ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

(Με αλφαβητική σειρά)

Ιστορία-Μυθολογία-Αρχαιολογία-Εικόνες

(Από το βιβλίο: <<ΟΙ 147 ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ>>).

Λύκτος,η Μεταξύ των σημερινών χωριών Ξιδάς-Ασκοί- Κασταμονίτσα Πεδιάδος.

Λύκτος. Πόλη της αρχαίας Κρήτης, που ήταν χτισμένη στο λόφο, παρακλάδι της Δίκτης, και βρισκόταν νοτιοανατολικά της Κνωσού, 39 χιλ. από το Ηράκλειο (κοντά στο χωριό Ξιδάς) σε μικρή απόσταση από το Λυβικό πέλαγος. Περιλάμβανε στην περιοχή της τα νησιά Μινώα και Στρογγύλη και σε αυτήν ανήκαν οι πόλεις Μίλατος και Λυκτία Αρσινόη. Επίνειό της ήταν η Χερσόνησος. Η πόλη πήρε το όνομά της από το Λύκτο, γιο του Λυκάονα, που ήταν και ιδρυτής της και επονομάστηκε Λύττος (ψηλή), επειδή ήταν χτισμένη σε υψηλό μέρος, δηλαδή σε βουνό. Υπάρχουν μελετητές που θεωρούν ότι η Λύκτος αναφέρεται ως Ru-ki-to σε πινακίδες Γραμμικής Β από την Κνωσό. Η Λύκτος, νεώτερος τύπος του ονόματος, λεγόταν και Καρνησσόπολις, όνομα που φανερώνει τη δωρική καταγωγή που πήρε από την λατρεία του Καρνείου Απόλλωνος, προς τιμήν του οποίου ετελούντο εορτές και αγώνες. Ήταν κέντρο του Δωρισμού στην Κρήτη. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, οι γονείς της Ρέας έστειλαν τη θυγατέρας τους, στη Λύττο για να γεννήσει τι Δία, μέσα σε μια σπηλιά, μακριά από τον Κρόνο.

<<Πέμψαν δ΄ες Λύκτον Κρήτης, ες πίονα δήμον οππότ΄αρ απλότατον παίδων τεκέσθαι, έμελλε, Ζήνα μέγαν.>> (Θεογονία ΣΤ’ 477).

Ο Όμηρος αναφέρει ότι η Λύκτος πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Έστειλε στρατό με τον Κοίρανο, το σύντροφο και αμαξηλάτη του Μηριόνη, ο οποίος έσωσε τον Ιδομενέα από το κοντάρι του Έκτορα, θυσιάζοντας τον εαυτό του. Ο Αριστοτέλης λεει ότι οι Λύκτιοι ισχυρίζονταν πως ήταν άποικοι της Σπάρτης. Το ότι η Λύκτος ήταν αποικία των Λακεδαιμονίων το μαρτυρούν και άλλοι αρχαίοι.ο Έφορος (Στράβων Χ.4.17), ο Πολύβιος (ΙΦ.56.6), ο Πλούταρχος (Γυν.αρ.247δ) και ο Παυσανίας (ΙΦ.19.4). Ο Πολύβιος μάλιστα επωφελείται της ευκαιρίας να πλέξει το εγκώμιο των Λυττίων : Λύττος δε Λακεδαιμονίων μεν άποικος ούσα και συγγενής Αθηναίων, αρχαιοτάτη δε των κατά Κρήτην πόλεων, άνδρας δ΄ομολογουμένως αρίστους αεί τρέφουσα Κρηταιέωνα. (Σε σφραγίδα με <<ιερογλυφική κρητική γραφή>> από τη Λύκτο, είναι γραμμένες λέξεις Σπαρτιατικής Ελληνικής διαλέκτου). Το 668 π.Χ. άλλωστε, συμμάχησαν με τους Σπαρτιάτες στον πόλεμο εναντίον των Μεσσηνίων. Το 343 π.Χ., ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαμος έδιωξε το Φάλαικο το Φωκέα από τη Λυκτο, που την είχε καταλάβει μαζί με τους Κνωσίους, το 346 π.Χ. (Διοδ. 16.62). Αργότερα η Λύκτος συμμάχησε σε διάφορες περιστάσεις εναντίον της Κνωσού, μεταξύ των οποίων και με τον Αντίοχο Β, το 249 π.Χ.. Το 220 π.Χ. όμως, ενώ οι Λύκτιοι βρίσκονταν σε κάποια εκστρατεία (πολεμούσαν με την Ιεράπυτνα), η Κνωσός με τη βοήθεια των Αιτωλών, εκμεταλλεύτηκε την απουσία τους και την κατέστρεψε εντελώς.Όταν επέστρεψαν οι Λύκτιοι και είδαν σε τι κατάσταση βρισκόταν η πόλη τους, ζήτησαν καταφύγιο στη Λάππα, όπου έμειναν ως την εποχή που, με τη βοήθεια των Γορτυνίων, ξαναπήραν την πόλη τους πίσω και συνέβαλαν οι Σπαρτιάτες στην ανοικοδόμησή της. Αργότερα, πήρε μέρος στο κοινό των Κρηταιέων και έκοψε δικά της νομίσματα. Το 170 π.Χ. οι Λύκτιοι συμμάχησαν, μαζί με άλλες πόλεις της Κρήτης, με τον Ευμένη της Περγάμου. Το 68 π.Χ., συμμάχησε με την Ιεράπυτνα και την Ολούντα, αλλά τον ίδιο χρόνο την κατέλαβε ο Μέτελλος και έχασε έτσι την ανεξαρτησία της. Δεν περιέπεσε όμως σε πλήρη παρακμή. Τα ερείπια της πόλης (τείχη, οχυρώματα, τάφοι, υδραγωγείο κλπ) βρίσκονται στη σημερινή τοποθεσία Λύττο, όπου μέρος οικοδομήματος που έχει ανασκαφεί θεωρήθηκε ναός. Έχουν βρεθεί δύο μαρμάρινοι ανδριάντες του Τραϊανού και του Μάρκου Αυρήλιου, που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Ηρακλείου. Η Λύκτος, σαν αυτόνομη πόλη, είχε κόψει πολλά νομίσματα. Ο Σβορώνος αναφέρει 89 τύπους διαφόρων εποχών. Το κυριότερο έμβλημα των νομισμάτων της Λύττου είναι ο αετός με ανοιχτά φτερά και πίσω κεφαλή αγριόχοιρου με τη λέξη ΛΥΤΤΙΩΝ. Κατα τη ρωμαϊκή κυριαρχία έκοψε επίσης νομίσματα που έφεραν από το ένα μέρος την κεφαλή του Καλιγούλα στεφανωμένη με τις λέξεις ΓΑΙΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΝ ΣΕΒΑΣΤΟΝ και από το άλλο μέρος κεφαλή του Γερμανικού στεφανωμένη με τις λέξεις ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΣΕΒΑΣΤΟΝ. Στη Λύκτο υπήρχε ιερό της Πολιάδος Αθηνάς, όπου έστησαν οι Λύττιοι και οι Ιεραπύτνιοι στήλη με τη συνθήκη τους, το 113 π.Χ.

Η Λύκτος για την ύδρευσή της είχε μεταφέρει το νερό μιας πηγής, γνωστής σήμερα με το όνομα Κουρνιά, μεταξύ των χωριών Κεράς και Κράσι, με υδραγωγείο, σε μερικά σημεία σκαλισμένα στο βράχο και μια τεράστια υδατογέφυρα, που τμήμα της σώζεται, βόρεια του χωριού Κασταμονίτσα. Η υδατογέφυρα αυτή είχε ύψος 100 πόδια (35 μέτρα) και πάχος 14 πόδια, προξενούσε έκπληξη και θαυμασμό.

Τη Λύκτο επισκέφτηκε το 1586 ο Βικεντίνος γιατρός Onorio Belli, ο οποίος έκανε και ανασκαφές και βρήκε αγάλματα και το θέατρο της πόλη της ρωμαϊκής περιόδου, το οποίο σχεδίασε και περιέγραψε. Η περιγραφή της πόλης, όπως την είδε ο Μπέλλι, πριν από 4 αιώνες είναι ενδιαφέρουσα- γιατί σήμερα δεν υπάρχει τίποτε από αυτά-.

Ο Μπέλλι, είχε έλθει στην Κρήτη σαν γιατρός του Γενικού Προβλέπτη Alvise Antonio Grimani, τον οποίο ακολουθούσε στις περιοδίες του στην Κρήτη. Έτσι γνώρισε καλά και του δόθηκε αφορμή να μελετήσει τους αρχαίους συγγραφείς, που αναφέρουν για την Κρήτη, και να εκτιμήσει τους αρχαιολογικούς θησαυρούς. Έμαθε την ελληνική γλώσσα και περιόδευσε πολλές φορές την Κρήτη από την μια άκρη στην άλλη, μελετώντας την αρχαιολογία και τη χλωρίδα της. Για τις περιοδείες του εκείνες και για τους αρχαιολογικούς τόπους και τα ερείπια έγραψε σε ένα θείο του στη Vicenza, στέλνοντάς του και σχεδιαγράμματα αρχαίων κτηρίων, που μεταξύ αυτών είναι και τα σχεδιαγράμματα μερικών θεάτρων. Οι επιστολές αυτές και τα σχέδια των θεάτρων σώζονται στην Bibliotera Ambrosiana του Μιλάνου.

