Όπως κατατέθηκε στη Βουλή

Άρθρο 11: Προσδιορισμός καθαρών κερδών των επιχειρήσεων

Τελευταία ενημέρωση:

1. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ρυθμίζεται το θέμα των τριγωνικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται εντός Ελλάδος μέσω φυσικών προσώπων, κάθε είδους νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (offshore κλπ) με κατοικία, έδρα ή εγκατάσταση σε κράτη μη συνεργάσιμα και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς.

Ειδικότερα, με τις νέες διατάξεις, τα ακαθάριστα έσοδα της ελληνικής πωλήτριας επιχείρησης προσαυξάνονται με το επιπλέον ποσό που προκύπτει από την πώληση των αγαθών σε μεγαλύτερη τιμή από τη μεσολαβούσα τέτοια εταιρεία  προς άλλη ημεδαπή επιχείρηση. Επίσης, προβλέπεται ότι σε περίπτωση που ελληνική επιχείρηση πωλεί σε τέτοιου είδους εταιρεία αγαθά σε τιμή μικρότερη από εκείνη που θα πωλούσε τα ίδια εμπορεύματα είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, η επιπλέον διαφορά προστίθεται στα ακαθάριστα έσοδα της ελληνικής πωλήτριας επιχείρησης.   

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 θεσπίζεται υποχρέωση για τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου, τακτικού ή προσωρινού, να ενημερώνουν τον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό σχετικά με την απόδοση ή μη των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να επεμβαίνει άμεσα ο αρμόδιος κάθε φορά οργανισμός για την είσπραξη των οφειλόμενων εισφορών. Επίσης, με την ίδια ρύθμιση αυτή προβλέπονται και πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος των υπαλλήλων για παράλειψη της πιο πάνω υποχρέωσης. Τέλος, προβλέπεται η μη αναγνώριση των δαπανών αυτών σε περίπτωση μη εξόφλησής τους μέσω επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών ή επιταγών που εξοφλούνται μέσω των ίδιων λογαριασμών.

3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 καταργούνται οι διατάξεις για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων των δωρεών προς τα αθλητικά σωματεία και περαιτέρω, περιορίζεται η έκπτωση των δωρεών στα λοιπά νομικά πρόσωπα (ιερούς ναούς, κοινωφελή ιδρύματα, νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, κλπ.) σε ποσοστό 10% του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των κερδών που προκύπτουν από ισολογισμούς.

4. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 καταργούνται από την έναρξη ισχύος τους οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 3525/2007 για την έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου ή τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης των ποσών των πολιτισμικών χορηγιών σε χρήμα ή σε είδος, καθόσον η έκπτωση των ποσών των χορηγιών αυτών σε χρήμα ρυθμίζεται από τις υφιστάμενες διατάξεις των άρθρων 8 και 31, κατά περίπτωση, του Κ.Φ.Ε. Επίσης, με τις ίδιες διατάξεις προβλέπεται, ότι ειδικά τα ποσά των χορηγιών σε χρήμα που μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος έχουν εισπραχθεί μέσω ειδικού κωδικού εσόδου του Κρατικού Προϋπολογισμού, αναγνωρίζονται για έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου ή τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης που προσέφεραν τη χορηγία.

5. Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 αντικαθίστανται το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε., ώστε να περιορισθεί η έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων των δαπανών μισθωμάτων που καταβάλλουν σε τρίτους (εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων), για λόγους φορολογικής εξομοίωσης με τα μισθώματα που καταβάλλουν σε εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης. Επίσης, με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται επακριβώς το ποσοστό των εκπιπτόμενων δαπανών, ενώ με τις προγενέστερες διατάξεις επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια της επιχείρησης να καθορίσει το ποσοστό των αναγνωριζόμενων για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της δαπανών. 

6. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού προστίθενται πέντε εδάφια στο τέλος της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 31, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το θέμα των τριγωνικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται εντός Ελλάδος μέσω φυσικών προσώπων, κάθε είδους νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων  (offshore κλπ) με κατοικία, έδρα ή εγκατάσταση σε κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Ειδικότερα, με τις νέες διατάξεις, δεν αναγνωρίζεται η επιπλέον διαφορά του τιμήματος που προκύπτει με τον τρόπο αυτό και κατά συνέπεια δεν αναγνωρίζεται ως κόστος αγοράς ή δαπάνη της ημεδαπής επιχείρησης.    

7. Με τις προτεινόμενες διατάξεις αντικαθίσταται η περίπτωση δ’ της παρ. 1 του άρθρου 31.  Ειδικότερα, με τις νέες διατάξεις επέρχονται οι ακόλουθες μεταβολές ως προς τους τόκους με τους οποίους επιβαρύνονται οι ελληνικές επιχειρήσεις: δεν εκπίπτουν οι τόκοι δανείου που λαμβάνεται για την αγορά μετοχών ή εταιρικών μερίδων ή επιχειρήσεων γενικά, ημεδαπών ή αλλοδαπών,  όταν η επιχείρηση που έλαβε το δάνειο μεταβιβάσει τις πιο πάνω συμμετοχές εντός δύο ετών από το χρόνο απόκτησής τους, προκειμένου με τον τρόπο αυτόν να ενθαρρυνθούν οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις και όχι να αναγνωρίζονται οι τόκοι όταν οι επιχειρήσεις κερδοσκοπούν μέσω της πώλησης σε σύντομο χρονικό διάστημα των συμμετοχών που αγοράζουν σε άλλες επιχειρήσεις. Επίσης, δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση οι τόκοι δανείων που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά μετοχών ή μερίδων εξωχώριων κλπ. εταιρειών, καθώς και οι τόκοι που καταβάλλονται στις εταιρείες αυτές, διότι οι υπόψη εταιρείες χρησιμοποιούνται ως μέσο μεταφοράς κερδών σε χώρες με εξαιρετικά ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς (υποπερ. γγ’). Περαιτέρω, με την υποπερίπτωση δδ’ τροποποιούνται οι διατάξεις που ετέθησαν με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3775/2009 περί υποκεφαλαιοδότησης. Συγκεκριμένα, ορίζεται πλέον ρητά ότι οι διατάξεις περί υποκεφαλαιοδότησης έχουν εφαρμογή και για τα ομολογιακά δάνεια, καθώς και ότι στα δάνεια που έχουν ληφθεί από συνδεδεμένες επιχειρήσεις συνυπολογίζονται και τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί από τρίτες επιχειρήσεις για τα οποία όμως έχει χορηγηθεί εγγύηση από συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών εξαιρούνται οι ακόλουθες κατηγορίες επιχειρήσεων: οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, οι εταιρείες ειδικού σκοπού του ν. 3156/2003 και του ν. 3601/2007 με έδρα στην Ελλάδα, οι εταιρείες παροχής πιστώσεων, καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, καθόσον αυτές διέπονται από ειδικό θεσμικό πλαίσιο αναφορικά με την κεφαλαιακή τους επάρκεια και τους δείκτες φερεγγυότητας, ενώ εξ αντικειμένου έχουν εντελώς διαφορετικές ανάγκες χρηματοδότησης από τις λοιπές επιχειρήσεις.

8. Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε., με τις οποίες προβλεπόταν εξαίρεση των τραπεζικών, ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου και αμοιβαίων κεφαλαίων από την υποχρέωση αναμόρφωσης των αποτελεσμάτων τους με βάση τα οριζόμενα από τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου. Με τις νέες διατάξεις, οι τραπεζικές επιχειρήσεις θα αναμορφώνουν τα αποτελέσματά τους με βάση τα οριζόμενα από την περίπτωση β’ της παραγράφου 8 του πιο πάνω άρθρου μόνο για τα έσοδα από  μερίσματα και κέρδη από συμμετοχή σε άλλες ημεδαπές επιχειρήσεις,   ενώ οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου θα υπολογίζουν τις δαπάνες που αντιστοιχούν στα αφορολόγητα έσοδά τους και στα εισοδήματα φορολογηθέντα κατ’ ειδικό τρόπο (προσθήκη λογιστικών διαφορών) όπως και όλες οι άλλες επιχειρήσεις. 

