ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

(Με αλφαβητική σειρά)

Ιστορία-Μυθολογία-Αρχαιολογία-Εικόνες

(Από το βιβλίο: <<ΟΙ 147 ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ>>).

 

Γόρτυν. Γόρτυνα Μεσαράς.

Γόρτυν. Η Γόρτυν (και Γόρτυνα, Γόρτυς, Κόρτυς= κραταιά, ισχυρά), αρχαία πόλη της Κρήτης, χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ληθαίου, σημερινού Μητροπολιανού, εκτεινόταν στην πεδιάδα της Μεσαράς κοντά στο χωριό Άγιοι Δέκα. Πήρε την ονομασία της από τον Γόρτυνα, γιο του Τεγεάτη από την Αρκαδία ή του Ραδαμάνθιος. Η αρχαία παράδοση απέδιδε στη Γόρτυνα και άλλες, μυθικές ονομασίες, όπως Ελώτις, Λάρισα, Κρημνία. Όμως ο Όμηρος την αναφέρει ήδη στην Ιλιάδα Β646, ως <<Γόρτυνα τειχιόεσσαν>>. Κατά το Στράβωνα (1, 478) η Γόρτυνα ήταν δεύτερη σε δύναμη μετά την Κνωσό, βρισκόταν σε πεδιάδα και ίσως είχε παλαιότερα τείχη (όπως γράφει και ο Όμηρος) τα οποία αργότερα χάλασε και έμεινε για πάντα χωρίς αυτά. Από τον ίδιο πληροφορούμαστε ακόμη ότι ο Πτολεμαίος ο Φιλοπάτωρ άρχισε να τειχίζει τη Γόρτυνα, χωρίς όμως να τελειώσει το έργο. Στα κλασικά χρόνια η Γόρτυνα ήταν εύπορη, ισχυρή και ευνομούμενη, όπως μαρτυρεί ο Πλάτων στους Νόμους (4,708), και άλλοτε συμμαχούσε με την Κνωσό και άλλοτε την αντιμαχόταν για την ηγεμονία της Κρήτης. Τον 3ο π.Χ. αιώνα οι Γορτύνιοι κατέλαβαν εδάφη που ανήκαν στη Φαιστό, (καθώς και το λιμάνι της Μάταλο (σήμερα Μάταλα). Ο Μάταλος και ο Λεβήν ήταν τα δυο λιμάνια της Γόρτυνας στο Λιβυκό Πέλαγος. Σύμφωνα με τους μύθους, ο Ζευς, όταν μεταμορφώθηκε σε ταύρο, απήγαγε από τη Φοινίκη την κόρη του Αγήνορος, Ευρώπη, την έφερε στην Κρήτη και την οδήγησε από το Ληθαίο ποταμό στη Γόρτυνα. Σε ανάμνηση του γεγονότος οι κάτοικοι καθιέρωσαν τα Ελλώτια, γιορτή προς τιμή της Ευρώπης, και στα περισσότερα νομίσματα τους απεικόνισαν την Ευρώπη καθισμένη στη ράχη ενός ταύρου. Στη διάρκεια των εμφυλίων ερίδων ανάμεσα στην Αχαϊκή και την Αιτωλική Συμπολιτεία, οι Γορτύνιοι πήραν το μέρος των Ρωμαίων, όταν αυτοί αναμίχθηκαν στις υποθέσεις τη Κρήτης. Όταν η Κρήτη υποτάχθηκε στον Καικίλιο Μέτελλο το 68 π.Χ. και η Κνωσσός και οι άλλες πόλεις της Κρήτης καταστράφηκαν από τους Ρωμαίους, η Γόρτυνα έμεινε απείραχτη. Η ανάπτυξή της ευνοήθηκε από τους Ρωμαίους, που την αναγνώριζαν ως πρωτεύουσα του νησιού. Έγινε η πολυανθρωπότερη πόλη και έδρα του Ρωμαίου διοικητή της Κρήτης. Η ακμή της μαρτυρείται από τα εκτεταμένα ερείπια αυτής της περιόδου. Η Γόρτυνα ήταν η πρώτη πόλη της Κρήτης, που προσχώρησε στον χριστιανισμό. Από εκεί καταγόταν ο πρώτος της επίσκοπος Τίτος και στο διωγμό του Δεκίου (250 μ.Χ.) μαρτύρησαν εκεί οι Άγιοι Δέκα στην τοποθεσία Αλώνιον, σε ανάμνηση των οποίων δόθηκε και η ονομασία στο σημερινό χωριό. Από τη Γόρτυνα κατάγονταν πέντε από τους Αγίους Δέκα: οι Θεόδουλος, Σατορνίλος, Εύπορος, Γελάσιος και Ευνικιανός. Οι υπόλοιποι πέντε Άγιοι ήταν ο Πόμπιος από τη Λεβήνα, ο Αγαθόπους από το Πάνορμο, ο Βασιλείδης από την Κυδωνία, ο Ζωτικός από την Κνωσό και ο Ευάρεστος από το Ηράκλειο. Στη Γόρτυνα χτίστηκαν οι πρώτοι χριστιανικοί ναοί της Κρήτης, ανάμεσα στους οποίους η μητρόπολη του Αγίου Τίτου (η ανάμνηση σώζεται στο σημερινό χωριό Μητρόπολη). Η πόλη συνέχισε να ακμάζει και στα βυζαντινά χρόνια μέχρι την κατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες το 863. Κατοίκηση του χώρου διαπιστώνεται ως τα χρόνια της φραγκοκρατίας, όποτε η θέση εγκαταλείφθηκε. (εγκ. Π.Λ.Μ.).