Στην ενδιαφέρουσα επιστολή στο θείο του, που είναι γραμμένη στα Χανιά την 11η Οκτωβρίου 1586, γράφει.

<< Μεγαλοπρεπή και Σεβάσμιε Κύριε Θείε,

Σας στέλνω τα σχέδια τριών άλλων θεάτρων και ενός ναού. Το σχέδιο του θεάτρου της πόλης της Λύττου είναι λίγο σκοτεινό ως προς τη σκηνή, η οποία δεν κοσμείται ούτε με κολώνες ούτε με άλλο. Κι αυτό οφείλεται στα πολύ μεγάλα ερείπια, που εμποδίζουν να δει κανείς πως ήταν. Κι αν η αφεντιά σας έβλεπε τι είδους τοίχοι είναι εκείνοι, είμαι βέβαιος πως θα έμενε έκπληκτη για το νου εκείνου του λαού της εποχής εκείνης. Τα καθίσματα είναι σκαμμένα στο βουνό, το οποίο είναι όλο από μαλακιά πέτρα (λεπίδα), που σκάβεται εύκολα, και με αυτή κάνουν τις στέγες των σπιτιών, δηλαδή τις ταράτσες, που αντέχει στις βροχές. Τη μαλακή αυτή πέτρα τη λέει ο λαός λεπίδα και βρίσκεται σε διάφορα χρώματα σε πολύ μεγάλη αφθονία. Το θέατρο αυτό ήταν το μεγαλύτερο σε εκείνο το Βασίλειο. Είχε τρείς σειρές χάλκινα δοχεία (ηχεία) για να πολλαπλασιάζουν τις φωνές και φαίνονται ακόμη σχεδόν όλες οι θέσεις, που ήταν τοποθετημένα. Η πόλη αυτή της Λύττου ήταν κτισμένη πάνω σε ένα ύψωμα με διάφορες κορυφές και είχε ελάχιστο επίπεδο έδαφος, και πάντοτε ανέβαιναν και κατέβαιναν. Με λίγα λόγια η τοποθεσία είναι η πιο παράξενη και άσχημη που έχω δει ποτέ. Και παρ’όλα αυτά είχε οικοδομήματα μεγάλης σημασίας και βρήκα πολλά και ωραία αγάλματα, που μπορεί να τα δει κανείς στο σπίτι του εκλαμπρότατου Κυρίου μου. Εκεί βρήκα επίσης πολλές επιτύμβιες επιγραφές που έχετε δει από τις οποίες βγαίνει ότι αν και, όπως λέει ο Πολύβιος, εκείνοι της Κνωσού και της Γόρτυνας κατέστρεψαν αυτή την πόλη, όμως φαίνεται πως στον καιρό του Τραϊανού, του Ανδριανού και του Ματίντιε αυτή άνθισε πολύ. Η πόλη αυτή είναι μακριά από τη βόρεια θάλασσα δώδεκα ή δεκατέσσερα μίλια.

Στη θάλασσα αυτή μια άλλη πόλη, που ονομαζόταν Χερρόνησος και τώρα λέγεται Χερσόνησος. Αυτή ήταν λιμάνι για τα πλοία της Λύττου. Από τη μια ως την άλλη πόλη υπήρχε ένας ωραιότατος και κάλλιστος δρόμος, παρ’όλο που περνούσε από βουνά και πεδιάδες. Είχε ένα υδραγωγείο θαυμάσιο πουέφερνε το νερό μιας πολύ μεγάλης πηγής. Το υδραγωγείο αυτό άρχιζε τέσσερα ή πέντε μίλια πάνω από τη Λύττο και έπαιρνε το νερό μιας πηγής των πολύ ψηλών βουνών που λέγονται Λασίθι, και το διοχέτευε πρώτα στη Λύττο κι έπειτα στη Χερσόνησο, πάντοτε από βουνά και κοιλάδες και κάνει τόσους γύρους και περνά τόσες κοιλάδες με καμάρες πολύ ψηλές, που προξενούν το θάμβος, γιατί όλο το υδραγωγείο είναι χτισμένο με στερεούς τοίχους, πάχους 14 ποδιών συνέχεια, ύψους 15-20 και περισσότερα πόδια, δίχως τόξα, παρά μόνο εκεί περνά τις κοιλάδες, όπου έχουν γίνει μεγάλες άτεχνες πόρτες, για να δίδουν τόπο σοτυς χειμάρους. Σε μερικά σημεία οι τοίχοι έχουν ύψος 100 πόδια και με τόσες στροφές που κάνει πολύ συχνά, πιστεύω να έχει μάκρος περισσότερα από 30 μίλια. Και στέκει σχεδόν ολόκληρο, γιατί είναι τόσο στερεό, που, κατά την κρίση μου, θα διατηρηθεί αιώνια. Μη νομίσετε πως είναι αυτό το μοναδικό υδραγωγείο σε αυτό το Βασίλειο.

Υπάρχουν και άλλα πολλά όχι τόσο δαπανηρά ούτε με τόσο μάκρος. Η πόλη της Χερσονήσου ήταν μικρή. Δεν πιστεύω να ήταν δύο μίλια μα η Λύττος πρέπει να ήταν τέσσερα. Αλλά παρ’όλο που ήταν μικρή είχε αμφιθέατρο, ένα θέατρο που τώρα σας στέλνω, όχι πολύ μεγάλο, και πολύ ωραία οικοδομήματα.Είχε ένα λιμάνι που τώρα είναι επιχωματωμένο, ικανό να χωρέσει τριάντα γαλέρες, και ο Στράβων λέει πως ήταν εδώ ο ναός της Βριτομάρτιδος, που φαίνονται τα ίχνη του>>.

Τελευταία το 1950, περισυνέλεξαν από τη Λύττο γλυπτά και επιγραφές, μεταξύ των οποίων μαρμάρινη κεφαλή ρωμαίου αυτοκράτορα του Τραϊανού ή του Νέοβα, σε φυσικό μέγεθος. Σε δύο όψεις κιβόλιθου επιγραφή ντόπια αρχαϊκή διάλεκτο και γραφή, με δύο ψηφίσματα της πόλης των Λυτίων, γραμμένα βουστροφηδόν. Το ένα αφορά τον καθορισμό ζωνών νομής ζώων και το άλλο είναι διάταξη, που απαγορεύει την εγκατάσταση ξένων στην πόλη. Το 1951 βρέθηκε τετράγωνο αναθηματικό βάθρο, με ανάγλυφη παράσταση ήρωα, μπροστά σε άλογο και σκύλους, που ορμούν σε έλαφο και ζαρκάδι. Σε μία όψη φέρει την επιγραφή ΑΧΙΛΕΥΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ.

Πάνω στα ερείπια της Λύκτου βρίσκονται σήμερα δυο εκκλησίες, του Τιμίου Σταυρού και του Αγίου Γεωργίου. Η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού είναι κτισμένη στη θέση παλαιοχριστιανικής βασιλικής, παρά την αρχαία Αγορά, που το μωσαϊκό της αποκαλύφθηκε τελευταία.

<<Η Λύκτος είναι πόλη της Κρήτης, η οποία πείρε το ονομά της από τον Λύκτο, τον Λυκάονα. Μερικοί πιστεύουν ότι πείρε αυτό το όνομα επειδή βρίσκεται σε υψηλό τόπο. Το εθνικό είναι Λύκτιος και το θηλυκό Λυκτηίς>> (Στ. Βυζ.)

Μάλια. Σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων από το χωριό Μάλια, βρίσκονται τα ερείπια του μινωικού ανακτόρου και της πόλης, που πήραν το όνομα του σημερινού χωριού, αφού το προϊστορικό της όνομα μας είναι άγνωστο. Φαίνεται ότι με την εγκατάλειψη της πόλης στα υπομινωικά χρόνια, λησμονήθηκε το ονομά της, αντίθετα με την Κνωσό και τη Φαιστό.