9. Με τις διατάξεις της παραγράφου 9 τροποποιείται η παράγραφος 9 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε., ώστε οι αποζημιώσεις και οι πάσης φύσεως αμοιβές που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις με βάση δικαστική ή διαιτητική απόφαση, να αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά τους, εφόσον κατατίθενται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. μέχρι και έναν μήνα από τη λήξη της οικείας διαχειριστικής περιόδου μέσα στην οποία εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές.

10.Η παράγραφος  10 αναφέρεται στην απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων των επιχειρήσεων και γίνεται για νομοτεχνικούς λόγους λόγω της καθυστερημένης δημοσίευσης του ν.  3814/2010. 

11. Με τις διατάξεις της παραγράφου 11 καταργούνται οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε., που αφορούν τις δαπάνες των εξαγωγικών επιχειρήσεων. Η κατάργηση αυτή είναι τυπική, καθόσον έχουν ήδη πάψει να ισχύουν λόγω μη παρατάσεώς τους.

12. Με τις διατάξεις της παραγράφου 12 ειδικά για τον προσδιορισμό του εισοδήματος από εκμίσθωση ακινήτων (ενοίκια), προτείνεται να εκπίπτουν οι δαπάνες επισκευής, συντήρησης ή ανακαίνισης και κάθε είδους άλλη δαπάνη, εκτός μισθοδοσίας, για τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) επί των ακαθαρίστων εσόδων, εφόσον καλύπτονται από τα νόμιμα παραστατικά. 

Άρθρο 11: Προσδιορισμός καθαρών κερδών των επιχειρήσεων

1.    Στο άρθρο 30 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται παράγραφος 5 που έχει ως εξής:

«5. Όταν αγαθά που έχει πωλήσει ελληνική επιχείρηση σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ή σε αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο αυτών, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 51Α ή σε κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς όπως ορίζεται στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου,  χωρίς τα προϊόντα να έχουν μεταφερθεί εκτός Ελλάδος, στη συνέχεια μεταπωλούνται σε άλλη ελληνική επιχείρηση σε τιμή μεγαλύτερη από αυτή της πρώτης συναλλαγής, η επιπλέον διαφορά του τιμήματος που προκύπτει θεωρείται ακαθάριστο έσοδο της ελληνικής πωλήτριας επιχείρησης. Επίσης, αν ελληνική επιχείρηση πωλεί σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ή σε αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο αυτών, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 51Α ή σε κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς όπως ορίζεται στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου αγαθά σε τιμή μικρότερη από αυτή στην οποία πωλεί τα ίδια εμπορεύματα σε ημεδαπή ή αλλοδαπή επιχείρηση, η χαμηλή τιμή δεν αναγνωρίζεται και η επιπλέον διαφορά που προκύπτει προστίθεται στα ακαθάριστα έσοδα της ελληνικής επιχείρησης.» Μετά το πρώτο εδάφιο της υποπερίπτωσης αα’ της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται τρία νέα εδάφια που έχουν ως εξής:
«Η υπηρεσία που διενεργεί τον φορολογικό έλεγχο, τακτικό ή προσωρινό, υποχρεούται, αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του, να ενημερώσει τον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό σχετικά με την απόδοση ή μη των ασφαλιστικών εισφορών. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό αδίκημα. Οι δαπάνες μισθοδοσίας δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση αν δεν έχουν εξοφληθεί μέσω επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών ή επιταγών που εξοφλούνται μέσω των ίδιων λογαριασμών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος, η διαδικασία της εξόφλησης των δαπανών μισθοδοσίας και κάθε άλλο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου».