Η πόλη απλώνεται στο χώρο των σημερινών χωριών Αγίων Δέκα και Μητροπόλεως της επαρχίας Καινούργιου, τα δε σωζόμενα ερείπια ενός θεάτρου, ενός αμφιθεάτρου, λουτρών, υδραγωγείου και πολλών άλλων δημοσίων οικοδομών δείχνουν την μεγάλη έκταση της πόλης, της οποίας η διάμετρος κατά Στράβωνα ήταν 50 σταδίων. Οι ανασκαφές που έγιναν από τον Halbherr έφεραν στο φως πολλά άλλα σπουδαιότατα αρχαιολ. μνημεία, μεταξύ των οποίων και την περίφημη επιγραφή των Νόμων της Γόρτυνας.

Το κέντρο της πόλης εκαλείτο Πύθιον. Το όνομα της Γόρτυνας δεν αναφέρεται μεταξύ των πόλεων, που αντιστάθηκαν στον Μέτελλο, ούτε μεταξύ αυτών, τις οποίες υπέταξε και κατέστρεψε,(όπως αναφέραμε πιο πάνω). Από αυτό εξηγείται γιατί ο Μέτελλος έκοψε στη Γόρτυνα και όχι σε άλλη πόλη το νόμισμα που φέρει τα σύμβολα του και την κεφαλή της Ρώμης και γιατί επίσης από τους Ρωμαίους η πόλη έγινε Μητρόπολις της Κρήτης. Από τη Γόρτυνα καταγόταν ο μουσικός (αυλός) Ευφράνορας.

<<Η Γόρτυνα ήταν πόλη της Κρήτης που ονομάστηκε έτσι από το όνομα του ήρωα Γόρτυος. Παλαιότερα λεγόταν Ελλωτίς (διότι έτσι καλούσαν οι Κρήτες την Ευρώπη), έπειτα την έλεγαν Λάρισσα, αργότερα Κρημνία και στο τέλος Γόρτυς ή Γόρτυν ή Γόρτυνα >> (Στ.Βυζ.).

Γορτύνη.

<< Γορτύνη λεγόταν η πόλη και Γορτύνιος αυτός που καταγόταν από αυτόν τον τόπο>> (Σούδα).

Γουρνιά. Μινωική πόλη, που είναι άγνωστο το μινωικό της όνομα, στη βορειοανατολική περιοχή της Κρήτης, κοντά στον κόλπο του Μεραμπέλου. Μακριά από τα μεγάλα ανάκτορα της εποχής, δέσποζε στο λεγόμενο Ισθμό της Ιεράπετρας, με επίνειο την Παχειά Άμμο, ενώ τα νεκροταφεία της αποκαλύφτηκαν στην παραλιακή περιοχή του Σφουγγαρά. Η μόνη, ως σήμερα, γνωστή μινωική πολίχνη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον δίνοντας μια εικόνα οργανωμένου οικιστικού συγκροτήματος των μινωικών χρόνων και άφθονες μαρτυρίες για την καθημερινή ζωή της Νεοανακτορικής και της Μετανακτορικής περιόδου.

Ο οικισμός απλώνεται στις πλαγιές ενός χαμήλού λόφου, κοντά στη θάλασσα, και είναι διευθετημένος σε τρία επίπεδα. Στην κορυφή του λόφου βρίσκεται μικρό ανάκτορο στον τύπο των μεγάλων ανακτόρων - με κεντρική αυλή και διαμερίσματα, σειρές από αποθήκες και εργαστήρια. Ένα πλάτωμα, στα νότια του ανακτόρου, ίσως χρησίμευε ως Αγορά, ένας ναΐσκος στα βόρεια του ανακτόρου, που είχε κατασκευαστεί στη μετανακτορική περίοδο, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ιερού κτίσματος ανεξάρτητου από την ανακτορική περίοδο, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ιερού κτίσματος ανεξάρτητου από την ανακτορική κατοικία. Οι σωζόμενες πέτρινες κλίμακες και ίχνη για την τοποθέτηση ξύλινων κλιμάκων μαρτυρούν ότι ορισμένα σπίτια θα είχαν και δεύτερο πάτωμα. Πολλά σπίτια χρησιμοποιούν ως άνδηρο το δώμα του πλαϊνού χαμηλότερου σπιτιού, φαινόμενο που παρατηρείται και σήμερα ακόμα σε πολλές ελληνικές περιοχές. Τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής : ωραία πολύχρωμα κεραμικά με θαυμάσια διακόσμηση, κυρίως θέματα από το θαλασσινό κόσμο που έχουν αποδοθεί με πολλή ελευθερία, πήλινες σαρκοφάγοι κ.α. δίνουν εντυπωσιακή εικόνα της τέχνης ιδίως της Νεοανακτορικής περιόδου. Η καλύτερη άποψη της πόλης είναι από την ανατολική πλευρά, όπου σώζονται καλύτερα τα σπίτια και φαίνονται οι ανηφορικοί δρόμοι.