Η μινωική πόλη είχε ιδρυθεί πάνω σε ένα τρίγωνο ασβεστολιθικό άνδηρο, το χαμηλό ύψωμα <<Άζυμο>>. Το ανάκτορο, στα ανατολικά καταλάμβανε το υψηλότερο σημείο του ανδήρου. Βόρεια της πόλης και κοντά στη θάλασσα εκτεινόταν μια ζώνη νεκροπόλεων, τα <<οστεοφυλάκια>>, οι Αλετριβόπετρες και η θέση Ελληνικό Λιβάδι που ονομάστηκε από τους ντόπιους Χρυσόλακκος όπου βρέθηκαν, το κόσμημα με τις μέλισσες, δυό περόνες και μικρά χρυσά αντικείμενα, αφού άρχισε η σύληση της περιοχής από το 1880-1885 που οι ιδιοκτήτες του χώρου βρήκαν εκεί πολλά χρυσά αντικείμενα.. Στα <<οστεοφυλάκια>> βρέθηκαν οστά, υπολείμματα κοινής κεραμική και μερικά αγγεία του λεγόμενου <<τύπου του Χαμαιζίου>>, εκ των οποίων το ένα έφερε επιγραφή στην <<ιερογλυφική>> κρητική γραφή. Η επιγραφή αυτή στο αγγείο γράφει την λέξη <<ρεάνδε>> = δια την ρέανση (ρέανσις = στίλβωση με οίνο, λείανση). Στα νότια, ένα μικρό ιερό κορυφής είχε ιδρυθεί στην κορυφή του λόφου του Προφήτη Ηλία. Πιο ανατολικά, χωριστά από την κύρια εγκατάσταση, γύρω από τον όρμο της Αγίας Βαρβάρας και μέχρι το γειτονικό υψίπεδο του Αρκοβουνίου, κτίστηκαν μεμονωμένες οικίες και νέες συνοικίες. Δυο περίπου χιλιόμετρα δυτικά, η νεκρόπολη στη νησίδα του Χριστού υποδηλώνει, αναμφίβολα, την ύπαρξη ενός άλλου οικισμού, διασκορπισμένου στην πεδιάδα. Στα τέλη της Υστερομινωικής εποχής, τα ταφικά μνημεία επεκτάθηκαν κατά μήκος των ακτών μέχρι το σημερινό χωριό Σταλίδα. Μετά την εγκατάλειψη της μινωικής πόλης γύρω στο 1200 π.Χ., ο χώρος των Μαλίων δεν κατοικήθηκε ποτέ και τα μόνα μεταγενέστερα αρχαιολογικά ευρήματα στην ευρύτερη περιοχή είναι αυτά της παλαιοχριστιανικής βασιλικής κοντά στην παραλία του Μύλου.

Ο πρώτος που εντόπισε ίχνη αρχαιοτήτων στο χώρο αυτό ήταν ο Άγγλος πλοίαρχος Σπραττ, που περιόδευσε το νησί στα μέσα του 19ου αιώνα, και εντόπισε όλες τις παράλιες μεγάλες πόλεις της Κρήτης, όπως π.χ. Φαιστό, Κυδωνία, Ζάκρο κ.λ.π. Η πρώτη συστηματική ανασκαφική έρευνα άρχισε στα 1915 από τον τότε έφορο αρχαιοτήτων Κρήτης Ιωσήφ Χατζηδάκη που τη συνέχισε για μερικά χρόνια ακόμα. Η σημασία της ανασκαφής οδήγησε το Χατζηδάκη σε συμφωνία με τη γαλλική αρχαιολογική σχολή, για την από κοινού έρευνα του μινωικού ανακτόρου. Η σοβαρή όμως ασθένεια του Έλληνα αρχαιολόγου είχε ως αποτέλεσμα να ανασκαφεί ο χώρος από τη γαλλική σχολή μεταξύ 1921-1932. Αλλά και μέχρι σήμερα οι έρευνες συνεχίζονται για την καλύτερη μελέτη των στρωματογραφικών δεδομένων και για συμπληρωματικές ανασκαφικές εργασίες. Το ανάκτορο των Μαλίων δεν παρουσιάζει τη μεγαλοπρέπεια των ανακτόρων της Κνωσού και της Φαιστού, και γενικά η κατασκευή του είναι φτωχότερη. Απουσιάζει εδώ, σχεδόν ολοκληρωτικά, ο γυψόλιθος, το αλάβαστρο και γενικά η μνημειακή αρχιτεκτονική μορφή των δυο άλλων ανακτόρων. Για την οικοδόμηση του ανακτόρου των Μαλίων χρησιμοποιήθηκαν ντόπιες πέτρες, η σιδερόπετρα και η <<αμμούδα.

Όπως αναφέραμε στην αρχή, η αρχαία ονομασία των Μαλίων δεν ήταν γνωστή. Πιθανότατα χαράχτηκε μαζί με άλλα τοπωνύμια σε πινακίδες της μυκηναϊκής Γραμμικής Β από την Κνωσό, υποτέθηκε ότι πρόκειται για τη se-to-i-ja. Πράγματι πρέπει να είναι σωστή η ταύτιση, διότι παρατηρούμε μια ετυμολογική και εννοιολογική συγγένεια με το τοπωνύμιο και παλαιό οικισμό που υπάρχει ανατολικά των ανακτόρων με την ονομασία Άζυμο.

ΣΕΤΟΙJA = Ιερά θέσης -> Ιερός τόπος - Ιεράπολις.

ΑΖΥΜΟ = αυτό που κατέχεται από Θείο φόβο, από ιερό δέος. Έμεσα μπορούμε να πούμε ότι σημαίνει Ιερά πόλη, όπως και η μυκηναϊκή λέξη. Υπάρχει λοιπόν μεγάλη πιθανότητα η αρχαία πόλη των Μαλίων να είναι η Ιεράπολις της <<εκατόμπολις>> Κρήτης του Ομήρου.

Στη νοτιοδυτική γωνιά της κεντρικής αυλής, του Μινωικού ανακτόρου, δίπλα από την πλακόστρωτη είσοδο, υπάρχουν δύο επικοινωνούντες χώροι, που λειτουργούσαν σαν ιερό της νότιας πτέρυγας . Στον πρώτο χώρο που ήταν υπαίθριος, βρίσκεται ο μεγάλος κέρνος. Ο δεύτερος χώρος (προθάλαμος) ήταν σκεπασμένος, με μιά κολόνα στη μέση του ανοίγματος προς τον πρώτο (ιερό).

Η είσοδος του ιερού ήταν από τον προθάλαμο, και η εξωτερική είσοδος του προθαλάμου ήταν από τον διάδρομο.<<Ας υποθέσομε- λεει ο αρχαιολόγος Chapouthier που έκανε την ανασκαφή - την εξωτερική αυτή είσοδο, ανοικτή και ας ρίξομε μιά ματιά από το διάδρομο της νότιας εισόδου, στο εσωτερικό τού ιερού. Στα πόδια μας το μονοκόμματο κατώφλι, στο βάθος του προθαλάμου η κολόνα, που φωτίζεται από το ιερό. Μπροστά το υψηλότερο πλακόστρωτο δάπεδο του ιερού, πάνω σ'αυτό η τράπεζα των προσφορών (j—qmor) και αριστερά το πεζούλι. Στο βάθος, από την πλατειά κλίμακα κατεβαίνει η ιέρεια της μινωικής θρησκείας, με τις προσφορές των καρπών για να τους αποθέσει στην τράπεζα>>. Εδώ βρέθηκε πέτρινος βωμός με χαραγμένα σύμβολα (ιδεογράμματα), πήλινα αγγεία, θυμιατήρι και άλλα λατρευτικά σκεύη. (κατ'άλλους η πέτρα βρέθηκε στους αγρούς έξω από το ανάκτορο. Θεωρώ την περίπτωση αυτή σωστότερη, αφού η πέτρα αναφέρεται σε ιερό του Ερμή, και η περιοχή Τάρμαρος επίσης ανήκει στο ιερό του Ερμή και του Έρωτα.)

Αυτή η πέτρα βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Ηρακλείου Κρήτης. Σαν πέτρωμα είναι ένα είδος διορίτη, που προέρχεται από κρυστάλλωση μάγματος μετά την έκρηξη. Είναι πέτρωμα μεσοκοκκώδες ως αδροκοκκώδες, συναντάται σπάνια, έχει τις ίδιες περίπου φυσικές ιδιότητες, με τον γρανίτη και σκούρο χρώμα. Πάνω σ'αυτήν την πέτρα είναι γραμμένα τα <<ιερογλυφικά>> της εικόνας. Τα ιδεογράμματα αυτά μπορούμε να διαβάσομε στην ελληνική, να ερμηνεύσομε την γραφική τους παράσταση και να τα διαβάσομε επίσης, με τις συλλαβικές αξίες των κρητικών ιερογλυφικών.

Είναι δε λέξεις που λέγονταν κατά την διάρκεια σπονδής με ιδιαίτερο ρυθμό μετρικής απαγγελίας ( σπονδείος ρυθμός). Η σπονδή εγίνετο στο τέλος της τελετής(εορτής) που λεγόταν ΕΡΜΑΙΑ, προς τιμήν του Ερμή και κατά το φθινοπωρινό μήνα Ερμαίο. (Οι πηγές μάς δίνουν μεταξύ 6-9μ.Χ. το ακόλουθο Κρητικό ημερολόγιο, με την αντιστοιχία των μηνών στην σημερινή πραγματικότητα, κατά τον V.Grunel, Θεσμοφόριος από 23 Σεπτεμβρίου 31 ημέρες, Ερμαίος από 24 Οκτωβρίου 30 ημέρες. Κατά τον μήνα αυτό γινόταν η άροση των αγρών και σπορά των δημητριακών στη γη. Τα Έρμαια στην Κρήτη γινόταν με χαρακτηριστικό τρόπο. Σε αυτά κεντρικό στοιχείο ήταν μια τελετουργία παλινδρομικής διάβασης κοινωνικών ορίων. Οι δούλοι γλεντούσαν στα σπίτια των κυρίων τους και οι κύριοι υποχρεώνονταν να τους υπηρετήσουν. Στην περίπτωση αυτή υπόκειται η κεντρική σημασία της δέσμευσης και της απελευθέρωσης στη γλώσσα του μύθου, που δεν είναι άλλη από τη δέσμευση στον Άδη και τη λύτρωση απ’αυτόν. Αυτή η θεμελιώδης ιδιότητα του θεού εκφράσθηκε στον μαγικό-κοσμικό χώρο της τελετουργίας στο κοινωνικό επίπεδο και αποτέλεσε κατόπιν ένα ασφαλώς περιχαρακωμένο στη λατρεία έθιμο.

