Ο ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ και η ΚΥΠΡΟΣ

 

Ο ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ και η ΚΥΠΡΟΣ
Εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" Ηρακλειου Κρήτης 12-13/11-2010

 
Του δικηγόρου Ανδρέα Παναγιώτου - Α μέρος

Πρώτη Μαΐου 1976, σχεδόν χαράματα, κι η είδηση έφτασε σαν αστραπή σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, στον κάθε Ελληνα, όπου κι αν βρίσκεται, στον κόσμο ολόκληρο μέχρι την άκρη της οικουμένης.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης σκοτώθηκε.

Οι καρδιές πάγωσαν, η σκέψη σταμάτησε, κανένας δεν ήθελε να το πιστέψει. Σκληρή όμως η μοίρα, πικρή και η αλήθεια. Το ηρωϊκό παλικάρι έφυγε, μας αποχαιρέτησε δυστυχώς για πάντα. Το επίμονο παράπονο κι ο αβάστακτος πόνος πλημμύριζαν τη ψυχή μας, οι απορίες και τα τόσα ερωτήματα τροφοδοτούσαν το θολό νεφέλωμα των ανεξήγητων μύθων και του θαυμαστού πλέον θρύλου. Η συναίσθηση της μεγάλης απώλειας, η αγωνία της αισθητής απουσίας, αποτύπωναν την έκφραση της συνείδησης για το ξεχωριστό παλικάρι που τόσο πρόωρα και άδικα χάθηκε.

Είναι πραγματικά από τις λίγες και εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις που τέτοια απρόσμενη είδηση, τόσο συντάραξε, τόσο συγκλόνισε και τόσο συγκίνησε, οδηγώντας αυθόρμητα τον καθένα μέχρι και τον πιο απλό ανώνυμο άνθρωπο και ιδιαίτερα τον ανήσυχο νέο, να προσέρχεται ευλαβικά τιμητής και προσκυνητής στο άψυχο σκήνωμά του κι οι επώνυμοι να συνωστίζονται και ανταγωνίζονται πώς να καταστήσουν εμφανή την παρουσία τους, χαρακτηριστικό του αντικρύσματος και εκτοπίσματος της ακτινοβολίας της προσωπικότητάς του. Το μυριόστομο σύνθημα και μήνυμα της λαοθάλασσας που το συνόδευαν στην τελευταία του κατοικία αποκαλυπτικό και αντάξιο της αγωνιστικής του ταυτότητας.

Ενας στο χώμα-χιλιάδες στον αγώνα

Κι όμως δυστυχώς, η ιστορία δεν μας χαρίζει εύκολα άλλο Αλέξανδρο Παναγούλη. Γιατί ο Αλέκος ήταν ένας και μοναδικός.

Γνήσιος Ελληνας, αγνός και φλογερός πατριώτης, με βαθειά πίστη και αφοσίωση στις μεγάλες αξίες, τις μεγάλες ιδέες της Λευτεριάς και της Δημοκρατίας, όπως μας τις κληροδότησε η βαρειά ελληνική παράδοση μέσα από τους αιώνες. Γιʼ αυτό και σε μας τους Ελληνες πέφτει βαρειά η ευθύνη απέναντί τους, γιατί εδώ στην Ελλάδα γεννήθηκαν, αυτή είνʼ η πατρίδα τους και από ʽδω ξεκίνησαν και φώτισαν ολόκληρη την πολιτισμένη ανθρωπότητα.

Ανυπότακτος, εκρηκτικός επαναστάτης, αντάξιος της ελληνικής λεβεντιάς, όπως μας έρχεται μέσα από τα τόσα φωτεινά παραδείγματα παλικαριάς, ηρωϊσμού και θυσίας, που εμπνέουν και καθοδηγούν τη στάση και τη συμπεριφορά μας στις μεγάλες δοκιμασίες μέσα από τα κρίσιμα αναδιπλώματα της ιστορίας.

Ιδεολόγος και οραματιστής που νοιαζόταν για μια καλύτερη Ελλάδα, ένα καλύτερο αύριο, όπως δήλωνε στην ιστορική του απολογία ενώπιον του έκτακτου Στρατοδικείου. Μια απολογία που αποκαλύπτει ακριβώς όλο το μεγαλείο της ανωτερότητάς του, απέναντι στη μικρότητα των αδίστακτων δυναστών και τυράννων.

Οταν δήλωνε με θάρρος και περηφάνεια ότι ανήκει στην Ελληνική Αντίσταση επεξηγώντας τους υψηλούς σκοπούς της. Οτι δεν καθοδηγείται από ταπεινά και ευτελή κίνητρα, ούτε από χρηματισμό και ξενοκίνητες επιδιώξεις, αλλά από συνέπεια και σεβασμό στα ιδεολογικά του πιστεύω, ως πραγματικός Ελληνας.