Γράμμιον

O Pashley και ο Kiepert τοποθετούν την πόλη αυτή εκεί που είναι σήμερα τα ερείπια της λεγομένης Ερημούπολης, στην ανατολική ακτή της επαρχίας Σητείας στο κόλπο του Παλαιοκάστρου, βόρεια της Ιτάνου.

<<Γράμμιον. Είναι πόλη στην Κρήτη και οι πολίτες καλούνται Γραμμίται ή Γραμμίσιοι............>> (Στ.Βυζ.)

Δαίδαλα

<< Δαίδαλα. ................ υπάρχει και άλλη πόλη στην Κρήτη, ο Πολίτης λέγεται Δαιδαλεύς όπως Σαμόσατα Σαμοσατεύς και Δαιδαλίς το θηλυκό>> (Στ.Βυζ.).

Δία, η. Νησί του Κρητικού Πελάγους που υπάγεται στην κοινότητα Ελαίας, της επαρχίας Πεδιάδας, του νομού Ηρακλείου. Εκτείνεται βορειοανατολικά και σε απόσταση 5,4 περίπου μιλίων από το Ηράκλειο. Σύμφωνα με το μύθο, ο Θησέας, μετά το φόνο του Μινώταυρου, μετέφερε την Αριάδνη στο νησάκι της Δίας. Εκεί η Αριάδνη συνάντησε το Διόνυσο και αναλήφθηκε μαζί του στον ουρανό. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές του μύθου, τα γεγονότα δε συνέβησαν στη Δία της Κρήτης αλλά στο ομώνυμο νησάκι της Νάξου. Το 1976 η ερευνητική ομάδα του Κουστώ έκανε καταδύσεις στην υποθαλάσσια περιοχή της Δίας, όπου ανακάλυψε τα λείψανα ενός βυθισμένου αρχαίου λιμανιού, το οποίο θεωρήθηκε μινωικό. Φαίνεται ότι πέρα από το λιμάνι, το νησάκι είχε κατοικηθεί πυκνά. Καταστράφηκε όμως εξαιτίας ίσως της έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας (1643-1623 π.Χ.), ένα τμήμα του καταβυθίστηκε και στη συνέχεια έμεινε ακατοίκητο μέχρι τις μέρες μας. Τα αρχαία κείμενα δεν μνημονεύουν το λιμάνι της Δίας.

<<Δία. ................................ δ΄ νησί κοντά στην Κνωσό της Κρήτης, το εθνικό εκαλείτο Διεύς, και το θηλυκό Διάς........>> (Στ.Βυζ.).

Διατόνιον. Προσαρτήθηκε από την Κνωσό. Άγνωστο αν ήταν πόλη.

Η πόλη(;) τοποθετείται μεταξύ Κνωσού και Λύττου. Ενωρίς υπήχθη στην κυριαρχία της Κνωσού, αλλά κατά τον πόλεμο μεταξύ Γορτυνίων και Κνωσίων, οι Γορτύνιοι υπερισχύσαντες απέσπασαν αυτήν από την Κνωσό και την παρέδωσαν στη Λύττο.(Πολυβ.23,15 - Στρ.10,479). Σήμερα μεταξύ Κνωσού και Λύττου βρίσκεται το χωριό Αϊτάνια, που φέρει όνομα που προσεγγίζει το όνομα αυτής της αρχαίας πόλης. Υποθέτουν επίσης ότι ήταν τμήμα της Λυκάστου. (βλ. λήμμα στη λέξη Λύκαστος).

Δικταίον Άντρον.

Σπήλαιο κοντά στο χωριό Ψυχρό, στο όρος Δίκτη. Είναι γνωστό ως Δικταίον Άντρον και χαρακτηρίστηκε από τους αρχαίους συγγραφείς ως ο χώρος όπου γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Δίας, αλλά και ο τόπος όπου ο Δίας ενώθηκε με την Ευρώπη (εκτός από τη Γόρτυνα). Ο Χώρος του σπηλαίου ήταν αφιερωμένος στη λατρεία του Δικταίου ή Κρηταγενή Δία, ο οποίος συνδεόταν και με το Ιδαίον άντρο. Ο ύμνος που έψαλλαν προς τιμής του βρέθηκε σε επιγραφή του 2ου μ.Χ. αιώνα στο Παλαίκαστρο.

Οι περιστασιακές έρευνες στο Σπήλαιο του Ψυχρού έφεραν στο φως τράπεζες προσφορών, χάλκινα ειδώλια λατρευτών, διπλούς πελέκεις (όπως αυτοί που βρέθηκαν στο Αρκαλοχώρι), αγγεία, εργαλεία και κοσμήματα. Όλα χρονολογούνται στους υστερομινωικούς χρόνους.

Δίον. Στον όρμο Φόδελε;. ( εκ των μεσογείων της Κρήτης, κατά τον Πλίνιο). Η πληροφορία του Πλίνιου πρέπει να είναι σωστή, και η πόλη πρέπει να βρίσκεται στη Μεσαρά κτισμένη από τους Μάγνητες, αφού τέτοια πόλη υπάρχει και στην Θεσσαλία.