Η επιγραφή στην πέτρα διαβάζεται αμφίδρομα. Στο ελληνικό αλφάβητο, από άνω πρός τα κάτω, γράφει σε μετάφραση ΑΣ ΒΡΕΞΕΙ - ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΞΙΕΡΑΣΤΟΝ - ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΕΡΔΩΟΝ - ΕΙΣ ΤΟΝ ΔΙΑΥΓΗ .

Έχομε εδώ σπονδή στον Ερμή με τις τρεις ιδιότητες του,

. Πιστεύομε ότι μπροστά στην επιγραφή εγίνοντο σπονδές για καλύτερη απόδοση των καρπών (σπορικών) που ήταν τοποθετημένοι στις θήκες του μεγάλου κέρνου.

Ποιός όμως δεν θα θαυμάσει τον τρόπο με τον οποίο έγραφαν ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΑΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΡΗΤΕΣ, όταν διαβάσει την επιγραφή ανάποδα; (από κάτω προς τα πάνω). Στην δεύτερη περίπτωση, από κάτω προς τα πάνω, διαβάζοντας ανάποδα το κείμενο γράφει (σε μετάφραση): Ιερό του προπομπού των ψυχών (Ερμή), " που να πάει στα βουνά", γιε.

¨Η ίδια επιγραφή διαβάζοντας την από πάνω πρός τα κάτω σαν κρητικά ιερογλυφικά γράφει

DA-JA-TI MO-NU-TA PI-RO KO-PI-TE-RO NU-NA-TA-I

Σε μετάφραση: Ιερέας (Δαϊτης = ο ιερέας που κομματιάζει τα σφάγια) μοναχός με πίλο, (να κρατά) τα κοπτάρια στις εννιά μέρες του μήνα μετά τις καλένδες (μετά την πρωτομηνιά)

2)Από κάτω προς τα πάνω.

Ι-ΤΑ-ΝΑ-ΝU RO-TE PI-KO-RO-PI-TA NU-MO TI-JA-DA

Μετάφραση: Πανέρι κόκκινο από ιτιά με πικροράδικα, την αρχή του Σεληνιακού μηνός (πρωτομηνιά) φτιαγμένο, από κάποια ιτιά.

Με την πρωτογραμμική αυτή πινακίδα φαίνεται η χρήση της Λακωνικής διαλέκτου εκτός από την Κρητική, όπως και στην επιγραφή της χρυσής περόνης στο Μουσείο Αγίου Νικολάου.

Η διαφορά της γλώσσας στις δύο πινακίδες είναι όσο η διαφορά μεταξύ αρχαίας και νέας Ελληνικής.

Η επιγραφή των 16 ιερογλυφικών, έρχεται παράλληλα με την πλάκα που βρέθηκε μαζί με το Δίσκο της Φαιστού, να αποδείξει ότι οι ιερείς των π.Χ. χιλιετιών, στην Κρήτη, ήταν θεματοφύλακες γραφών, και πνευματικών θησαυρών που χρησιμοποιούσαν κωδικοποιημένα όπως και όποτε ήθελαν από την Μινωική εποχή. Εδώ έχομε με τα 16 ιερογλυφικά, ταυτόχρονα, δύο αμφίδρομης ανάγνωσης επιγραφές, τεσσάρων διαφορετικών κειμένων.

Η μια είναι γραμμένη με φθογγογράμματα του Ελληνικού αλφάβητου των ιστορικών χρόνων και σε γλώσσα Ελληνική ιστορικών χρόνων, η δεύτερη είναι γραμμένη σε γλώσσα πρωτοελληνική όπως της γραμμικής Α (λίγο αρχαιότερη της γλώσσας της γραμμικής Β) και σε συλλαβικές αξίες των κρητικών ιερογλυφικών. Η πρώτη γράφει λόγια που μπορεί να δει και να ακούσει το κοινό, και η δεύτερη αναφέρεται στο πρακτικό τελετουργικό, απευθυνόμενοι μάλλον στους δευτέρου βαθμού ιερείς, οι οποίοι γνώριζαν την ιερογλυφική γραφή των μινωιτών, την οποία δεν γνώριζε το κοινό της εποχής εκείνης. Οι γραφές στην πέτρα των Μαλίων και στο Δίσκο της Φαιστού μας δείχνουν το μεγαλείο της λατρείας του Ερμή Τρισμέγιστου, προστάτη κάθε τεχνικής των γραφών, από τους Ορφικούς στην Κρήτη και ηπειρωτική Ελλάδα, όπου στην αρχή κάθε κωδικοποιημένου κειμένου έγραφαν το χαρακτηριστικό Ε του Ερμή του Τρισμέγιστου.

Από τα πιο ωραία αντικείμενα που βρέθηκαν στα Μάλια είναι η χρυσή διακόσμηση της ελεφάντινης λαβής ενός επίσημου ξίφους με παράσταση ακροβάτη, ένας πέλεκυς από σχιστόλιθο που καταλήγει στο μπροστινό τμήμα σε σχήμα λεοπάρδαλης, το χρυσό σκουλαρίκι με τις δυο μέλισσες, πινακίδες Γραμμικής Α και ιερογλυφικής κρητικής γραφής, σφραγιδόλιθοι και θαυμάσια νεοανακτορικά ξίφη. Επίσης μια χρυσή μινωική καρφίτσα στο Μουσείο Αγίου Νικολάου, αποδίδεται ότι προέρχεται από το Χρυσόλακκο. Η χρυσή καρφίτσα έχει μοτίβο βάτου και στη μέσα μεριά επιγραφή 18 σημείων γραμμικής Α, τα οποία μας δίνουν επιγραφή η οποία γράφει (σε μετάφραση) : Δεκαεξάχρονη κανηφόρα θα φαίνεσαι σεμνή στη θυσία και στις σπονδές.

Στην ελώδη περιοχή στα νότια της παραλίας του μύλου, πάνω σε ένα ασβεστολιθικό υπόστρωμα στην τοποθεσία <<Μάρμαρα>>, έχουμε τα ερείπια μιας Παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Πρόκειται για τρίκλιτη αψιδωτή βασιλική. Κτίστηκε στις αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ. και αποτελεί το τελευταίο αρχαίο μνημείο στο χώρο των Μαλίων. Κάτω από την αψίδα ανακαλύφθηκε ένας υπόγειος τάφος που περιείχε μια μεγάλη αττική σαρκοφάγο από πεντελικό μάρμαρο, διακοσμημένη στις τέσσερις πλευρές της με ερωτιδείς, γιρλάντες, κεφαλές ταύρων, λιονταριών και Μεδουσών. Λαξεύτηκε στην εποχή των Αντωνίνων (2ος αι. μ.Χ.) και φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε και πάλι στον 3ο ή τον 4ο αιώνα για τον ενταφιασμό ενός άνδρα και μιας γυναίκας.

Μετά την τελική εγκατάλειψη του μετανακτορικού οικισμού των Μαλίων, το κέντρο της περιοχής μεταφέρεται στην κοντινή περιοχή της Χερσονήσου, όπου και ιδρύθηκε η ομώνυμη αρχαία πόλη.

Μάλλα, η. Μάλλες Ιεράπετρας.

Η πόλη βρισκόταν ανάμεσα των σημερινών χωριών Μάλλες και Χριστός άγνωστη στα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων. Βρέθηκε επιγραφή, πιθανώς του 3ου αιώνα π.Χ., η οποία περιέχει το κείμενο μιας συμφωνίας μεταξύ της Μάλλα και της Λύττου. Η κυριότερη θεότητα που λάτρευαν οι Μαλλαίοι ήταν ο Ζεύς Μοννίτιος ή Μονηίτιος, που λάτρευαν και στη Λύττο και στην Ιεράπυτνα. Στη Μάλλα γινόταν και μια εορτή ονομαζόμενη Υπέρβοια, που την εόρταζαν και στην Ιεράπυτνα και στην Πριανσό. Η πόλη της Κιλικίας Μάλλος ήταν ασφαλώς αποικία των Μαλαίων. Η συνθήκη συμμαχίας των 30 κρητικών πόλεων με τον Ευμένη Β΄ της Περγάμου αναφέρει και τους Μαλλαίους.

Η Μάλλα σαν ανεξάρτητη και αυτόνομη πόλη είχε κόψει δικά της νομίσματα, που παρίσταναν από το ένα μέρος κεφαλή του Δία κι από το άλλο αετό με τη λέξη ΜΑΛ. Στη θέση Ανατολικό και Αγία Παρασκευή βρέθηκαν το 1955 αγγεία και λύχνοι ρωμαϊκών χρόνων.