Οταν απαντούσε στη μομφή της λιποταξίας, τονίζοντας ότι προτιμά τη λιποταξία αντί την προδοσία, όπως οι ίδιοι έπραξαν ως επίορκοι του στρατεύματος και της αποστολής του, αφού το χρησιμοποίησαν για να καταργήσουν δια της βίας τη Δημοκρατία στη χώρα που την γέννησε και να επιβάλουν δια της βίας την καταδυνάστευση της πατρίδας τους και του λαού της.

Οταν εξηγούσε ότι δεν αποδέχεται τη βία, όταν όμως δια της βίας επιβάλλεται τέτοια κατάσταση, ελλείψει άλλου τρόπου, μόνο δια της βίας ανατρέπεται, επικαλούμενος ακόμη και τον Χριστό και τον Γκάντι.

Οταν διεκήρυττε ότι δεν θα σκότωνε κάποιο άνθρωπο, αλλά ένα τύραννο.

Με επιστέγασμα εκείνη την εντυπωσιακή και θαραλλέα κατάληξη, που θα μείνει πλέον ως ιστορικό απόφθεγμα για τις επόμενες γενιές, ότι,

Γνωρίζει ποιά θα είναι η ποινή που θα του επιβληθεί και αυτή θα ήταν ασφαλώς η ποινή του θανάτου, αλλά δεν υποχωρεί, θεωρώντας ότι “το ωραιότερο κύκνειο άσμα οποιουδήποτε πραγματικού αγωνιστή, είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος παρά ενώπιον μιας τυραννίας” και αυτή τη θέση αποδέχεται.

Ανήσυχος και προβληματισμένος νέος δεν ανέχεται το φασιστικό διδακτορικό καθεστώς που επέβαλαν δια της βίας οι επίορκοι Συνταγματάρχες. Ούτε αντέχει να παραμείνει θεατής. Εγκατέλειψε τη στρατιωτική μονάδα στην οποία υπηρετούσε αναζητώντας ερείσματα για αντίσταση και αγώνα.

Στις 18.6.67, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο γνωστού του Κύπριου φοιτητή, καταφεύγει στην Κύπρο, γιατί όπως ο ίδιος εξηγούσε, ήταν το μόνο ελεύθερο κομμάτι του Ελληνισμού και εκεί θα μπορούσε να βρει στηρίγματα και βοήθεια λόγω της πρόσφατης αγωνιστικής της εμπειρίας από τον απελευθερωτικό της αγώνα εναντίον των Αγγλων.

Στην Κύπρο, η είδηση του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα κτύπησε σαν κεραυνός στο κεφάλι μας, κορυφώνοντας την αγωνία και τις ανησυχίες της σκληρής δοκιμασίας της μικρής μας πατρίδας. Γιʼ αυτό και ο ξεσηκωμός ήταν άμεσος.

Από την πρώτη μέρα, με πρωτοστάτες κάποιους νέους επιστήμονες, δημοσιογράφους και ανθρώπους των Γραμμάτων και της τέχνης, κινητοποιηθήκαμε και εκδώσαμε την πρώτη διακήρυξη καταδίκης του πραξικοπήματος και της δικτατορίας, αξιώνοντας την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα που τη γέννησε. Την επόμενη, 22 Απριλίου, πραγματοποιήσαμε την πρώτη μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας, κατά την οποία εκδώσαμε τη δεύτερη αντιδικτατορική διακήρυξη και εκλέξαμε τη γνωστή Επιτροπή για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα από διαπρεπείς προσωπικότητες της Κυπριακής κοινωνίας (Βίας Μαρκίδης, Χρίστος Κατσαμπάς, κα Πετρώνδα, Σόλων Νικήτας, Τάκης Χατζηδημητρίου, ο υποφαινόμενος και Ζήνων Κατσούρης).

Ηταν η πρώτη Επιτροπή που δημιουργήθηκε παγκόσμια, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της αντιδικτατορικής προσπάθειας, καλώντας το λαό σε αντίσταση, αλλά και επαγρύπνηση, προειδοποιώντας για τους κινδύνους και τις συνέπειες που προέκυπταν πλέον για την Κύπρο.

Την Επιτροπή εκείνη και τους πιστούς συνεργάτες της που με το αξιόλογο έργο και τις δραστηριότητές της κράτησε στους ώμους της την αξιοπρέπεια της μικρής μας πατρίδας, παρά τις αντίξοες συνθήκες, παλεύοντας καθημερινά με τις απειλές και τις τρομοκρατικές επιθέσεις των κατευθυνόμενων μπράβων της χούντας.

Αποτελεί γεγονός, ότι ο Αλέκος κατά την πρώτη περίοδο της άφιξης του στην Κύπρο, άγνωστος ων και ελλείψει σχέσεων και διασυνδέσεων, ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα, αφού κατʼ απαίτηση των ελληνικών Αρχών κηρύχθηκε καθηκόντως καταζητούμενο πρόσωπο και αναζητείτο η σύλληψή του. Παρά ταύτα βρέθηκαν και πάλι οι θαρραλέοι εκείνοι που αποδέχτηκαν και ανέλαβαν την ευθύνη της φιλοξενίας, της απόκρυψης και της προστασίας του. (Οικ. Ζόππου, Αντρέας Χριστοδουλίδης, ο υποφαινόεμνος, Τάκης Χατζηδημητρίου, Νίκος Σιαφκάλης).