Δουλόπολις. Τέσσερα σημερινά χωριά της Κρήτης φέρουν όνομα που προσεγγίζει σαυτό της αρχαίας πόλης, το χωριό Αποδούλου στην Αμπαδιά Αμαρίου, το Δούλη ή Δούλι στη Μεγάλη Βρύση Μονοφατσίου, τα Δουλιανά στο Βάμο Αποκορώνου και το χωριό Σκλαβοπούλα Σελίνου στο νομό Χανίων. Πιθανότερη τοποθεσία της αρχαίας πόλης είναι αυτή στο χωριό Σκλαβοπούλα Σελίνου.

<< Δούλων πόλις..........................Υπάρχει και στην Κρήτη Δουλόπολις που διαθέτει χίλιους άνδρας.........>> (Στ.Βυζ,).

<<Δούλων πόλις....................Υπάρχει και στην Κρήτη Δουλόπολις όπως αναφέρει στα Κρητικά ο Σωσικράτης>> (Σούδα)

Δραγμός, ο. Μεταξύ Ιτάνου και Πραισού, όπως συμπεραίνεται από επιγραφή που βρέθηκε στην Ίτανο και αναφέρεται στο 58-57 π.Χ., κοντά στο Δικταίον Ιερόν (Παλαίκαστρο Σητείας).

Ο Στεφ. Βυζάντιος γράφει: Ο Δραγμός είναι πόλη της Κρήτης, όπως αναφέρει ο Ξενίων στα Κρητικά, το εθνικό όνομα ήταν Δράγμιος ή Δραγμίτης.

Η πόλη ασκούσε απόλυτο έλεγχο στο Δικταίο ιερό, από το οποίο είχε οικονομικά οφέλη. Στον 3ο π.Χ. αιώνα περίπου, η Πραισός κατέλαβε την πόλη και έτσι ο έλεγχος του ιερού πέρασε στους πραισίους. Το γεγονός δελέασε την Ιεράπυτνα που, αργότερα, κατέλαβε την Πραισό και ο έλεγχος του ιερού πέρασε έτσι, τελικά στους Ιεραπυτνίους. Ο χώρος που βρίσκεται η πόλη, μας προσφέρει την εικόνα μιας σχεδόν άθικτης μινωικής πόλης με την γύρω περιοχή της. Ο οικισμός βρίσκεται στην παράκτια πεδιάδα του Ρουσόλακκου και φαίνεται ότι κάλυπτε έκταση μεγαλύτερη από 30 στρέμματα, πράγμα που τον κάνει να είναι η δεύτερη σε μέγεθος, μετά την Κνωσό, κρητική πόλη. Νεκροταφεία και μεμονωμένες ταφές εντοπίστηκαν κατά μήκος των οδικών αρτηριών που ξεκινούσαν απ’ αυτήν: στο Σαραντάρι προς τα βορειοδυτικά, στην Άσπα και στο Πάτημα προς το ανατολικά, στις βόρειες πλαγιές του Πετσοφά, στην νότια πλαγιά του Καστριού στα Ελληνικά και κοντά στα σημερινά χωριά Αγκαθιά, Αγία Τριάδα και Άγιο Αντώνιο. Ένα ιερό κορυφής έχει βρεθεί στην κορυφή του Πετσοφά που είχε και ένα σπήλαιο στη βορινή πλευρά του. Θέση ακρόπολης είχαν το ακρωτήρι και ο λόφος του Καστριού. Τα λατομεία ψαμμόλιθου, με τον οποίο κτίστηκαν τα καλύτερα οικοδομήματα της πόλης, βρίσκονται στη θέση Σκαριά, κατά μήκος της παραλίας, προς τα ανατολικά. Ένα οδικό δίκτυο, που η αρχή της κατασκευής του ανάγεται στην περίοδο των παλαιών ανακτόρων συνέδεε την πόλη με άλλα μινωικά κέντρα στα νότια και τα δυτικά. Κατά το τέλος της περιόδου των παλαιών ανακτόρων υπήρξε μια εκτεταμένη καταστροφή που την ακολούθησε η ανοικοδόμηση της πόλης, βάσει ενός καλοσχεδιασμένου ρυμοτομικού ιστού, κατά την μεσομινωική ΙΙΙΒ/υστερομινωική ΙΑ περίοδο. Η νεοανακτορική πόλη μας δίνει το πιο σαφές δείγμα της μινωικής πολεοδομίας, με πλατείς δρόμους και μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα. Υπάρχουν στοιχεία για μία μικρή σεισμική καταστροφή κατά την υστερομινωική ΙΑ φάση, η οποία πρέπει ίσως να συνδεθεί με την έκρηξη της Θήρας γύρω στο 1628 π.Χ. Άλλα στοιχεία αποκαλύπτουν νέα καταστροφή από φωτιά κατά το ανεπτυγμένο στάδιο της υστερομινωικής ΙΒ βαθμίδας, γύρω στο 1500 π.Χ., ύστερα από την οποία η πόλη ανοικοδομήθηκε και πάλι. Μετά από αλλεπάλληλες καταστροφές σε διαφορετικές περιόδους, η πόλη άρχισε να εγκαταλείπεται βαθμιαία κατά το πρώιμο τμήμα της υστερομινωικής ΙΙΙΒ φάσης. Οι έσχατες εγκαταστάσεις της πόλης περιορίστηκαν στο Καστρί κατά την υστερομινωική ΙΙΙγ φάση και μετά από αυτήν το αρχαίο τούτο κέντρο ερημώθηκε για πάντα. Ο χώρος του όμως αφιερώθηκε στον Δικταίο Δία και για τον θεό αυτόν κτίστηκε ένας ναός κατά την γεωμετρική περίοδο πάνω από τα μινωικά κτήρια του οικοδομικού τετραγώνου Χ. Ο εν λόγω ναός, που δεν σώζεται, φαίνεται ότι ανοικοδομήθηκε επανειλημμένα προτού καταστραφεί οριστικά κατά τα ελληνιστικά χρόνια. Η λατρεία του Δικταίου Διός φαίνεται ότι γνώρισε μία σύντομη αναβίωση κατά την ρωμαϊκή περίοδο, δεδομένου ότι βρέθηκε στην θέση του ναού μια επιγραφή του 2ου μ.Χ. αιώνα που περιέχει τον “ Ύμνο στον Δικταίο Δία” τον οποίο έψαλλαν γυμνοί ασπιδοφόροι νέοι που εμιμούντο τους Κουρήτες που έλαβαν μέρος στη γέννηση του Δία.