2.    Μετά το πρώτο εδάφιο της υποπερίπτωσης αα’ της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται τρία εδάφια που έχουν ως εξής:
«Η υπηρεσία που διενεργεί τον φορολογικό έλεγχο, τακτικό ή προσωρινό, υποχρεούται, αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του, να ενημερώσει τον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό σχετικά με την απόδοση ή μη των ασφαλιστικών εισφορών. Η παραβίαση της υποχρέωσης του προηγούμενου εδαφίου συνιστά πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται κατά τις οικείες διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου. Οι δαπάνες μισθοδοσίας δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση αν δεν έχουν εξοφληθεί μέσω επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών ή επιταγών που εξοφλούνται μέσω των ίδιων λογαριασμών.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος, η διαδικασία της εξόφλησης των δαπανών μισθοδοσίας, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου.».

3.    α. Τo εικοστό, εικοστό πρώτο και τελευταίο εδάφιο της υποπερίπτωσης γγ’ της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.

       β. Το δέκατο πέμπτο εδάφιο της  υποπερίπτωσης γγ’ της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται μέχρι ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των κερδών που προκύπτουν από ισολογισμούς, λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύματα, τα σωματεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τους ιερούς ναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, την Ιερά Μονή Σινά, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, τους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς που συστάθηκαν και διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 ( Α’13) και του ν. 3653/2008 (Α’49), καθώς και τα ερευνητικά κέντρα που αποτελούν ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και έχουν συσταθεί νόμιμα.».

4.    Οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 3525/2007 (Α’16) καταργούνται από την έναρξη της ισχύος τους. Ειδικά τα ποσά των χορηγιών σε χρήμα που μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος έχουν εισπραχθεί μέσω ειδικού κωδικού εσόδου του Κρατικού Προϋπολογισμού, αναγνωρίζονται για έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου ή τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης που προσέφεραν τη χορηγία.

5.    Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίστανται ως εξής:
«Ειδικά για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης με κυλινδρισμό μέχρι χίλια εξακόσια (1.600) κυβικά εκατοστά, εκπίπτουν οι δαπάνες συντήρησης, επισκευής, κυκλοφορίας και αποσβέσεων και τα μισθώματα που καταβάλλονται σε εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης ή οποιονδήποτε τρίτο, σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) του ύψους αυτών, εφόσον τα αυτοκίνητα αυτά χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της επιχείρησης. Για αυτοκίνητα μεγαλύτερου κυβισμού εκπίπτει, με τις ίδιες προϋποθέσεις, ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των πιο πάνω δαπανών.».

6.    Στο τέλος της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται πέντε εδάφια που έχουν ως εξής:
«Όταν αγαθά που έχει πωλήσει ελληνική επιχείρηση σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ή σε αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο αυτών, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς όπως ορίζεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 51 Α, χωρίς τα προϊόντα να έχουν μεταφερθεί εκτός Ελλάδος, στη συνέχεια μεταπωλούνται σε άλλη ελληνική επιχείρηση σε τιμή μεγαλύτερη, η επιπλέον διαφορά του τιμήματος που προκύπτει με τον τρόπο αυτό δεν αναγνωρίζεται ως κόστος αγοράς ή δαπάνη, κατά περίπτωση, της δεύτερης ελληνικής επιχείρησης. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και για την επιπλέον δαπάνη ή κόστος αγοράς με την οποία επιβαρύνεται ελληνική επιχείρηση όταν προμηθεύεται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ή αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο αυτών, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς όπως ορίζεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 51 Α αγαθά, τα οποία η τελευταία έχει αγοράσει αποδεδειγμένα από άλλη αλλοδαπή επιχείρηση σε κατώτερη τιμή. Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται αν το τίμημα που καταβάλλει η ελληνική επιχείρηση είναι αδικαιολόγητα ανώτερο από εκείνο που θα είχε καταβάλλει αν η συναλλαγή γινόταν χωρίς τη μεσολάβηση της δεύτερης αλλοδαπής επιχείρησης.»

