Το Λαογραφικό Μουσείο Ασιτών
 

Tης Κατερίνας Μυλωνά

Οι κάτοικοι ενός ολόκληρου χωριού συνετέλεσαν στη δημιουργία του Λαογραφικού Μουσείου Άνω Ασιτών, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να διαφυλάξουν την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου τους. Το μουσείο ιδρύθηκε το 1995 από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Άνω Ασιτών ενώ την προσπάθεια χρηματοδότησαν όλοι οι χωριανοί, οι οποίοι, ανάλογα με τις δυνατότητές του ο καθένας, προσέφεραν κομμάτι- κομμάτι τα εκθέματα που φιλοξενούνται σήμερα στο μουσείο.

Το Λαογραφικό Μουσείο Άνω Ασιτών είναι αφιερωμένο στους τελευταίους κτιστάδες πέτρας του χωριού, Χαράλαμπο Ανωγειαννάκη, Ιωάννη Χαραλαμπάκη και Ευάγγελο Χρονάκη. Στις αίθουσές του αναπαριστάται ένα παραδοσιακό κρητικό σπίτι, με σαλόνι, κρεβατοκάμαρα, κουζίνα και με την αποθήκη του, όπου διασώζονται παλιότερα εργαλεία, όπως το ξύλινο αλέτρι, αλλά και κασόνες για πέτρες που χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους του χωριού για να κτίσουν τα σπίτια τους. Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι στις Άνω Ασίτες κυριαρχεί η πέτρα, γεγονός που κάνει τόσο ξεχωριστό το χωριό.

Το κτίριο, όπου φιλοξενείται σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο Άνω Ασιτών κτίστηκε το 1880 ενώ από το 1920 ως το 1975 κατοικούσε εκεί η οικογένεια Μιχάλη και Αικατερίνης Αγιομυργιανάκη. Πριν από περίπου είκοσι χρόνια ιδρύθηκε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Άνω Ασιτών που αμέσως άρχισε να αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα και αποφάσισε, το 1995, να αγοράσει το συγκεκριμένο κτίριο προκειμένου να στεγάσει το μουσείο που θα διατηρούσε ζωντανά τα ήθη και τα έθιμα του χωριού. Το έργο χρηματοδοτήθηκε το 2000 από το πρόγραμμα Leader. Η μελέτη και επίβλεψη του έργου ήταν του αρχιτέκτονα, Ηρακλή Πυρικάκη. Δίπλα από το μουσείο βρίσκεται ένας χώρος, όπου υπάρχει η σκέψη να στεγαστεί μία επέκταση προκειμένου να φιλοξενηθούν όλα τα εκθέματα του μουσείου. Η συλλογή, εξάλλου, καθημερινά εμπλουτίζεται αφού πολλοί είναι οι χωριανοί που επιθυμούν να προσφέρουν το δικό τους λιθαράκι στην προσπάθεια του συλλόγου.

Ο σύλλογος έχει ακόμα μία αίθουσα, χωρητικότητας περίπου 150 ατόμων, που βρίσκεται λίγα μέτρα πιο πάνω από το μουσείο και εκεί πραγματοποιεί όλες τις εκδηλώσεις του, όπως θεατρικές παραστάσεις.

Οι Άνω Ασίτες δέχονται περίπου τριάντα χιλιάδες τουρίστες κάθε χρόνο ενώ το Λαογραφικό Μουσείο επισκέπτονται περισσότεροι από πέντε χιλιάδες.