Η πλάκα είναι αμφίγραφη δηλαδή γραμμένη και από τα δύο μέρη και λείπει μόνο ένα μικρό τμήμα της. Το περίεργο είναι ότι και στις δύο πλευρές επαναλαμβάνεται με ελάχιστες διαφορές το ίδιο κείμενο και αυτό έδωσε λαβή να πιστέψουν ορισμένοι μελετητές πως λάθη του χαράκτη τον υποχρέωσαν να ξαναγράψει το κείμενο στην άλλη πλευρά. Το περιεχόμενο του ύμνου είναι επίκληση προς το Δικταίο Δία που επισκέπτεται κάθε χρόνο την Δίκτη με τους Κουρήτες. Εξυμνούνται τα αγαθά και η παντοδυναμία του και γίνεται παράκληση να φέρει στους ανθρώπους την ευτυχία, στη γη την ευφορία των καρπών, την προστασία των στρατών, των θαλασσοπόρων κλπ. Πιστεύεται πως η λατρεία στο ιερό λόγω της φύσης της θα είχε μυστηριακό χαρακτήρα και τα ευρήματα δείχνουν πως ήταν συνεχής από τους Γεωμετρικούς Χρόνους ως την Ρωμαϊκή κατάκτηση. Τα στοιχεία της ανασκαφής μας οδηγούν στην υπόθεση πως οι Χριστιανοί του τέλους του 4ου μ.Χ. αιώνα, τότε που ο υπέρμετρος θρησκευτικός φανατισμός είχε στραφεί εναντίον κάθε αρχαίου ειδωλολατρικού στοιχείου, κατέστρεψε εκ θεμελίων τον ναό και κομμάτιασε τη διακόσμησή του, από την οποία βρέθηκαν ελάχιστα, αλλά χαρακτηριστικά κομμάτια, όπως ακροκέραμα σε σχήμα έκτυπης κεφαλής Μέδουσας, μια πήλινη σίμη (διακοσμητική ταινία) του 6ου αιώνα π.Χ., πήλινες πλάκες με παράσταση πολεμιστού που ανεβαίνει στο άρμα που το σύρουν δύο άλογα ενώ κάτω τρέχει ένας σκύλος. Επίσης βρέθηκαν τέσσερις χάλκινες ασπίδες, τρίποδες, κύπελλα, μινιατούρες πανοπλιών και ειδώλια. Στον περίβολο του ιερού αποκαλύφθηκε ο βωμός.

Η αρχαία αυτή πόλη, όπως και η Αρκαδία, η Κάντανος, η Έλυρος, η Ίνατος και η Ολούς, είχαν οριστεί για την εγκατάσταση ξένων. Υπέθεσαν ότι εδώ είναι η αρχαία πόλη Δραγμός, επειδή στην επιγραφή της διαιτησίας των Μαγνήτων, για τη διαφορά μεταξύ Ιτανίων και Ιεραπυτνίων, που βρίσκεται στη μονή Τοπλού αναφέρεται ότι : Ιτανίους πόλιν οικούντες επιθαλάσσιον και χώραν έχοντες προγονικήν γειτονούσαν τω του Διός του Δικταίου ιερώ (στίχοι 35-37)... χώρας Ελείας παρορούσης τω ιερώ (στιχ.75) και Ελεία χώρα, λεγόταν η περιοχή του σημερινού Ρουσόλακκου, ο οποίος έχει βάλτους, υπέθεσαν ότι εδώ βρισκόταν το περίφημο Δικταίο Ιερό.