7.    Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται  ως εξής:
«δ) Των δεδουλευμένων κάθε είδους τόκων δανείων ή πιστώσεων, γενικά, της επιχείρησης. Εξαιρούνται:
αα) οι τόκοι υπερημερίας λόγω οφειλής φόρων, τελών, εισφορών και προστίμων προς το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,
ββ)  οι τόκοι δανείου που λαμβάνεται για την αγορά μετοχών ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών, εταιρικών μερίδων και γενικά επιχειρήσεων, όταν οι πιο πάνω συμμετοχές μεταβιβάζονται εντός δύο (2) ετών από το χρόνο απόκτησής τους,
γγ) οι τόκοι δανείου που λαμβάνεται για την αγορά μετοχών ή μερίδων σε οποιαδήποτε νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 51Α ή σε κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς όπως ορίζεται στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, καθώς και οι τόκοι που καταβάλλονται στις εταιρείες αυτές,
δδ) οι δεδουλευμένοι τόκοι δανείου που καταβάλλονται ή πιστώνονται σε συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 39 κατά το μέρος που το συνολικό ύψος δανείων από τις εν λόγω επιχειρήσεις υπερβαίνει κατά μέσο όρο και κατά διαχειριστική περίοδο το τριπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων της. Στην έννοια των τόκων του προηγούμενου εδαφίου εμπίπτουν και οι τόκοι ομολογιακών δανείων που καταβάλλονται σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Στο συνολικό ύψος δανείων από συνδεδεμένες επιχειρήσεις προστίθενται και τα ομολογιακά δάνεια που εκδίδονται προς αυτές, καθώς και τα δάνεια που έχουν ληφθεί από τρίτες επιχειρήσεις για τα οποία έχει χορηγηθεί οποιασδήποτε μορφής εγγύηση από τις πιο πάνω συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται για τις ανώνυμες εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986 (Α’183), τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων του ν. 1905/1990 (Α’147), τις εταιρείες ειδικού σκοπού του ν. 3156/2003 (Α’157) και του ν. 3601/2007 (Α’178) με έδρα στην Ελλάδα, τις εταιρείες παροχής πιστώσεων του ν. 2937/2001 (Α’169), καθώς και για τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα.»

8.    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διατάξεις της περίπτωσης α’ δεν εφαρμόζονται για τραπεζικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που λειτουργούν. Επίσης, ειδικά για τις πιο πάνω τράπεζες, οι διατάξεις της περίπτωσης β’ ισχύουν μόνο για έσοδα από μερίσματα και κέρδη από συμμετοχή σε άλλες ημεδαπές επιχειρήσεις.»

9.    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Αποζημιώσεις, καθώς και πάσης φύσεως αμοιβές, που οφείλονται από επιχειρήσεις ή επιτηδευματίες σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με βάση δικαστική ή διαιτητική απόφαση ή οποιαδήποτε αναγνώριση ή συμβιβασμό, δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνη για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών, που υπάγονται στη φορολογία εισοδήματος του οφειλέτη, εάν μέσα σε ένα μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου εντός της οποίας πραγματοποιείται η καταβολή ή η πίστωση αυτών, δεν υποβληθεί στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία φορολογίας του δικαιούχου αντίγραφο της απόφασης ή του εγγράφου και θεωρηθεί από αυτή η απόφαση ή το έγγραφο, βάσει του οποίου καταβάλλεται ή πιστώνεται η αποζημίωση ή η αμοιβή στο δικαιούχο.»

10.    Η κατάργηση που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 3814/2010 (ΦΕΚ Α’3) καταλαμβάνει αποσβέσεις επισφαλών απαιτήσεων που διενεργούνται από διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2009 και μετά.    