Αυτό κράτησε μέχρι τέλος Ιανουαρίου 1968, όταν μετά από παρέμβαση των Χατζηδημητρίου και Βάσου Λυσσαρίδη, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, έδωσε οδηγίες στον αρμόδιο υπουργό να του εκδώσει ταξιδιωτικά έργγραφα προς διευκόλυνση της διαφυγής του και ο υπουργός Εσωτερικών και Αμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, εξέδωσε και του παρέδωσε στις 27.1.68 διαβατήριο και την επόμενη, 28.1.68, μέρα Κυριακή, επέβλεψε ο ίδιος προσωπικά την ασφαλή αναχώρησή του από την Κύπρο με προορισμό τη Ρώμη μέσω Βυρηττού.

Ημουν παρών στη συνάντηση Παναγούλη-Γιωρκάτζη για τις διευθετήσεις του διαβατηρίου και της φυγής του από την Κύπρο. Παρακολούθησα με προσοχή τη γνωριμία τους, τις αντιδράσεις τους και τις συζητήσεις που έγιναν μεταξύ τους. Γι αυτό και είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω, ότι οι απόψεις, οι εκτιμήσεις και ανησυχίες τους κάπου συνέπιπταν. Από τη μια ο Παναγούλης με όλο εκείνο το πάθος εναντίον της θλιβερής κατάστασης του χουντοφασισμού των Συνταγματαρχών, που ντρόπιαζε την Ελλάδα και από την άλλη ο Γιωρκάτζης πλήρως απογοητευμένος από τη στάση και τη συμπεριφορά τους για την Κύπρο. Και πώς να μην ήταν απογοητευμένος με τα όσα έκπληκτοι παρακολουθούσαμε.

Τις εξ Αθηνών ανοιχτές απειλές ότι βρισκόμαστε εκτός εθνικής γραμμής και θα λογοδοτήσουμε; Την ενθάρρυνση των φανατικών και ακραίων αντιμακαριακών στοιχείων που πανηγύριζαν απειλώντας τους πάντες και τα πάντα ότι πλησιάζουν οι μέρες μας; Το φιάσκο των συνομιλιών του Εβρου; Τις αποκρουστικές και προσβλητικές θεωρίες Παπαδόπουλου περί πόρνης για την οποία δεν αξίζει να τσακώνονται οι δυο εραστές της, αφού μπορούν να τη μοιράζονται; Τα γεγονότα της Κοφίνου και την επακόλουθη συμφωνία, με αποκορύφωμα την εθνική ταπείνωση της απόσυρσης της Ελληνικής Μεραρχίας, την οποία θεωρούσε μαχαιριά στα σπλάχνα μας, αφήνοντας την Κύπρο εκτεθειμένη και απροστάτευτη;

Ηταν για μένα ολοφάνερο, ότι λειτούργησε μεταξύ τους μια ζεστή επικοινωνία και συμπάθεια, που ξύπνησε μέσα τους και τη σπίθα της αγωνιστικής φλέβας που τους χαρακτήριζε, αφού ο Γιωρκάτζης έβλεπε μπροστά του άνθρωπο αποφασισμένο, άνθρωπο με περιεχόμενο, ενδιαφέροντα και αναζητήσεις και όχι όπως τον παρουσίαζαν οι πληροφορίες της χούντας. Και δεν έχω αμφιβολία ότι τα αμοιβαία αισθήματα που ξεπήδησαν από αυτή τη συνάντηση και τη γνωριμία, σηματοδότησαν οπωσδήποτε τις μεταγενέστερες εξελίξεις και τη συνεργασία τους. Είναι αρκετά αποκαλυπτικά τα πιο κάτω, για να αρκεσθώ μόνο σ αυτά.

Οταν ο Γιωργκάτζης παρέδιδε στον Παναγούλη, χέρι με χέρι, το διαβατήριο, αφού του ευχήθηκε καλό ταξίδι, τον παρακάλεσε να το επιστρέψει μέσω μου μόλις φτάσει στον προορισμό του, γιατί είναι επίσημο έγγραφο και ο τυχόν εντοπισμός του θα έχει συνέπειες, δημιουργώντας προβλήματα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Και ο Αλέκος αφού τον ευχαρίστησε, του ανάφερε.

“Κύριε υπουργέ, όπως εσείς υπήρξατε ειλικρινής μαζί μου, έτσι και γω θα είμαι ειλικρινής μαζί σας και σας λέω ότι δεν θα το επιστρέψω, γιατί αυτό για μένα σημαίνει πολλά”.

Η αντίδραση και απάντηση του Γιωρκάτζη ήταν απλώς η σιωπή.

Και δεν έμεινε μέχρι εδώ, αλλά προχώρησε υποδεικνύοντας τρόπους για να μη γίνει αντιληπτός και ενδιαφέρθηκε να βρίσκεται και ο ίδιος στο αεροδρόμιο για να επιβλέψει προσωπικά την ασφαλή αναχώρησή του, όπως και έγινε.