Το Παλαίκαστρο (ίσως Δραγμός) ανασκάφηκε από την εν Αθήναις Βρετανική Αρχαιολογική σχολή. Κατά την πρώτη περίοδο της ανασκαφής (1902-1908) υπό την διεύθυνση των Ρ.Μποζανκέ και Ρ.Ντώκινς, αποκαλύφθηκαν ο κεντρικός δρόμος και μεγάλες οικίες στο κέντρο της μινωικής πόλης, ο ναός του Δικταίου Διός, νεκροταφεία και κατοικίες στην περιφέρεια και στο ιερό κορυφής του Πετσοφά. Ανασκάφηκε ο περίβολος και άλλα αρχιτεκτονικά μέρη του ναού, όπως και ο βωμός, γεμάτος στάχτη. Εκεί βρέθηκαν πήλινες πλάκες από τη στέγη του ναού με πολεμικά άρματα, ένα λιοντάρι πήλινο, που μαρτυρεί την επιβίωση της λατρείας της Ρέας, και το σπουδαιότερο, ο Ύμνος του κρηταγενή Δία, γραμμένος σε πλάκα όπως αναφέραμε προηγουμένως που την είχαν σπάσει σε πολλά κομμάτια και διασκορπίστηκαν, ίσως κατά τους χριστιανικούς χρόνους. Κατά την δεύτερη περίοδο (1962-1963) υπό την διεύθυνση του Λ.Σάκετ ερευνήθηκαν το οικοδομικό τετράγωνο Ν και τα μινωικά λείψανα στο στο Καστρί. Κατά την Τρίτη περίοδο (από το 1986 και ύστερα), υπό την διεύθυνση των Σάκετ και Τζ. Μακγκλιβρυ καθαρίστηκαν ορισμένα κτήρια στον βόρειο τομέα της πόλης. Το 1983 πραγματοποιήθηκε μία τοπογραφική και μαγνητική μελέτη του όλου χώρου. Σωστικές εξάλλου ανασκαφές της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας (1971-1972) υπό τον Κ. Δαβάρα έφεραν στο φως έναν κλίβανο, δύο οικίες στα ανατολικά της πόλης και νέο υλικό από τον Πετσοφά. Σε πιο πρόσφατες ανασκαφές, από το 1987 μέχρι το 1990, οι Άγγλοι αρχαιολόγοι βρήκαν εδώ τα κομμάτια ενός χρυσελεφάντινου αγάλματος ύψους περίπου μισού μέτρου, γνωστού με το όνομα Κούρος του Παλαίκαστρου, που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο της Σητείας. Κατά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο οι κατακτητές, με τις βόμβες τους, έκαναν μεγάλες καταστροφές στον αρχαιολογικό χώρο. Επίσης στον πόλεμο αυτό, ο ιταλός λοχαγός πεζικού της μεραρχίας Σιέννα Ιωσήφ Μπορσάρι κατάστρεψε τον Αύγουστο του 1942, σκοπίμως και εγκληματικά, τελείως τα μινωικά λείψανα της πανάρχαιας πόλης. Ενώ είχε άφθονο πολεμικό υλικό στη διάθεση του, υποχρέωσε τους κατοίκους που αγγάρεψε γιαυτό το σκοπό να αφαιρέσουν όλους τους λίθους των σωζόμενων μνημείων, ούτως ώστε η καταστροφή να είναι ανεπανόρθωτη.(Έκθεσις, της κεντρικής επιτροπής διαπιστώσεως ωμοτήτων, εν Κρήτη σελ.93.Σύνταξίς 29/6-6/8/1945. Ν.Καζαντζάκης - Ι.Καλιτσουνάκης - Ι.Κακριδής).

Δρήρος, η. Ύψωμα Αγίου Αντωνίου, ανατολικά της Νεάπολης Μεραμπέλλου.

Η πόλη δεν ήταν γνωστή παρά μόνο από το γραμματικό κανόνα, του γραμματικού Θεόγνωστου: << τα διά του ηρος δισύλλαβα, κύριά τε και προσηγορικά, οποίας αν είη τάσεως, δια του η γράφεται, οίον Σήρος, όνομα κύριον, Δρήρος πόλις Κρητική>>. Τον Δεκέμβριο του 1855 κάποιος γεωργός βρήκε στη θέση Χώραις, μεταξύ Νεάπολης και Φουρνής Μεραμβέλλου, πάνω στο λόφο επιγραφή. Έτσι εντοπίστηκε η πόλη και πολλές πληροφορίες ήλθαν στο φως για την ιστορία της. Τα ερείπια είναι εκτεταμένα, καλύπτουν τους δύο λόφους, πάνω στο ένα βρίσκεται ο ναός του Αγίου Αντωνίου, και λέγεται <<Χώραις>>. Τα νομίσματα που βρέθηκαν αποδίδονται με αμφιβολία στην πόλη αυτή.

