτιοανατολικά, όπου υπήρχε το ιερό του Ερμή στη Σύμη. Ίσως και η φαγωμάρα που είχαν με την Ιεράπετρα να οφείλεται στο ότι οι κοντινές προς το ιερό πόλεις ήταν υπό την επιρροή των Γορτυνίων και των Ιεραπυτνίων.

Οι Λύττιοι πάντα θεωρούσαν δική τους όχι τόσο τη λατρεία του Ερμή στη Σύμη και στη Λύττο , αλλά τη λατρεία της Ορείας νύμφης μητέρας του Μαίας, η οποία λατρευόταν στην Κυλλήνη και σε όλη την Αρκαδία, με του ιερείς που έφεραν την χαρακτηριστική τους ενδυμασία (το σημερινό ρασιδάκι).

Ίσως (μεταξύ σοβαρού και αστείου) οι σημερινοί βοσκοί στα Λασυθιώτικα βουνά που φορούν τα ρασιδάκια για να προστατεύονται από τις καιρικές συνθήκες, να είναι απομεινάρια των ιερέων βοσκών της μεγάλης θεάς Μαίας και Μεγάλης Μητέρας, οι οποίοι κυκλοφορούσαν στο όρος και στα διάφορα ιερά του Ερμή και της Μαίας που βρίσκονταν πάνω ή γύρω από αυτό. Είχαμε δημοσιεύσει παλαιότερα (υπάρχουν όλα στην ιστοσελίδα μας (http://www.kairatos.com.gr/ ) οδηγίες που είναι γραμμένες στην πέτρα των Μαλίων, για το πως πρέπει να ντύνονται οι ιερείς του Ερμή. Επίσης είχαμε δημοσιεύσει με την τετράπλευρη σφραγίδα ιερογλυφικών από τη Λύτο, ότι γράφει πώς πρέπει να ντύνεται ο ιερέας της Μαίας -Μεγάλης Μητέρας και πως της Μεγάλης Μητέρας Δαμίας των Σπαρτιατών. Με τα ρασιδάκια για τη Μαία και τα χρυσοποίκιλτα για την Μεγάλη Μητέρα.

Η Δαμία όμως είναι Κρητικής προελεύσεως και η λατρεία της προϋπήρχε στην περιοχή πριν την έλευση των Σπαρτιατών και των Αρκάδων, οι οποίοι ήδη την γνώριζαν επειδή η λατρεία είχε από παλαιότερα πάει, από την Κρήτη στην πατρίδα τους ως βλαστική θεότητα. Επίσης, όπως στο όρος Λύκαιο της Αρκαδίας και κοντά στην πηγή Αγνώ, οι Λύτιοι είχαν στην κορυφή των Λασυθιώτικων ορέων με το όνομα Μπάντουρος = Παντουργός = Ο Θεός, τον βωμό του Δία Λαφύστιου, όπου γίνονταν οι απόρρητες Θυσίες (ανθρωποθυσίες) και μάλιστα στο μέρος όπου βρίσκεται σήμερα η Αγία Άννα λατρευόταν η νύμφη Αγνώ και η πηγή που υπάρχει μέχρι σήμερα η οποία λεγόταν και αυτή Αγνώ, όπου ο Ιερέας του Δία Λαφύστιου, μετά από τη θυσία τάρασσε να νερά της πηγής ελαφρά, με ένα κλαδί από δρύ, για να σηκωθεί σύννεφο και να αρχίσει να βρέχει σε εποχή που η γη είχε ανάγκη από πότισμα.

Η πηγή Αγνώ βρίσκεται στο τέρμα της Γερακιανής Λαγκάδας, όπου σε ένα λοφίσκο πάνω από αυτήν υπήρχε και ιερό του Λαφυστίου Διός, εκτός από το βωμό. Τα μυστικά αυτά μυστήρια γίνονταν πίσω ακριβώς από την κορυφή Τούμπα Μούτσουνας , στην βόρεια πλευρά της οποίας βρίσκεται το σπήλαιο του Ψυχρού, όπου έχομε την φανερή λατρεία του Δία. Στο Δία Λαφύστιο οφείλεται και οι ονομασία των Λασυθιώτικων βουνών. ΛαFύστιος > Λαύστιος > Λασύτιος >Λασύνθιος. Λασύνθιοι δηλαδή ήταν οι ιερείς του Δία στη Δίκτη ή οι πιστοί σε αυτόν τον Δία.