Ο Αλέκος μόλις έφτασε στον προορισμό του και κουβέντιασε με τους συνεργάτες του, μου έστειλε αμέσως μήνυμα στο οποίο με ενημέρωνε για την κατάσταση και με καλούσε να μεταβώ επειγόντως στη Ρώμη για συνεννοήσεις, γεγονός που έπραξα.

Εκεί, μετά από πολλούς προβληματισμούς και συζητήσεις, κατελήξαμε στη δημιουργία ένοπλου κινήματος εναντίον της χούντας, ιδρύοντας προς τούτο την Ελληνική Αντίσταση και καθορίζοντας τους τρόπους και το πλαίσιο της ένοπλης δράσης της.

Την προμήθεια οπλισμού και εκπαίδευση στελεχών θα προσπαθούσαμε να εξασφαλίσουμε από την Κύπρο και γι αυτό μου ανατέθηκε και ανέλαβα την αποστολή βολιδοσκόπησης του Γιωρκάτζη.

Ομολογώ ότι δεν αντιμετώπισα δυσκολίες, γιατί ο Γιωρκάτζης ένιωθε τόσο απογοητευμένος από τους Συνταγματάρχες που συμφωνούσε ότι θα έπρεπε να απομακρυνθούν, να “ξεκουμπιστούν” όπως χαρακτηριστικά έλεγε, γιατί τους θεωρούσε πλέον απρόβλεπτους και επικίνδυνους. Ετσι ανταποκρίθηκε πρόθυμος και διατεθειμένος να βοηθήσει. Η μόνη του επιφύλαξη ήταν κατά πόσο πρόκειται για σοβαρή προσπάθεια, έχοντας υπόψη ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έγιναν σοβαρές προσπάθειες ένοπλης αντίστασης, πράγμα που συνεννοηθήκαμε να κουβεντιάσει ο ίδιος με τους ηγέτες του κινήματος.

Στο ενημερωτικό μήνυμα που έστειλα στους συναγωνιστές στη Ρώμη, τόνιζα μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σχετικά.

“Συμφωνεί απόλυτα με σχέδια όπως τα συζητήσαμε εκεί... Απεδέχθη να βοηθήσει μέσα στα πλαίσια δυνατοτήτων και πλήρους μυστικότητας... Διαπίστωση ελλείψεως σοβαρότητας διʼ αντιμετώπισιν καταστάσεως, ανευθυνότης και σύγχισις τον φοβίζουν για πλέον ενεργόν ανάμειξιν. Ενδεχόμενο διαρροής πληροφοριών και αποκαλύψεων δημιουργούν έλλειψιν εμπιστοσύνης. Εξαρτάται από σας να του αποδείξετε το εναντίον. Είναι πολύτιμη πηγή και πρέπει να διαφυλαχθεί με πολλή προσοχή”.

Ετσι, από την Κύπρο εξασφαλίσαμε την πιο σημαντική πηγή βοήθειας, από τον ίδιο τον υπουργό Εσωτερικών και Αμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, που εθεωρείτο και ο πανίσχυρος άνδρας που κρατούσε στα χέρια του τον έλεγχο της εσωτερικής κατάστασης.

Από εκείνη τη στιγμή τα πράγματα άρχισαν να κινούνται με τέτοια ταχύτητα, που κατά τη γνώμη μου δεν άφηναν τα κατάλληλα περιθώρια για σωστή προετοιμασία.

Στις 8.5.68 πραγματοποιήθηκε η πρώτη μυστική συνάντηση Γιωρκάτζη-Παναγούλη-Νικολαΐδη στο Παρίσι. Επιστρέφοντας μου ανακοίνωσε ότι υποσχέθηκε να βοηθήσει. Τούτο στήριζε στην αποφασιστικότητα του Παναγούλη να αναλάβει την ευθύνη του ένοπλου κινήματος και την πολιτική σοβαρότητα του Νικολαΐδη, μέσω του οποίου όπως μου ανάφερε, όταν θα αλλάξουν τα πράγματα, θα μπορούσαμε να καθιερώσουμε μια πολύ καλή επικοινωνία και συνεργασία. Το ίδιο επανέλαβε και στον υπεύθυνο για την ασφάλειά τους όταν αργότερα ήρθαν στην Κύπρο, λέγοντάς του “Πρόσεχε, γιατί μαζί του βρίσκεται και σημαντικό πολιτικό πρόσωπο”.

Κατόπιν τούτου ριχτήκαμε όλοι πλέον επί τω έργω, αναλαμβάνοντας ο καθένας το ρόλο και τις ευθύνες του.

Προσωπικά, είχα την ευθύνη του Συνδέσμου ή επί το ακριβέστερο του συντονιστή για τις συνεννοήσεις μεταξύ Λευκωσίας-Ρώμης-Αθήνας. Επίσης την καθοδήγηση της οργάνωσης πυρήνων Νεολαίας στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις που ανατέθηκε στον Στάθη Παναγούλη και άρχισα ήδη να στέλλω σχετικές οδηγίες. Αρχισα ακόμη να στέλλω ενημερωτικά φυλλάδια για εκρηκτικά.
 