Η περιοχή της πόλης της Δρήρου, χωρίζεται από εκείνη της Μιλάτου, από το απότομο και ψηλό βουνό, Ο Τίμιος Σταυρός, το Κάδιστον των αρχαίων. Η ιστορία της δίνεται ικανοποιητικά μέσα από τα μνημεία και της επιγραφές της. Οι εκτεταμένες ανασκαφές στην περιοχή των δύο χαμηλών λόφων, που ως πρόβουνα του Κάδιστου οροθετούν την πεδιάδα της Φουρνής από Β. έχουν αποκαλύψει ολόκληρη σχεδόν την αρχαία, μεταμινωική πόλη της Δρήρου με το νεκροταφείο της. Μινωικά ίχνη είναι άγνωστα στην περιοχή και τα πρωιμότερα κατάλοιπα είναι υπομινωικά. Φαίνεται ότι και η Δρήρος ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των κρητικών πόλεων που χτίζονται μετά από τα κύματα των εισβολών και επιδρομών, τα οποία αποδίδονται στους “Λαούς της Θαλάσσης” και στους “Δωριείς” (όπως το Βρώκαστρο, το Καβούσι και ο Πρινιάς) και είναι πόλεις φυσικά οχυρές. Η πόλη της Δρήρου πρέπει να άκμασε κατά την γεωμετρική και την αρχαϊκή περίοδο, γιατί τα εκτεταμένα ερείπια που έχουν διασωθεί ανήκουν κυρίως στην περίοδο από τον 8ο ως τον 6ο π.Χ. αιώνα. Στην ίδια εποχή ανήκει και μεγάλος αριθμός από τις επιγραφές που βρέθηκαν εκεί, ανάμεσά τους και ο περίφημος “ιερός νόμος” της Δρήρου, ο παλαιότερος από όσους μας έχουν διασωθεί. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν νομικό κώδικα της πόλης, που συντάχθηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα, εποχή κατά την οποία οι ελληνικές πόλεις, η μία μετά την άλλη, αρχίζουν να κωδικοποιούν τους νόμους τους ως ένα είδος Συντάγματος. Σύμφωνα με τη φιλολογική παράδοση, η Κρήτη υπήρξε πρωτοπόρα σε αυτό το πεδίο και η επιγραφή της Δρήρου αποτελεί την παλαιότερη αρχαιολογική ένδειξη του θεσμού. Για την κλασική περίοδο της Δρήρου όχι μόνο δεν υπάρχει καμιά ιστορική μνεία, αλλά και η σχεδόν ολοκληρωτική απουσία ερειπίων στην περιοχή μαρτυρεί ότι η πόλη, ακόμη και αν υπήρχε, κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα, σίγουρα δεν ήταν σε ακμή. Τον 3ο π.Χ. αιώνα η Δρήρος είναι σύμμαχος της Κνωσού και αντίπαλος των γειτονικών πόλεων Λύττου και Μιλάτου. Η μεγάλη έχθρα των Δρηρίων προς τους γείτονες τους εκφράζεται θαυμάσια στον περίφημο όρκο των Δρηρίων Εφήβων, που διασώζεται σε επιγραφή του τέλους του 3ου π.Χ. αιώνα. Η επιγραφή βρίσκεται σήμερα στην Κωνσταντινούπολη στο επιγραφικό Μουσείο. Δημοσιεύτηκε αρχικά από το βρυσανό γιατρό Βελονάκη στην εφημερίδα “Αθηνά” το 1855. Στο κείμενο του όρκου αυτού, που ήταν γραμμένο στη δωρική διάλεκτο και κατά τον αρχαϊκό τρόπο “επί κύρβεως”, δηλ. πάνω σε μια τετράπλευρη περιστρεφόμενη στήλη, διακρίνονται, πέρα από τις εξωτερικές έχθρες των Δρηρίων, και εσωτερικές διχόνοιες. Γι’ αυτόν τον λόγο η αναγραφή του όρκου αυτού, στο τέλος του 3ου π.Χ. αιώνα, σε στήλη στο πρυτανείο της πόλης (“ανδρείον”), αποδίδεται σε εσωτερικά προβλήματα και σε αναζωογόνηση της συμμαχίας με την Κνωσό εν όψει του πολέμου κατά των Λυττίων το 220 π.Χ. Επίσης, όπως προκύπτει από άλλες επιγραφές, το πολίτευμα της πόλης γίνεται αυτή την εποχή δημοκρατικότερο και οι σχέσεις με τη γειτονική Μίλατο βελτιώνονται. Δεν γνωρίζομε τι συνέβη στις αρχές του 2ου π.Χ. αιώνα και κατά περίεργο τρόπο η Δρήρος δεν εμφανίζεται στη συνθήκη των κρητικών πόλεων με τον Ευμένη Β΄της Περγάμου το 183 π.Χ. Φαίνεται όμως έτι τον 2ο π.Χ. αιώνα η Δρήρος παύει τελικά να είναι ανεξάρτητη πόλη και υπάγεται στην Κνωσό (ή, σύμφωνα με κάποιες άλλες επιγραφικές πληροφορίες, στη Λύττο). Στα ρωμαϊκά χρόνια ο ένας από τους δύο λόφους της πόλης, ο ανατολικός, αποκτά τείχος με πύργο, που βέβαια αποδεικνύει την εγκατάσταση ρωμαϊκής φρουράς. Οι κύριες θεότητες της πόλης ήταν πάντα ο Απόλλων Δελφίνιος και η Αθηνά Πολιούχος. Η τελευταία εικονίζεται και στα λίγα ελληνιστικά νομίσματα της Δρήρου που έχουν διασωθεί, τα οποία φέρουν από την μια όψη την κεφαλή της Θεάς και από την άλλη τα γράμματα ΔΡ. Από τα ευρήματα των ανασκαφών, εκτός από τις επιγραφές, ιδιαίτερα σημαντικά είναι τρία χάλκινα σφυρήλατα αγάλματα των αρχαϊκών χρόνων, που βρήκαν το 1935 χωρικοί αγρότες στο χώρο της Δρήρου κι’ ένα λίθινο γοργόνειο που βρήκε ο Ξανθουδίδης το 1917, από διακόσμηση αρχαϊκού ναού.