Έχομε εδώ μεταφορά των Αρκαδικών εθίμων από την Πελοποννησιακή πατρίδα τους ή μήπως έχει συμβεί το αντίθετο;. (Αυτοί που προσπάθησαν να αλλάξουν ως δια μαγείας το της λέξης Λάσυνθος , ( το οποίο επικρατούσε τουλάχιστον από την μυκηναϊκή εποχή), σε -ι , και μάλιστα σε Κρητολογικά Συνέδρια , έχουν κάνει όχι μόνο μεγάλο λάθος, αλλά έδειξαν πλήρη άγνοια στο τι συνήθειες και τι καταγωγή είχαν οι πέριξ των Λασυθιώτικων βουνών κάτοικοι.

Οι θεωρίες όμως που έχουν αναπτυχθεί στα εν λόγω συνέδρια σε συνδυασμό με αυτά που ανάφερα πιο πάνω, μπορούν να αποδείξουν χωρίς το φόβο του ατοπήματος, ότι ο Δίας πράγματι γεννήθηκε στα βουνά αυτά. Γεννήθηκε μεν στα βουνά αυτά, αλλά όχι οπωσδήποτε στο Δικταίον  Άντρο. Ίσως σε κάποιο σπήλαιο κοντά στην κορυφή του Αφέντη , ή του Πάντουρου που λένε οι κάτοικοι της Παναγιάς, και στην Αγία Άννα (Αγνώ) στο τέρμα της Γερακιανής Λαγκάδας).

Ορισμένοι ξένοι αμφιβάλλοντας για την ύπαρξη της Κρητικής Μαγνησίας και μη εξετάζοντας τίποτε άλλο που να σχετίζεται με την περιοχή, ισχυρίστηκαν παλαιότερα με τρόπο αστήρικτο ότι ουδέποτε ήλθαν στην Κρήτη οι Μάγνητες.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Εγκ. Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα
Εγκ. ΝΕΑ ΔΟΜΗ
Αντων. Θωμ. Βασιλάκη: ΟΙ 147 ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ
Αντων. Θωμ. Βασιλάκη : ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (Από τους αρχαίους λεξικογράφους)
Εκδοτική Αθηνών : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (Τόμος Α,Β)
ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ Δ. - ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ : ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΤΛΑΣ (Τεύχος Α)
ΠΑΠΥΡΟΣ : ΕΛΛΑΣ (1ος τόμος) Η Ιστορία και ο πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους.
Στ.Φιοράκη-Ελ.Περάκη (Έκδοση Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, 1973): Η μεγάλη Δωδεκάδελτος Επιγραφή της Γόρτυνος
ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΚΙΑΔΑ: Η ΔΩΔΕΚΑΔΕΛΤΟΣ ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΓΟΡΤΥΝΑΣ
Πανεπιστ. Καλιφόρνιας: T.L.G.
Σύνδεσμος Τοπικών ενώσεων Δήμων και κοινοτήτων Κρήτης: ΚΡΗΤΗ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ.
Στ. Σπανάκης: ΚΡΗΤΗ
ΠΑΝΑΓΗ ΛΕΚΑΤΣΑ: ΔΙΟΝΥΣΟΣ (Καταγωγή και εξέλιξη της Διονυσιακής θρησκείας)
Walter Burkert: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ (Αρχαϊκή και Κλασσική εποχή)
Πεπραγμένα Η_ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου
Πεπραγμένα Θ_ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου
Στ. Βυζάντιος : Εθνικά
Στ. Αλεξίου: Μινωικός Πολιτισμός
Ν.Π.Παπαδάκη: Ξενητεμένοι Αρχαιολογικοί Θησαυροί της Ιεράπετρας
* Ο Αντώνης Θωμ. Βασιλάκης είναι Ερευνητής προϊστορικών γραφών Βλυχιά Κνωσού Ηράκλειο Κρήτης

 

1on.gif (2742 bytes)