Β μέρος (τελευταίο)

 

Στις 14.5.68 ο Παναγούλης φτάνει στη Ρόδο και από εκεί στις 15 στην Αθήνα, αρχίζοντας τη συγκρότηση της οργάνωσης του Κινήματος, φορτωμένος με όλο το βάρος της ευθύνης αυτής της φιλόδοξης προσπάθειας.

Μεταξύ 20-22 Μαΐου πραγματοποιούνται δύο ακόμη συναντήσεις Παναγούλη-Γιωρκάτζη στην Αθήνα.

Αρχές Ιουνίου μας στέλλουν τον συναγωνιστή Μάριο τον οποίο φιλοξενήσαμε και εκπαιδεύσαμε στην Κύπρο.

Εν τω μεταξύ ο Παναγούλης αντιμετωπίζει δυσκολίες και προβλήματα και γιʼ αυτό στις 8.6.68 εγκαταλείπει την Αθήνα και μεταβαίνει στη Ρώμη.

Μας ζητούν να διευθετήσουμε την κάθοδό τους στην Κύπρο για περαιτέρω συνεννοήσεις. Στις 29.6.68 Παναγούλης και Νικολαΐδης καταφθάνουν στην Κύπρο και φροντίζουμε για την ασφαλή παραλαβή και τη φιλοξενία τους υπό την προστασία έμπιστων συνεργατών.

Από τις συζητήσεις που έγιναν, ήταν πια σαφές, ότι στήριζαν πλέον την όλη προσπάθεια στην αποκλειστική βοήθεια και κάλυψη του Γιωρκάτζη, αφού ό,τι τους υποσχέθηκαν άλλοι από την Ευρώπη έμεινε χωρίς αντίκρυσμα. Ο Γιωρκάτζης τούς επιβεβαίωσε και πάλι την προθυμία του να βοηθήσει σε ό,τι χρειάζονται.

Συζητώντας τους διάφορους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να αποστείλουμε τον απαραίτητο οπλισμό για τις ανάγκες του Κινήματος, ο Παναγούλης έριξε και την ιδέα του διπλωματικού σάκκου, στην οποία και επέμενε. Παρά τις επιφυλάξεις μου ο Γιωρκάτζης τελικά συγκατένευσε και γιʼ αυτό τους έδωσα και το παραπλανητικό όνομα του παραλήπτη. Οταν αργότερα τον ρώτησα γιατί δέχτηκε, μου έδωσε την εξήγησή του, από την οποία φαινόταν ότι αφού αναμείχθηκε ήταν αποφασισμένος να διακινδυνεύσει τα πάντα.

Ενώ ο Νικολαΐδης έφυγε, ο Παναγούλης παρέμεινε στην Κύπρο μέχρι τις 11.7.68 για σύντομη εκπαίδευση και μάλιστα κατά την αναχώρησή του διακινδύνευσε παίρνοντας μαζί του δύο περίστροφα και διάφορα εκρηκτικά.

Στις 17.7.68 ο Παναγούλης φτάνει και πάλι στην Αθήνα.

Τέλος Ιουλίου και αρχές Αυγούστου άρχισε η αποστολή των δεμάτων με το διπλωματικό σάκκο. Ενα κάθε βδομάδα. Τον διπλωματικό σάκκο άνοιγε η υπάλληλος της Κυπριακής Πρεσβείας Νένα Αλεξάκη και παρέδιδε τα δέματα στον Λεκανίδη Ν. εκπρόσωπο του Α. Παναγούλη.

Εν τω μεταξύ αρχίσαμε να προγραμματίζουμε τις αποστολές των ποσοτήτων οπλισμού που θα εκάλυπταν τις ανάγκες του Κινήματος στο πλαίσιο του σχεδίου και του χρονοδιαγράμματος που θέσαμε.

Η πρώτη μεγάλη αποστολή με το πρώτο φορτίο, από 20 όπλα, ελαφρά αυτόματα, περίστροφα και πιστόλια και μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών, κρυμμένα από ειδικούς στο μερσεντές του Κλεάνθη Ναύτη, θα αναχωρούσαν από την Κύπρο στις 13.8.68 με το πλοίο “Αφροδίτη” και θα έφθαναν στον Πειραιά στις 15.8.68. Προς τούτο έστειλα και το σχετικό μήνυμα, το οποίο ελήφθη.

Ομως την ίδια μέρα μας πρόλαβαν τα γεγονότα και μόλις καταφέραμε να κρατήσουμε το αυτοκίνητο προτού φορτωθεί το πλοίο, για να την πληρώσει αργότερα ο πρόξενός μας στην Αθήνα, του οποίου ζητήθηκε η ανάκληση επειδή το μερσεντές του ταξίδεψε με το ίδιο πλοίο, χωρίς ο άνθρωπος να έχει ιδέα.

Σε αυτό το σημείο νιώθω την ανάγκη να ξεκαθαρίσω κάποια βασικά πράγματα από χρέος στην ιστορική αλήθεια.