Μαραθούσα, η. Λάππα;

Μαρώνεία, η. Η θέση της είναι άγνωστη. Υπάρχει πεδινός οικισμός με το όνομα Μαρωνιά στην επαρχία Σητείας, του νομού Λασιθίου και πιθανώς να βρισκόταν εκεί η αρχαία πόλη. Από τη Μαρωνεία καταγόταν ο Σωτάδης, αρχηγός της σχολής της ιστορικής ποίησης των Κιναιδολόγων ή Κιναιδογράφων, σύμφωνα με μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων και ιδιαίτερα του Στράβωνος. Ο ιαμβογράφος αυτός ποιητής άκμασε στα χρόνια της βασιλείας του Πτολεμαίου του Φιλάδελφου, και έγραφε στην ιωνική διάλεκτο. Για τη ζωή και το έργο του έγραψαν ο γιος του Απολλώνιος και ο κριτικός Καρύστιος από την Πέργαμο. Από τα έργα του Σωτάδη, μόνο τίτλοι και πολύ λίγα αποσπάσματα έχουν σωθεί (Εις Άδου κατάβασις, Πρίηπος, Εις Βελεστίχην, Αμαζών κ.α.).(Αντ.Βασιλάκης <<Το Κρητικό Λεξιλόγιο>>).

Mάταλλον (Μάταλλα). Μάταλλα Πυργιώτισσας.

Ματαλία ή Μάταλον ή Μέταλλον, κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν ένα από τα επίνεια της Γόρτυνας (το άλλο ήταν η Λεβήν). Κατά τους προϊστορικούς χρόνους υπήρξε πιθανότατα λιμάνι της Φαιστού. Στην περιοχή σώζονται ελάχιστα κατάλοιπα της ρωμαϊκής εγκατάστασης και σποραδικά ευρήματα από τον 4ο π.Χ. αιώνα και εξής. Στους ασβεστολιθικούς όγκους που υψώνονται στα βόρεια και νότια του όρμου έχουν ανασκαφεί περισσότεροι από 100 θάλαμοι που χρησίμευαν ως νεκρικοί θάλαμοι για σαρκοφάγους. Από τις λιμενικές εγκαταστάσεις δεν σώζεται τίποτε. Η ονομασία Ματαλία είναι του Πλίνιου.

Οι Γορτύνιοι όπως αναφέρει ο Πολύβιος (2,IV,55) κατάλαβαν τα Μάταλα το 220 π.Χ., ύστερα από πόλεμο με τη Φαιστό. Ίχνη της αρχαίας πόλης διακρίνονται και σήμερα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, όπως στην Ελούντα, γιατί εδώ το μέρος έπαθε καθίζηση.

Εδώ στην περιοχή των Ματάλων εναυάγησαν τα καράβια του Μενέλαου, όταν επέστρεφε από την Τροία. Η λισσή αιπειά τε εις άλα πέτρη (Οδυσ, γ΄293) πιστεύεται πως ήταν το ακρωτήριο Νύσος μεταξύ των όρμων Κομμού και Ματάλων. Ο νομισματολόγος Χέντ πιστεύει ότι οι αργυροί στατήρες της Κρήτης που έχουν την επιγραφή ΜΩΔΑΛΩΝ ανήκουν στην πόλη.

Μίλητος. Μίλατος Μεραμπέλλου.

Μίλατος ή Μίλητος, γνωστή και από τον Όμηρο (Ιλ. Β 647), ο οποίος την αναφέρει μεταξύ των επτά πόλεων, οι οποίες πήραν μέρος στην εκστρατεία της Τροίας με τους Ιδομενέα και Μηριόνη. Πρώτος οικιστής της αναφέρεται ο Σαρπηδών, αδελφός του Μίνωα, και κατά τον Απολλόδωρο (3,1,2) ιδρύθηκε από τον Μίλητο, τον γιο του Απόλλωνος και της Αρείας και εγγονό του Κλεόχου. Η ίδια η πόλη υπήρξε μητρόπολη της ιωνικής Μιλήτου. Η Μίλατος άκμασε από τους κλασικούς ως τους ελληνιστικούς χρόνους, όποτε καταστράφηκε από τους Λυκτίους (200 περίπου π.Χ.), (Στράβων β’, 10, σελ. 479). Στην περιοχή της πάντως έχουν ανακαλυφθεί αντικείμενα μινωικής τέχνης, καθώς και μυκηναϊκοί τάφοι και δοχεία μυκηναϊκού ρυθμού, στοιχεία που υποδηλώνουν και προϊστορικό παρελθόν. Η αρχαία πόλη φαίνεται ότι βρισκόταν στο σημερινό λόφο Καστέλλο. Την πόλη μνημονεύει επίσης ο Στράβων (β’,12,σ.570), ο Παυσανίας (Φωκ. Κ.30) και άλλοι.

Η Μίλατος ήταν πατρίδα του Πινδάρεω, ο οποίος, κατά τη μυθολογία, έκλεψε το σκύλο του Δία και τον παρέδωσε στον Τάνταλο. Ο Δίας σκότωσε τον Πινδάρεω και τη γυναίκα του και άφησε ορφανές τις τρείς κόρες τους, την Αηδόνα, την Κλεοθήρα και τη Μερόπη, αγάμους, τις οποίες ανάθρεψε η Αφροδίτη. Η Ήρα τους έδωσε τη φρόνηση και το κάλλος, η Άρτεμις το ανάστημα του σώματος και η Αθηνά εδίδαξε σε αυτές τα γυναικεία έργα. Όταν η Αφροδίτη πήγε στον ουρανό να ξητήσει από το Δία ευτυχισμένο γάμο για τις προστατευόμενές της, οι Αρπύιες άρπαξαν τις παρθένους κόρες του Πινδάρεω και τις παρέδωσαν στις Ερινύες για να τις έχουν σκλάβες.

Ο Στ. Βυζάντιος αναφέρει την ύπαρξη της Κρητικής Μιλήτου εκτός της Ασιατικής και γράφει, ότι λέγεται, πως κάποτε απόκαλούσαν Μίλητο και το νησί της Καλυψούς.

Μινώα. Μαράθι Κυδωνίας. Επίνειο της Απτέρας.

Μίνωα. Ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρει μεταξύ άλλων πόλεων με το ίδιο όνομα και μία στην Κρήτη την οποία αναφέρει ως Μίνωα, και ότι το όνομα προέρχεται από το όνομα του Μίνωα. 1.Μαράθι Κυδωνίας. Επίνειο της Άπτερας. 2. Παχειά Άμμος Ιεράπετρας.

Μινώα. Παχειά Άμμος Ιεράπετρας.

Μυκήναι, αι. Δυτικά των Χανίων.

Μύρινα, η. Μυκήναι (ή Σύβριτος); Η πόλη αυτή αναφέρεται από τον Πλίνιο. Η ύπαρξη της αμφισβητείται. Πρέπει όμως να πούμε εδώ ότι η Μύρινα της Λήμνου έχει σχέση έμμεση με την Κρήτη. Σύμφωνα με το μύθο η πόλη αυτή έχει πάρει το όνομά της από τη σύζυγο του βασιλιά του νησιού Θόαντα, ο οποίος ήταν αξιωματικός του Κρητικού βασιλιά Ραδάμανθυ.

Μωδαίοι, οι. Μεταξύ Κισάμου και Κυδωνίας.

Έγινε γνωστή από διάφορα αρχαία νομίσματα, που βρέθηκαν κοντά στο Μάλεμε και τα οποία, εκτός από παράσταση του γενειοφόρου Δία και ταύρου, έφεραν την επιγραφή ΜΩΔΑΙΩΝ. Ο Σβορώνος υπέθεσε ότι ανήκουν σε αρχαία κρητική πόλη, που το όνομα της πρέπει να ήταν Μώδα ή Μωδαία, αλλά δεν αναφέρεται στις γνωστές πηγές. Η θέση της πρέπει να ήταν στο χωριό Μόδι που σώζει το όνομα παραλλαγμένο. Την άποψη του Σβορώνου ήλθε να ενισχύσει μια ανασκαφική έρευνα που έκαμε κοντά στο Μόδι το 1953 ο τότε έφορος αρχαιοτήτων Ν.Πλάτων, γιατί βρήκε επτά Πρωτογεωμετρικούς λαξευτούς τάφους, από τους οποίους δύο είναι θαλαμωτοί, και αγγεία, όπλα σιδηρά, κρατήρες, σκύφους, πυξίδες, πίθους, αμφορείς κλπ. Κτερίσματα, από τα οποία φαίνεται η μορφή του γεωμετρικού πολιτισμού στη Δυτική Κρήτη.

Ναξία.

Η πόλη βρισκόταν κοντά στο χωριό Ελούντα, της επαρχίας Μεραμπέλου, σε μια τοποθεσία που ονομάζεται και σήμερα Ναξιά. Από την πόλη αυτή, που συγχεόταν άλλοτε με την πόλη Οαξό, προερχόταν οι Νάξιοι λίθοι. Υποστηρίζεται ότι η πόλη Ναξία της Κρήτης υπήρξε η αρχική κοιτίδα και μητρόπολη της νήσου Νάξου των Κυκλάδων.