Οργάνωση του Μουσείου



Το Λαογραφικό Μουσείο Άνω Ασιτών αναπαριστά ένα παραδοσιακό κρητικό σπίτι, όπου στο ισόγειο βρίσκεται η αποθήκη του και η κουζίνα και στον πάνω όροφο, η κρεβατοκάμαρα και το σαλόνι. Στην αποθήκη υπάρχουν παλιά εργαλεία, όπως το ξύλινο αλέτρι, ο λιναροσπάστης, καμπάνος ψεκαστήρα και κασόνες για πέτρες ενώ στην κουζίνα υπάρχει, μεταξύ άλλων, ένα κρεμαστό για τυριά, κουδούνια και ο λύχνος. Στο σαλόνι μπορεί ο επισκέπτης να δει γραφομηχανές, πολύγραφο γραφομηχανής και μία κασέλα- γοργόνα. Τέλος, στην κρεβατοκάμαρα υπάρχει το κρεβάτι, η κούνια του μωρού με τα βαφτιστικά στο προσκέφαλα του και ο αργαλειός που έχει χαραγμένα τα εξής «πέτα σαΐτα μου γοργά να ʽφάνω τα προικιά μου να παντρευτώ τον αγαπώ και να χαρεί η καρδιά μου».

Όλα τα εκθέματα αναγράφουν το όνομα του δωρητή.



Άνω Ασίτες



Το Δημοτικό Διαμέρισμα Άνω Ασιτών απέχει 24 χλμ. από το Ηράκλειο και ένα μεγάλο μέρος της έκτασής του αποτελείται από δασικές εκτάσεις στον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη. Στον οικισμό υπάρχει το μικρό βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου, στο ομώνυμο φαράγγι, σε μια εκπληκτικής ομορφιάς τοποθεσία. Υπάρχει, ακόμα, σπήλαιο με νερό, 100 μέτρων βάθους με νυχτερίδες, ο λεγόμενος "νυχτεριδόσπηλιος".

Στην περιοχή υπάρχουν επίσης και άλλα σημαντικά σπήλαια, όπως ο "κυνηγόσπηλιος" στον Κόκκινο Δέτη, το "φαράγγι" στο φαράγγι του Αγίου Αντωνίου, ο "Άγιος Χαράλαμπος" στο Βαθιά και τα "σιδερόσπηλια" στην ομώνυμη θέση.

Σημαντικό είναι το υπεραιωνόβιο δέντρο Δρυς, στη θέση Κούβδι, όπως επίσης και συστάδες δέντρων στο φαράγγι του Αγίου Αντωνίου, στην προέκταση του φαραγγιού του Αγίου Χαραλάμπους.

Στον οικισμό έχουν εντοπιστεί σημαντικά κατάλοιπα της ρωμαϊκής εποχής που οδήγησαν ορισμένους μελετητές να ταυτίσουν τις Ασίτες με την αρχαία πόλη Πάννονα, πόλη που σύμφωνα με τις πηγές έχασε την αυτονομία της και προσαρτήθηκε μάλλον από τη Γόρτυνα. Στην περιοχή υπάρχουν τα ρωμαϊκά λουτρά κοντά στον οικισμό που βρισκόταν η αρχαία πόλη Ριζηνία. Υπάρχει επίσης το νεκροταφείο της αρχαίας πόλης στο οποίο έχουν αποκαλυφθεί 680 τάφοι τριών συνεχόμενων χρονικών φάσεων, που χρονολογούνται από το τέλος της μινωικής εποχής έως και τα μέσα του 6ου αιώνα καθώς και μία τέταρτη κατά τη ρωμαϊκή περίοδο.

Τα παραπάνω ευρήματα αποκαλύπτουν ένα σημαντικό κέντρο του τέλους της προϊστορικής εποχής με αξιοσημείωτο ρόλο στην κεντρική Κρήτη, έως και τα ελληνορωμαϊκά χρόνια.

Η νεκρόπολη στη θέση Σιδερόσπηλια μας βεβαιώνει την αδιάσπαστη ανθρώπινη παρουσία για πάνω από 1000 χρόνια και οι πληροφορίες που αντλούμε από τη μελέτη της τοπικής αρχιτεκτονικής και των αντικειμένων είναι σημαντικές, ιδιαίτερα για περιόδους που τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι λίγα.