Η απόφαση της δημιουργίας του ένοπλου Κινήματος της Ελληνικής Αντίστασης εναντίον της χούντας, δεν λήφθηκε ούτε στην Κύπρο, ούτε στη Ελλάδα, αλλά στη Ρώμη, τον Φεβρουάριο του 1968, όπως ανέφερα προηγούμενα, με πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Παναγούλη και μικρής ομάδας αξιόλογων συνεργατών του, μεταξύ τούτων και ο υποφαινόμενος (Παναγούλης, Νικολαΐδης, Αργυρόπουλος, Φιλιππακόπουλος, Στάθης, Παναγιώτου).

Θα εβασίζετο σε οργανωμένο σχέδιο με καθορισμένο πλαίσιο ένοπλης δράσης που θα περιλάμβανε.

Δολιοφθορές, ανατινάξεις και καταδρομικές αιφνιδιαστικές επιθέσιες εναντίον επιλεγμένων στόχων και άλλες δυναμικές δραστηριότητες, όπως επίσης εκτελέσεις εναντίον στελεχών της χούντας, σεσημασμένων βασανιστών και γνωστών συνεργατών τους, με επιδίωξη:

Την ενίσχυση των πολιτικών πιέσεων του εξωτερικού και ιδιαίτερα της Ευρώπης, η οποία άρχισε να δυσανασχετεί ελλείψει σοβαρής αντίστασης στο εσωτερικό. Να αποδείξουμε ότι η χούντα δεν είναι άτρωτη. Να προκαλέσουμε κλίμα ανασφάλειας και αμφισβήτησης της χούντας, ακόμη και μεταξύ των ίδιων.

Να ενθαρρύνουμε και άλλες δυνάμεις να βγουν δυναμικά στο προσκήνιο. Να προκαλέσουμε τη δυναμική που θα καλλιεργούσε και δημιουργούσε τις κατάλληλες συνθήκες για να βγει άφοβα ο κόσμος στους δρόμους με μαζικές και δυναμικές κινητοποιήσεις, μη αποκλείοντας ακόμη και την εξέγερση στρατιωτικών μονάδων, με τελικό σκοπό την ανατροπή της χούντας.

Αποκλείσαμε με αυστηρότητα τα τυφλά χτυπήματα με αθώα θύματα.

Θα ξεκινούσαμε πρώτα από την Αθήνα και Πειραιά και θα προχωρούσαμε στη συνέχεια στις άλλες μεγάλες πόλεις και περιοχές της Ελλάδας. Θα προσπαθούσαμε επίσης να οργανώσουμε πυρήνες Νεολαίας στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, που θα αξιοποιούσαμε ανάλογα με τις εξελίξεις.

Η πρώτη φάση θα είχε χρονοδιάγραμμα 6 μηνών, οπότε ανάλογα με τις εξελίξεις θα επανεκτιμούσαμε την κατάσταση.

Τη γενική ευθύνη για την πολιτική αξιοποίηση της δράσης του Κινήματος και ο,τιδήποτε άλλο θα μπορούσε να εξασφαλισθεί από την Ευρώπη είχε ο Ν. Νικολαΐδης με τους συνεργάτες του στη Ρώμη.

Αρχηγός του Κινήματος της Ελληνικής Αντίστασης ήταν ο Αλέξανδρος Παναγούλης και κανένας άλλος, ο οποίος είχε και την ευθύνη αξιολόγησης και επιλογής των στόχων και της προετοιμασίας διεξαγωγής των επιχειρήσεων.

Η έναρξη δράσης του Κινήματος θα έπρεπε να ήταν εντυπωσιακή, ώστε να δημιουργήσει την κατάλληλη δυναμική για τη συνέχεια και θα περιελάμβανε σωρεία εκρήξεων εναντίον επιλεγμένων στόχων και αν μπορούσε την εκτέλεση κάποιου στελέχους της χούντας.

Και είναι αυτό ακριβώς το σχέδιο που προσπάθησε και επεχείρησε να εφαρμόσει ο Παναγούλης, για το ξεκίνημα, συνεπής στις συνεννοήσεις μας, εντοπίζοντας μάλιστα ότι πέραν των εκρήξεων, ο στόχος κατά στελέχους της χούντας να είναι ο ίδιος ο Παπαδόπουλος.

Επομένως η επιχείρηση της 13ης Αυγούστου δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο γεγονός απόπειρας δολοφονίας του Παπαδόπουλου, όπως επεκράτησε να λέγεται, αλλά θα ήταν απλώς η έναρξη του ένοπλου Κινήματος της ελληνικής Αντίστασης με προοπτική να συνεχίσει σύμφωνα με το σχέδιο και το πρόγραμμα. Γι αυτό εξάλλου θα αρχίζαμε να αποστέλλουμε τις ποσότητες οπλισμού, άλλως δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να το πράξουμε.