<< Υπάρχει πόλη Ναξία και Ναξία λίθος λέγεται η Κρητική ακόνη. Διότι η Νάξος ήταν πόλη της Κρήτης>> (Σούδα).

Όαξος. Αξός Μυλοποτάμου.

Αξός. Δωρική πόλη της αρχαίας Κρήτης στο σημερινό νομό Ρεθύμνης, που ονομαζόταν στην αρχαιότητα και Οαξός, από τον Όαξο, εγγονό του Μίνωα. Ήταν πόλη πλόυσια και υπήρχε ως τη βυζαντινή εποχή, από την οποία σώζονται εννέα εκκλησίες. Η Αξός καταστράφηκε, κατά πολλές μαρτυρίες, από τους Βενετούς. Οι κάτοικοί της πήγαν τότε μερικά χιλιόμετρα ανατολικότερα και χτίσανε τα Ανώγεια, που λέγονταν τότε μερικά χιλιόμετρα ανατολικότερα και χτίσανε τα Ανώγεια, που λέγονταν τότε Αξοκά Ανώγεια ή Αξικά Ανώγεια ή Ξιγκανώγεια. Επίνειο της ήταν η Αστάλη που τοποθετείται στο σημερινό όρμο της βόρειας ακτής, το Μπαλί. Στη θέση της αρχαίας πόλης έχουν ανασκαφεί υστερομινωικά όστρακα και έχουν εντοπιστεί ερείπια κυκλώπειων τειχών. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως αρχαϊκά λείψανα και πολλαπλά πήλινα γυναικεία ειδώλια του λεγόμενου <<δαιδαλικού ρυθμού>>. Μεταξύ των ευρημάτων αναφέρονται μια χάλκινη περικεφαλαία με ενδιαφέρουσα διακόσμηση, χάλκινες μίτρες του 7ου π.Χ. αιώνα, πολλές επιγραφές καθώς και ένα μαρμάρινο άγαλμα της θεάς Δήμητρας. Η Αξός υπήρχε την Υστερομινωική περίοδο, όπως δείχνουν τα όστρακα, που βρέθηκαν στα ερείπιά της. Σε χάλκινη μίτρα που βρέθηκε, εικονίζεται τρίπους παλαιού γεωμετρικού σχήματος. Πάνω από το λέβητα του τρίποδα αναφέρεται μορφή θεότητας με μακριά κόμη και οπλισμένη με ξίφος και ασπίδα. Τον τρίποδα πλαισιώνουν δύο λέοντες από αριστερά και από δεξιά. Τα νομίσματα της Αξού έφεραν από την μια όψη στεφανωμένο κεφάλι του Απόλλωνα και από την άλλη τρίποδα. Άλλα είχαν κεφαλή της Αρτέμιδος ή του Δία στεφανωμένου και από την άλλη όψη τον τρίποδα και τα γράμματα: FΑΞΙΩΝ ή CΑΞΙΩΝ. Τον 7ο π.Χ. αιώνα κατά τον Ηρόδοτο, βασιλιάς της Αξού ήταν ο Ετέαρχος. Είναι ο μόνος βασιλιάς, που αναφέρεται, ύστερα από την κάθοδο των Δωριέων, οπότε οι ανώτατοι άρχοντες λεγόταν κόσμοι.

Ο Ηρόδοτος, γράφοντας για τον αποικισμό της Κυρήνης από το Βάτο, αναφέρει : Ο βασιλιάς Ετέαρχος είχε θυγατέρα, τη Φρονίμη. Πέθανε όμως η μητέρα της και ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε. Η μητρυιά μισούσε τη Φρονίμη και επέβαλε στον πατέρα της να την εξαφανίσει. Στην Αξό βρισκόταν φιλοξενούμενός του ο Θεμίσων, έμπορος από την Θήρα, και τον ανάγκασε να υποσχεθεί με όρκο, ότι θα κάμει, ό,τι του ζητήσει. Όταν ο Θεμίσων έφυγε για τη Θήρα του παρέδωσε την κόρη του, με την παραγγελία να τη ρίψει στη θάλασσα. Ο Θεμίσων αγανάκτησε, αλλά έπρεπε να τηρήσει τον όρκο του και έδεσε την κόρη με σκοινί και την έριξε στη θάλασσα. Έτσι ετήρησε τον όρκο του. Έπειτα τράβηξε την κόρη έξω. Έτσι ήταν εντάξει και με τον όρκο του και με τη συνείδησή του.

Στη Θήρα την πήρε ένας πλούσιος, ο Πολύμνητος, και γέννησε ένα παιδί τραυλό, το Βάττο. Ο Βάττος με προτροπή του Απόλλωνα, τον οποίο ελάτρευαν στην Αξό, πήγε στην Κυρήνη με τους Θηραίους και ίδρυσε την αποικία το 631 π.Χ..

Κατά τον Ξενίωνα και το Φιλοσθένη, η Αξός, πήρε το όνομα από τον Όαξο ή Νάξο ή Αξό, γιο της θυγατέρας του Μίνωα Ακακαλλίδας και του Απόλλωνα. Τη Ακακαλλίδι συνελθείν φησί τον Ερμήν και τον Απόλλωνα. Και εκ μεν Απόλλωνος γενέσθαι Νάξον, εκ δε Ερμού Κύδωνα, αφ΄ού η πόλις Κυδωνία καλείται. Την ετυμολογία που αναφέρει ο Στ. Βυζάντιος, ότι το όνομα οφείλεται στην αρχαία κρητική λέξη άξος = απόκρημνος βράχος, αγμός, δικαιώνει η απόκρημνη τοποθεσία που ήταν κτισμένη η πόλης.

Από τα ερείπιά της αξιολογότερα είναι τα λείψανα ναού της Αφροδίτης. Ανατολικά του χωριού, στο δρόμο προς το Ηράκλειο σώζονται υπολείμματα τείχους, γνωστού με την ονομασία <<Το τειχιό τσ’Αξός>>, το οποίο πιστεύεται ότι είναι μέρος του υδραγωγείου που μετέφερε το νερό της πηγής Σκαφίδια στη δεξαμενή της Αξού. Πιθανότατα το υδραγωγείο ήταν κτίσμα των Beνετών και για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν υλικά από αρχαία κτίρια.

Οιός, η. άγνωστη θέση.

Ολόπυξος, η. Πόλη της αρχαίας Κρήτης. Πολλοί υποστηρίζουν ότι βρισκόταν στη θέση του σημερινού χωριού Ροτάσι Μονοφατσίου. Άλλοι την τοποθετούν στο Αμάρι, κοντά στο χωριό Πατσός, θεωρώντας ότι οι δύο τελευταίες συλλαβές της ονομασίας της έδωσαν παραφθαρμένα το όνομα στο χωριό (Πυξός-Πατσός).

Oλούς,η. Ελούντα Μεραμπέλλου.

Ολούς, η. Πόλη στη βόρεια ακτή της Κρήτης, στον Κόλπο του Αγίου Νικολάου. Η ιστορία της είναι γνωστή κυρίως από τις επιγραφές και τα νομίσματα που κόπηκαν μεταξύ 330 και 280 π.Χ. Γύρω στο 260 π.Χ. υπήχθη στην Κνωσό και αργότερα δεν πήρε μέρος στο Κοινό των Κρηταιέων. ΤΟ 201 π.Χ. συμμάχησε με την Ρόδο, άλλα στη συνέχεια υποτάχθηκε στην Λατώ, την οποία ανταγωνιζόταν ήδη από τον 5ο αιώνα. Από την αρχαία πόλη σώζονται μόνο τμήματα των τειχών και των νεκροταφείων της κοντά στην Ελούντα, ενώ τμήματα των οικιών της διακρίνονται μέσα στα νερά της θάλασσας, στον στενό ισθμό που ενώνει την στεριά με το απέναντι νησάκι. Βυθίστηκε από τοπική καθίζηση του εδάφους και δεν οφείλεται, σε γενική καθίζηση του αντολικού τμήματος της Κρήτης. Βρέθηκαν επίσης ταφικής χρήσης λάρνακες και πίθοι των υστερομινωικών χρόνων. Η πόλη ήταν γνωστή για το άγαλμα της Βριτομάρτεως που είχε φτιάξει ο Δαίδαλος. Μια επιγραφή, που βρέθηκε εκεί που υπάρχει σήμερα στο Λούβρο, μας δίνει το κείμενο της συνθήκης των κατοίκων της πόλης με άλλες πόλεις της Κρήτης. Από την ίδια επιγραφή πληροφορούμαστε ότι υπήρχε εκεί ναός του Ασκληπιού. Μια επιγραφή πιθανώς του 3ου αιώνα, αναφέρει τη συνθήκη φιλίας με τη γειτονική της πόλη Λατώ και αναγράφει το όνομα του κυριότερου ναού της και τα ονόματα των κόσμων της Σοφρωνύμου και Κρατίνου. Σε άλλη επιγραφή αναφέρεται συμφωνία του134 π.Χ., μεταξύ Ολούντος, Λατούς και Κνωσσού, κατά την οποία αναγνωρίζεται στην Κνωσό να είναι απόλυτος διαιτητής για κάθε μεταξύ τους διαφορά. Ένα κομμάτι μιας άλλης επιγραφής περιέχει συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Ολούντος και Λύττου. Το 1960 ο καθηγητής Αν. Ορλάνδος, συνεχίζοντας την ανασκαφή της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, βρήκε ένα κομμάτι σιδερόπετρας με επιγραφή, που ήταν μέρος της συνθήκης Ολουντίων και Ροδίων. Άλλο κομμάτι της ίδιας επιγραφής είχε βρει το 1937 ο H. Van Effenterre εντοιχισμένο στην αψίδα της ίδιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Και η επιγραφή αυτή, όπως και οι άλλες, είναι δωρικής διαλέκτου, που ήταν σε χρήση τότε στην Κρήτη. Είναι ταπεινωτική για τους Ολουντίους, γιατί αναλαμβάνουν πολλές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις, απέναντι στους Ροδίους. Είναι του ίδιου τύπου και της ίδιας εποχής, 200 π.Χ., με τη συνθήκη Ροδίων και Ιεραπυτνίων. Με τις συνθήκες αυτέςοι Ρόδιοι ήθελαν να εξασφαλίσουν τον έλεγχο στην Ανατολική Κρήτη για να φτιάξουν το δρόμο στους πειρατές που υποκινούσε και υποστήριζε οΦίλιππος της Μακεδονίας.