11.    Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.

12.    Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 13 του άρθρου 105 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικά για τον προσδιορισμό του εισοδήματος από εκμίσθωση ακινήτων εκπίπτουν οι δαπάνες επισκευής, συντήρησης, ανακαίνισης , οι πάγιες και λειτουργικές δαπάνες και κάθε είδους άλλη δαπάνη των νομικών προσώπων και ιδρυμάτων αυτών, μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) επί των ακαθαρίστων εσόδων, εφόσον καλύπτεται από νόμιμα παραστατικά.»

13.    Οι παράγραφοι 1, 3, 5, 6, 7 και 8 έχουν εφαρμογή για κέρδη ισολογισμών που κλείνουν με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 2009 και μετά και η παράγραφος 12 για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2010 και μετά
 

Οι τελευταίες αλλαγές στο άρθρο 11

Άρθρο 11 παρ. 4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 11 αναδιατυπώνεται ως εξής:

«4.α. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3525/2007 (Α΄ 16) αντί «τριάντα τοις εκατό (30%)» τίθεται «δέκα τοις εκατό (10%)».

β. Οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 3525/2007 διατηρούνται σε ισχύ και δεν θίγονται από την εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Φ.Ε. όπως τροποποιούνται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.»

Άρθρο 11 παρ. 5: Στην παράγραφο 5 αντί των λέξεων «εξήντα τοις εκατό (60%)» και «είκοσι πέντε τοις εκατό (25%)» τίθενται «εβδομήντα τοις εκατό (70%)» και «τριάντα πέντε τοις εκατό (35%)» αντίστοιχα.

Άρθρο 11 παρ.6: Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται ως εξής:

«6.α. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. μετά τις λέξεις «των ακόλουθων εξόδων» προστίθενται οι λέξεις «,με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 51 Α και 51Β του παρόντος.»
β. Στο τέλος της περίπτωσης γ της παρ. 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται εδάφια ως εξής: «Οι δαπάνες της περίπτωσης αυτής δεν αναγνωρίζονται όταν καταβάλλονται ή οφείλονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα της οποίας η δραστηριότητα στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαντλήθηκε στην τιμολόγησή της και η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών διενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο.»»

Άρθρο 11: Στο άρθρο 11 προστίθεται παράγραφος 13 και αναριθμείται η υφιστάμενη παράγραφος 13 σε 14 ως εξής:

«13. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 39 του ΚΦΕ αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Όταν μεταξύ ημεδαπών επιχειρήσεων, οι οποίες συνδέονται κατά την έννοια της παραγράφου 3, πραγματοποιούνται πωλήσεις αγαθών ή παρέχονται υπηρεσίες με οικονομικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα κέρδη τα οποία, χωρίς τους όρους αυτούς, θα είχαν πραγματοποιηθεί από την επιχείρηση αλλά τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω των ανωτέρω όρων, θεωρούνται κέρδος της επιχείρησης αυτής, με το οποίο προσαυξάνονται τα καθαρά της κέρδη, χωρίς να θίγεται το κύρος των βιβλίων και στοιχείων.».
β. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 39 του ΚΦΕ αντί των λέξεων «δέκα τοις εκατό (10%)» τίθενται οι λέξεις : «είκοσι τοις εκατό (20%)».
γ. Στο τέλος του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 39 του ΚΦΕ προστίθενται οι λέξεις: «με εξαίρεση το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του ν.2523/1997.».
δ. Στο τέλος της παραγράφου 8 του άρθρου 39 του ΚΦΕ προστίθενται οι λέξεις «και τα μισθώματα κινητών ή ακινήτων.».
ε. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 39 Α αντί των λέξεων «των 200.000 ευρώ» τίθενται οι λέξεις: «των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.».

Άρθρο 11 παρ. 14 (νέα): Αντί «2009» τίθεται «2010»