Ειλείθυιας ή Κουτσούρας σπήλαιο. Βρίσκεται στην τοποθεσία Κοπράνα ή Μεφεζέ Πεδιάδος σε απόσταση 9 χιλ. από το Ηράκλειο προς την Επισκοπή. Το στολίζουν σταλαγμίτες, κολώνες και λιμνούλες. Σ΄αυτό λατρεύτηκε επί πολλούς αιώνες η θεά Ειλείθυια, κόρη του Δία και της Ήρας, και μητέρα του Έρωτα. Ήταν η θεά των επιτόκων γυναικών και της μητρότητας. Τα ευρήματα που αποκαλύφθηκαν (νεολιθικά, πρωτομινωικά, μεσομινωικά, ρωμαϊκά κλπ.), ύστερα από τις ανασκαφές αποδεικνύουν την διάρκεια χρήσης του σπηλαίου.

Είνατος, η. Τσούτσουρος Μονοφατσίου. Λιμάνι της Πριανσού.

Είνατος και Ίνατος, η και Είνατον, το. Μικρή πόλης της Κρήτης, στις νότιες ακτές του νησιού, στον Κόλπο Τσούτσουρο (μεθόριος Ηρακλείου – Λασιθίου) στις εκβολές του χειμάρρου Μίντρη. Εκεί αποκαλύφθηκαν αρχαία ερείπια από τα οποία ένα μέρος βρίσκεται μέσα στη θάλασσα. Παλαιότερη ταύτιση της Εινάτου με το χωριό Ίνι θεωρείται εσφαλμένη. Στην Είνατο υπήρχε λατρεία της Ειλειθυίας Εινατίας ή Βινατίας, της οποίας το ιερό ίσως βρισκόταν στην κορυφή ενός κοντινού λόφου, όπου σήμερα βρίσκεται βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Ελένης, χτισμένη πάνω σε αρχαία θεμέλια. Εδώ υπάρχει το Σπήλαιο της Ειλειθυίας, όπου την λάτρευαν, όπως και στον Καρτερό (Αμνισό). Διαπιστώθηκε μετά από ανασκαφή από τον Ν. Πλάτωνα και τον Κ.Δαβάρα, στο σπήλαιο, η ύπαρξη στρώματος ελληνικών και ρωμαϊκών και πιο κάτω γεωμετρικών χρόνων. Στο γεωμετρικό στρώμα βρέθηκαν πλήθος αναθηματικά αντικείμενα, τοποθετημένα σε κόγχες του σπηλαίου. Βρέθηκαν επίσης λίθινος βωμός Νεοανακτορικών χρόνων και σφραγιδόλιθοι, που πιστοποιούν ότι η λατρεία της Ειλειθυίας είχε αρχίσει από τη Μινωική περίοδο και συνεχίστηκε εντονότερα τη Γεωμετρική. Τα γεωμετρικά ευρήματα είναι παραστάσεις ερωτικών ζευγών, πήλινα ειδώλια εγκύων γυναικών, κουροτρόφων, μικροί και μεγάλοι χάλκινοι διπλοί πέλεκεις, ομοιώματα πλοιαρίων κ.ά. Χρυσοί ρόδακες κοσμούσαν περόνες, πόρπες, περιδέραια από φαγεντιανή και ορεία κρύσταλλο, που υπενθυμίζουν ομηρικό ύμνο στον Απόλλωνα. Ακόμη βρέθηκε πλακίδιο από κόκκαλο που παριστάνει γυμνή θεά και πήλινος πίνακας με ανάγλυφα λιοντάρια, γύρω από το δέντρο της ζωής. Από την Είνατο προέρχεται το ρωμαϊκό γλυπτό των Νιοβιδών (της εποχής των Αντωνίνων) και μια ενεπίγραφη ερμαϊκή στήλη του 3ου μ.Χ. αιώνα. Στον κατάλογο του Ιεροκλή και σε αρχαίες επιγραφές αναφέρεται και ως Βίνατος.

Οι αρχαίοι συγγραφείς γράφουν: 1. Η Είνατος ήταν τόπος στην Λυκίας και της Κρήτης (Ησύχιος.).

2. Είνατος. Πόλις Κρήτης, όπως γράφει ο Ξενίων , το εθνικό Εινάτιος, άλλοι γράφουν ότι είναι όρος ή ποταμός, όπου τιμάται η Ειλείθυια Εινατία (Στ.Βυζ.)

Ελαία. Γραμπούσα Κισάμου;. Ο Πλίνιος 4,12,57 και 58, αναφέρει ότι είναι στην Κρήτη. Σημερινό χωριό με το όνομα αυτό υπάρχει, η Ελιά Πεδιάδος νομού Ηρακλείου.

Ελευθεραί. Πιθανώς η Ελεύθερνα (βλ.Ελεύθερνα).

<< Ελευθεραί ήταν πόλη της Βοιωτίας, που πείρε το όνομα της, από το όνομα του Ελευθήρος του Απόλλωνα. Υπάρχει και άλλη στην Κρήτη που πείρε το όνομά της από τον Ελευθήρα, ένα από τους Κουρήτες, η οποία ονομαζόταν και Σάωρος από το όνομα της νύμφης Σαώρας....................., ο πολίτης λέγεται Ελευθερεύς ή Ελευθεραίος >> (Στ.Βυζ.).

home1.jpg (2786 bytes)

Escati Free Counter
You are Visitor No:

View Counter Stats από 27/11/2000