Στην Ολούντα ελατρεύετο ο Δίας οΤαλλαίος, ο Άρης και η Άρτεμις Βριτομάρτις. Ως ανεξάρτητη πόλη και αυτόνομη είχε δικά της νομίσματα. Στα περισσότερα παριστάνεται η Άρτεμις Βριτομάρτις και από το άλλο ο Ζευς ο αετοφόρος ή δελφίνι, ή άστρο με 8 ακτίνες και τη λέξη Ολούντιων. Ο Σβορώνος αναφέρει 11 διαφορετικούς τύπους.

Σύμφωνα με βενετσιάνικο έγγραφο, η Ολούς ήταν μια από τις πόλεις της Κρήτης στις οποίες επιτρεπόταν η εκγκατάσταση ξένων.

Το όνομα της Ολούντας αναφέρεται από το Σκύλακα (Περίπλους,47):

Προς βορέας άνεμον όρος Κάδιστον και λιμήν εν αυτώ Ολούς. Στους Σταδιασμούς της Μεγάλης Θαλάσσης (350): από Χερρονήσου εις Ολούντα στάδιοι ξ’, (60) άκρα εστίν ύφορμον έχει και ύδωρ καλόν… από Ολούντος εις Καμάραν (Αγ.Νικόλαος σήμερα) στάδιοι ιε’ (15). Από τον Πτολεμαίο (Γεωγραφική Υφήγησις, ΙΙΙ, 15,4), λέγεται Ολούς. Ο Παυσανίας αναφέρει (ΙΧ, 40,3-4) ότι στην εποχή του, η Ολούς είχε ένα από τα έργα του Δαίδαλου, την Βρυτομάρτιν: Δαιδάλου δε των έργων δύο μεν ταύτα έστιν εν Βοιωτοίς, Ηρακλής τε εν Θήβαις και παρά Λεβαδαύσιν ο Τροφώνιος, τοσαύτα δε ετέρα εν Κρήτη, Βριτομάρτις εν Ολούντι και Αθηνά παρά Κνωσσίοις.

<< Η Ολούς είναι πόλη της Κρήτης, όπως αναφέρει ο Ξενίων στα Κρητικά, ο πολίτης λέγεται Ολούντιος όπως λέμε Σελινούντιος>> (Στ. Βυζ.)

Ονύχιον <<Το Ονύχιον είναι τόπος της Κρήτης. Πείρε το όνομα από το νύχι της άγκυρας που καρφώθηκε εκεί όταν τον αποίκησαν οι Αμυκλαίοι>> Στ.Βυζ.).

Όριον . << Το Όριον είναι τόπος της Κρήτης και αυτοί πού το κατοικούν λέγονται Όριοι>> (Στ.Βυζ.)

Όριοι ή Όρειοι ή Όριον. Κοινόν των ορείων κατοίκων των πόλεων Λισός, Ποικιλασός ή Ποικιλάσιον, Ύρτακος ή Υρτακίνα, Έλυρος και Τάρρας, του νοτίου τμήματος της επαρχίας Σελίνου νομού Χανίων, της Ελληνιστικής εποχής.

Πιθανολογούν ότι ήταν πόλη, μια από εκείνες που αποχώρησαν από τη συμμαχία με την Κνωσό. Η πόλη μετονομάστηκε στα νεώτερα χρόνια, σε Άγριον και ήταν, στη βυζαντινή περίοδο, έδρα επισκοπής. Το τοπωνύμιο Άγριον ή Άριον, αναφέρεται για πρώτη φορά, από τον Άγιο Ιωάννη τον Ξένο στη διαθήκη του το 1027 μ.Χ..... κατέλαβα έτερον τόπον, τον καλούμενον Άριον.... τόπος καλός και εύχρηστος πλησίον του χωρίου Πηγής. Αιτήσας τους οικήτορας του αυτού χωρίου ανήγειρα ναόν, τον λεγόμενον Άγιον Γεώργιον Οψαροπιάστην... Η επισκοπή του Αγρίου ή Αρίου, ήταν στο σημερινό ερειπωμένο μετόχι Βιράν Επισκοπή Ρεθύμνης. Προσωπικά πιστεύω ότι το Όριον που αναφέρει ο Στ. Βυζάντιος δεν ήταν πόλη, αλλά η περιοχή των Ορίων στο Σέλινο, αφού μάλιστα ο λεξικογράφος την αναφέρει ως τόπο.

Οσμίδα, η. Πιθανώς στη θέση Ονιθέ του σημερινού χωριού Όρος Ρεθύμνου. Απέχει 20 χιλ. από το Ρέθυμνο, διακλάδωση ανατολικά μετά τους Αρμένους. Στη θέση αυτή υπήρχαν οχυρωματικά τείχη και όστρακα ανάγλυφου αρχαϊκού πίθου και κλασσικά, ελληνιστικά και ρωμαϊκά, δεξαμενές κλπ. Το 1939 βρέθηκε εκεί πώρινο άγαλμα ανδρός καθήμενου, επί δίφρου σε ιερατική στάση, κάτω από το στήθος, πιθανώς αρχαϊκών χρόνων. Ο Σκύλαξ 47, γράφει:<<Μετά γάρ Οσμίδαν, προς βορέαν Ελεύθερναν>>. Δηλαδή νότια (ΝΔ) της Ελεύθερνας.

Παννόνα, η. Άγιος Θωμάς Μονοφατσίου;

Πόλη της Κρήτης. Αναφέρεται από τον Πτολεμαίο (ΙΙΙ, 17, 10) μεταξύ Κνωσού και Γόρτυνος. Ο Σκύλαξ αναφέρει (Περίπλους 47) προς βορέαν άνεμον (της Λύκτου) όρος Κάδιστον και λιμήν εν αυτώ Ολούς και Παν... Ο Σβορώνος πιστεύει (μάλλον λάθος) ότι πρόκειται για την πόλη Πάννονα. Ο Πωλ Φωρ υποθέτει ότι η Πάννονα ήταν στη θέση του σημερινού χωριού Αγ. Θωμάς Μονοφατσίου. Ο Ν. Σταυράκης σημειώνει: Πάννονα (Φάννονα, δηλαδή φωτεινόν μέρος) και λέει ότι πρέπει να αναζητηθούν τα ίχνη της κοντά στο Μελισσοχώρι Μονοφατσίου.

Πάνορμος, η. Η πόλη ήταν στη θέση που βρίσκεται σήμερα τα χωριό Πάνορμο, ανάμεσα σε δύο όρμους, 20 χιλ. από το Ηράκλειο. Ήταν επίνειο της αρχαίας Ελεύθερνας. Ο Πλίνιος την τοποθετεί ανάμεσα στο Ρέθυμνο και το Κύταιον (σημερινό Παλαίκαστρο Ρογδιάς). Η περιοχή πρωτοκατοικήθηκε στα μινωικά χρόνια, όπως έδειξαν ευρήματα από τη θέση Κουτρουλή. Νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή και απεικονίζουν στη μια πλευρά το κεφάλι θεάς και στην άλλη ένα φοίνικα με τα γράμματα Π/Α, αποδίδονται στην αρχαία Πάνορμο. Η πόλη Πάνορμος είχε διάρκεια ζωής από τα ρωμαϊκά χρόνια (1ος αι. π.Χ.) μέχρι τον 9ο αι. μ.Χ. Κατά τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο αποτέλεσε έδρα της επισκοπής Μυλοποτάμου. Στη βενετοκρατία οι περιηγητές αναφέρουν το Καστέλι Μυλοποτάμου στη θέση του σημερινού χωριού πάνω από το λιμάνι, όπου και διακρίνονται ερείπια. Καστέλι ονομαζόταν το χωριό μέχρι τις αρχές του αιώνα μας. Το φρούριο αυτό του Μυλοποτάμου, που έκτισε ο Γενοβέζος αρχιπειρατής Ενρίκο Πεσκατόρε και διατήρησαν οι Βενετοί αναφέρεται από το 1212. Είχε σχήμα αυγού από Βορρά προς Νότο με δύο πύλες από τη θάλασσα και τη νότια άκρη και 7 πύργους, κτισμένο στην απότομη ακτή. Το 1583 το κατέστρεψε ο Μπαρμπαρόσα. Από το Πάνορμο καταγόταν ο Αγαθόπους, ένας από τους Δέκα Μάρτυρες, που μαρτύρησαν στη Γόρτυνα το 250. Την άποψη του Στ. Αλεξίου, ότι η Πάνορμος ήταν ο κόλπος της Αγίας Πελαγίας Μαλεβυζίου, στη θέση της αρχαίας πόλης Απολλωνίας, και ότι δεν ήταν πόλη, θεωρώ εσφαλμένη. Ο Στ. Αλεξίου σχολιάζει στο βιβλίο <<ΤΟ ΜΑΛΕΒΙΖΙ>>, την λέξη << το Πάνορμον>> και όχι την πόλη << η Πάνορμος>>, θεωρώντας ότι το σημερινό Πάνορμος προέρχεται από την λέξη <<Πάναρμος>> η οποία χαρακτηρίζει την έχουσα αρμούς (κορυφές οροσειρών). Και από αυτή τη λέξη να προέρχεται η ονομασία της Πανόρμου, δικαιολογείται από την μορφολογία της περιοχής η πόλη να ονομαζόταν Πάναρμος και αργότερα Πάνορμος.

Παντομάτριον, το. Στην παραλία του Φόδελε σύμφωνα με την περιγραφή του Πτολεμαίου.

Πόλη της δυτικής Κρήτης, η ακριβής θέση της οποίας δεν έχει εξακριβωθεί. Ο Πτολεμαίος (3,17,7) την τοποθετεί κοντά στο Ρέθυμνο, ενώ ο Πλίνιος (Ξατ. Θιστ. 12,59) ανάμεσα στην Άπτερα και την Αμφιμάλλα. Ήταν το επίνειο της Ελεύθερνας. Αναφέρεται από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο (Γεωγραφική Υφήγησις, ΙΙΙ, 15,5), στη σειρά των πόλεων της βόρειας Κρήτης: Ηράκλειον, Πάνορμος, Απολλωνία, Κύταιον, Δίον Άκρον, Παντομάτριον. Η θέση της πόλης Παντομάτριον ήταν στον όρμο Φόδελε, όπως ορθώς την τοποθέτησε ο Πτολεμαίος μετά το Δίον Άκρον. Άλλο αποδεικτικό στοιχείο για τη θέση της είναι η επιβίωση του ονόματος της πόλης, στο όνομα του ποταμού Φόδελε Παντομάτριος.

<<Το Παντομάτριον είναι πόλη της Κρήτης, ο πολίτης λέγεται Παντομάτριος ή Παντοματριεύς >> (Στ.Βυζ.)

Παραισός. Ίδε Πραισός.

<<Η Παραισός είναι πόλη της Κρήτης όπως την αναφέρει ο Ηρωδιανός << η λέξη Παραισός οξύνεται. Έγινε δε η Παραισός από ένα συγγενή του Μίνωα, από τον οποίο πείρε το όνομα και η λέξη είναι ομότονος με το όνομα του οικιστή>> (Στ.Βυζ.).

Πέλκιν (Πέλκις), η. Καστράκι-Πελεκάνες Σελίνου

Πέργαμος, η. Στη θέση Τρουλλί, ΝΔ. του χωριού Γριμπιλλιανά (Κολυμπάρι) Κισάμου, δυτικά της Κυδωνίας.

Η πόλη ελέγετο και Περγαμία και Πέργαμον. Ο Σκυλ.47 γράφει: <<Δικτυνναίον Αρτέμιδος ιερόν προς βορέαν άνεμον της χώρας Περγαμίας>>. Ο Πλούταρχος στο βίο Λυκούργ. 31, 6: <<Τιμαίος δε και Αριστόξενος εν Κρήτη καταβιώσαντα (τον Λυκούργον) και τάφον αυτού δεικνυσθαί φησιν υπό Κρητών της Περγαμίας περί την ξενικήν οδόν>>. Σύμφωνα με μαρτυρίες χτίστηκε από τον Αγαμέμνονα, όταν αυτός επέστρεφε από την Τροία, και της έδωσε αυτό το όνομα για ανάμνηση της ακρόπολης της Τροίας που λεγόταν Πέργαμος. Ο Βιργίλιος αναφέρει (Αινείας Β, 3, 190) ότι την έκτισε ο Αινείας. <<Πρόφρων εγώ τα ποθούμενα τείχη της πόλεως κτίζω Πέργαμα δε την καλώ>>. Αλλά και πριν έλθει ο Αινείας υπήρχε πόλη στην Κρήτη με το όνομα Πέργαμα μεταξύ Κυδωνίας και Απτέρων, ως αναφέρει ο Πλίνιος (Φυσ. Ίστ. Β΄,1 και 12, Β΄,4 και 20). Την Πέργαμον κατέλαβαν οι Δωριείς το 1025 π.Χ.

Πέτρα, η. Από πολλούς η λέξη θεωρείται επιτομή του Ιεράπετρα=Ιεράπυτνα. Μερικοί όμως νομισματολόγοι θεωρούν ότι τα νομίσματά της ανήκουν σε ιδιαίτερη κρητική πόλη που ονομαζόταν Πέτρα. Σήμερα το όνομα αυτό σώζεται στην επισκοπή Πέτρας.

Ποικιλασός ή Ποικιλάσιον. Μικρή παραθαλάσσια πόλη στη θέση Βουκιλάσι ή Βουκολιάσι Σφακίων, στο ακρωτήριο Τρυπητή, μεταξύ Σούγιας και Αγια-Ρουμέλης. Η αρχαία πόλη ήταν κοντά στην Τρυπητή Σφακίων. Το Ποικιλάσιον δεν ήταν αυτόνομη πόλη αλλά υπαγόταν στην αρχαία Έλυρο, που ήταν επίνειό της. Στην πόλη βρέθηκε επιγραφή που μαρτυρεί την εκεί ύπαρξη ναού αφιερωμένου στο Σέραπη. Βρέθηκαν επίσης λαξευτοί τάφοι στους βράχους καθώς και λατομεία μαρμάρων. Τα ερείπιά της είναι ασήμαντα. Ήταν πόλη της ελληνικής, αρχαϊκής, κλασικής και ελληνιστικής περιόδου. Την αναφέρει ο Πτολεμαίος (ΙΙΙ, 16, 3) Ποικιλάσιον, στη σειρά 3 πόλεων της νότιας πλευράς της Κρήτης και οι Σταδιασμοί 330, Ποικιλασόν. <<Από Τάρρου εις Ποικιλασόν στάδιοι ξ΄(=60) πόλις εστί και όρμον έχει και ύδωρ>>. Σε κατάλογο των εκατό πόλεων της Κρήτης του κώδικα 918 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης αναφέρεται η πόλη Pecilasio overo Pescalio.

Πολίχνα, η (ή Πολίχνη). Κοντά στην αρχαία Κυδωνία.

<<Η Πολίχνα είναι πόλη της Τρωάδος , οι πολίτες λέγονται Πολιχναίοι Υπάρχει και στην Κρήτη πολη με το όνομα Πολίχνη, της οποίας ο Πολίτης λέγεται Πολιχνίτης >> (Στ.Βυζ.).. αρχαϊκής και κλασσικής περιόδου.

Πολίχνα, η. Την μνημονεύουν οι δύο κορυφαίοι ιστορικοί. Ο Ηρόδοτος αναφέρει (βιβλ.7,170) ότι όλοι οι Κρητικοί πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Σικελίας για να εκδικηθούν το θάνατο του Μίνωαπλην Πολιχνιτέων και Πρασίων. Και ο Θουκυδίδης (βιβλ.2,85) αναφέρει ότι οι Αθηναίοι προσπάθησαν να κατλάβουν την Κυδωνία το 429π.Χ. στέλνοντας 20 πλοία στους Πολιχνίτες, που βρισκόταν σε πόλεμο με τους Κυδωνιάτες, αλλά δεν το κατόρθωσαν. Τους ιστορικούς χρόνους η Πολίχνα ήταν αυτόνομη και είχε δικά της νομίσματα.

Τα νομίσματα της πόλεως έφεραν τα γράμματα Π ο , και σύμβολα όμοια με αυτά που είχαν των γειτονικών πόλεων Κυδωνίας και Απτέρας. Το ότι ήταν γειτονική της Κυδωνίας δεν υπάρχει καμία αμφιβολία από το εξής χωρίο του Θουκυδίδου<<Πολυχνίταις χαριζόμενος ομόροις Κυδωνιατών>>.

 

home1.jpg (2786 bytes)

Escati Free Counter
You are Visitor No:

View Counter Stats από 27/11/2000