Ομως, η επιχείρηση απέτυχε, κατά τη γνώμη μου και λόγω απειρίας και λόγω βιασύνης, χωρίς περιθώρια για συνέχεια, με όλα τα γνωστά επακόλουθα και για τον ίδιο τον Αλέκο και τους συνεργάτες του, (Κλωνιζάκης, Λεκανίδης, Γιώτας, Βεριβάκης, κ.α.) αλλά και για μας τους συναγωνιστές του στην Κύπρο, που μπήκαμε πλέον ως πρώτοι στόχοι για εκτέλεση στον κατάλογο των κατευθυνόμενων παράνομων οργανώσεων και ομάδων. Ιδιαίτερα για τον Γιωρκάτζη με την απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση και την κατάληξη της στυγερής του δολοφονίας, μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατά του Μακάριου τον Μάρτιο 1970, στην οποία δυστυχώς διέπραξε το σφάλμα να έχει συνδρομή και ο ίδιος, γι αυτό και έφυγε στιγματισμένος.

Τόνισα και άλλες φορές επί τούτου. Εξηγήσεις μπορεί να υπάρχουν, όχι όμως και δικαιολογητικό. Γιατί όσα κι αν μεσολάβησαν και δυστυχώς ήσαν πολλά, όσες πικρίες και καχυποψίες κι αν συσσωρεύτηκαν, ό,τι και να συνέβαινε, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να ενδώσει στην ασφυκτική πολιορκία που του άσκησαν εν όψει της απόπειρας οι πρωταγωνιστές της ως εντολοδόχοι των εμπνευστών της για να εμπλέξουν σε αυτή και τον ίδιο, με την ψευδαίσθηση ότι θα του τη χάριζαν, ενώ αυτοί αδίστακτοι όπως ήταν, προχώρησαν αμέσως στην άγρια δολοφονία του, χωρίς μάλιστα έκτοτε να λογοδοτήσουν.

Πέρα όμως απ αυτό, είναι γενικά παραδεκτό, ότι η απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση και το περιβάλλον της εξουσίας κατ απαίτηση της χούντας και τα εκβιαστικά τελεσίγραφα, είχε και γενικότερες επιπτώσεις, γιατί έφυγε πλέον από τη μέση ο ισχυρός κρίκος που κρατούσε τον έλεγχο της εσωτερικής κατάστασης, με αποτέλεσμα η χούντα να προχωρεί ακάθεκτη στην άλωση του εσωτερικού μετώπου, οι κατευθυνόμενες παράνομες οργανώσεις και ομάδες να οργιάζουν με τις εγκληματικές τους δραστηριότητες και η εσωτερική κατάσταση να μη διαθέτει τη συνοχή και ενότητα των δυνάμεων και παραγόντων εκείνων που αποτελούσαν την ασπίδα προστασίας έναντι των κινδύνων που παραμόνευαν. Και αυτό ήταν ευθύνη και μεγάλη αποτυχία του νέου περιβάλλοντος εξουσίας που προέκυψε.

Θα πρέπει ασφαλώς να γίνεται κατανοητό, ότι η αποτυχία της επιχείρησης της 13ης Αυγούστου δεν μπορεί να μειώσει, ούτε την αξία και τη σημασία της προσπάθειας, ούτε και τον ίδιο τον Αλέκο. Γιατί και μόνο η απόφαση ανάληψης της ευθύνης του ένοπλου Κινήματος και της διενέργειας τέτοιας επιχείρησης, διακινδυνεύοντας τα πάντα, είναι αρκετά για να καταδείξουν το μέγεθος της δύναμης που χρειάζεται, του θάρρους και της τόλμης, της παλληκαριάς και αποφασιστικότητας. Και ο Αλέξανδρος Παναγούλης τα είχε αυτά μέσα του, γι αυτό τόλμησε και μάλιστα επιλέγοντας από την αρχή την αναμέτρησή του με τον ίδιο τον αρχηγό της χούντας, τον ηγέτη της δικτατορίας, γεγονός που έδινε ευρύτερη διάσταση στην επιχείρηση λόγω της σημασίας του στόχου και του συμβολισμού της.Εξάλλου τέτοιες ριψοκίνδυνες προσπάθειες, έχουν πάντα και το ρίσκο της αποτυχίας, όσο πεπειραμένος κι αν είναι ο μαχητής τους.

Κι όμως ο Παναγούλης δεν σταμάτησε μέχρι εδώ. Επιστρατεύοντας τα μεγάλα ψυχικά αποθέματα δύναμης που έκρυβε μέσα του, τέντωσε και πάλι το ανάστημά του για μια νέα αρχή, καινούργιο ξεκίνημα αντίστασης και αγώνα με τη δική του προσωπική σφραγίδα και τον μοναχικό του τρόπο.

Μέσα από τα φρικτά βασανιστήρια, τη δίκη και την ιστορική του απολογία, την καταδίκη του σε θάνατο, τα διατάγματα εκτέλεσής του και την άρνησή του να ζητήσει χάρη, τις απεργίες πείνας και τις δραπετεύσεις του, τροφοδοτώντας το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Και μέσα από όλο αυτό το μαρτύριο μας αποκάλυψε και μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή των χαρισμάτων του, την καθαρά πνευματική και συναισθηματική με την εξαίρετη ποίηση που μας χάρισε.

Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να πούμε, ότι από τη σύλληψή του και ύστερα, ο αντιδικτατορικός αγώνας, με εξαίρεση τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, διεξαγόταν στο όνομά του.

Γιʼ αυτό και δίκαια χαρακτηρίστηκε και καταξιώθηκε στη συνείδηση των ανθρώπων ως σύμβολο Αντίστασης και Δημοκρατίας.

Ανέφερε μεταξύ άλλων στην απολογία του: “Δεν έχει σημασία ότι εμείς αποτύχαμεν. Αλλοι έρχονται μετά από εμάς. Θα ανατραπεί η κατάσταση δια της βίας. Αλλη οδός δεν υπάρχει. Ο αγών χρειάζεται προσπαθείας”.

Δυστυχώς, όμως, μετά τον Παναγούλη δεν βρέθηκαν άλλοι θαρραλέοι να αποτολμήσουν την ένοπλη αναμέτρηση με τη χούντα, μέχρι που τελικά η Κύπρος υπήρξε και πάλι το τραγικό θύμα, πληρώνοντας το ακριβό τίμημα.

Με τις καταραμένες και εφιαλτικές αποφράδες εκείνες μέρες του Ιουλίου του 1974, με το εγκληματικό και προδοτικό χουντικό πραξικόπημα στην Κύπρο, που άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στην τούρκικη εισβολή και κατοχή. Ενα αποτρόπαιο ιστορικό έγκλημα με το οποίο σήμαινε και το τέλος της επαίσχυντης δικτατορίας και την πτώση της χούντας, με την αυτοδιάλυση και εξαφάνισή της, κάτω από το βάρος της ενοχής της κυπριακής τραγωδίας.

Τη στιγμή που ο ελληνικός λαός πανηγύριζε την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η Κύπρος μετρούσε τις πληγές της για τη μεγάλη εθνική συμφορά και την απερίγραπτη ανθρώπινη τραγωδία.

Η μισή πατρίδα υπόδουλη, ο μισός πληθυσμός πρόσφυγες, το κάθε σπίτι μαυροφορεμένο, για να κλαίει ακόμη το νεκρό του, να αναζητά τον αγνοούμενο και να ανησυχεί για τον εγκλωβισμένο. Και το χειρότερο η επιβίωσή μας στην ίδια μας την πατρίδα μπήκε κάτω από σοβαρή αμφισβήτηση και ο κίνδυνος του ολοκληρωτικού αφανισμού πλανάται καθημερινά στις σκέψεις μας και τα βλέμματα των παιδιών μας.

Ο,τι καταφέραμε να χτίσουμε με τόσους αγώνες και θυσίες, χάθηκαν σε μια στιγμή, τα πήρε μαζί της η θλιβερή εφτάχρονη δικτατορία των Συνταγματαρχών, εξανεμίζοντας τόσες δυνατότητες και προοπτικές, τόσα όνειρα κι ελπίδες. Και η ευθύνη μάς βαρύνει ως λαό και ως έθνος.

Και ενώ ακόμη οι πληγές αιμορραγούσαν από το δράμα της εθνικής συμφοράς και του ανθρώπινου πόνου, χάσαμε δυστυχώς τόσο νωρίς και τον Αλέκο, τον οποίο ώριμο και δυναμικό πλέον πολιτευτή, προορίζαμε ως εκφραστή των κυπριακών θέσεων και διεκδικήσεων στον ελληνικό και ευρωπαϊκό χώρο.

Φίλε Αλέκο, όπου κι αν βρίσκεσαι, απ όπου κι αν μας παρακολουθείς, μη παραλείπεις να μας στέλλεις τις ευχές και τις ευλογίες σου για καλύτερες μέρες, γιατί τις έχουμε τόση ανάγκη σ αυτές τις δύσκολες στιγμές της σκληρής μας δοκιμασίας, για να παίρνουμε λίγο κουράγιο, δύναμη και θάρρος, πίστη, ελπίδα.

Με τους συναγωνιστικούς μας χαιρετισμούς

Αιωνία σου η μνήμη”.

* Ομιλία στα ΠΑΝΑΓΟΥΛΕΙΑ 2010 του Δήμου Αγ. Δημητρίου Αττικής, την 16/05/2010

 

Ανδρέας Παναγιώτου
 
Κατάγεται από το χωριό Φιλιά-Μόρφου που βρίσκεται από το 1974 υπό τούρκικη κατοχή. Μαθητής ακόμα ήταν από τα πρώτα μέλη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ εναντίον των Αγγλων. Από τους υπεύθυνους της οργάνωσης Νεολαίας της ΕΟΚΑ και στη συνέχεια μέλος της εκτελεστικής ομάδας Λευκωσίας με τους αείμνηστους συναγωνιστές Μιχαλάκη Καραολή, Μιχαήλ Γιωργάλλα και Πολύκαρπο Γιωρκάτζη. Σεπτέμβρη του 1955 συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση. Το 1956 δραπέτευσε από τις κεντρικές φυλακές Λευκωσίας και επικηρύχθηκε ως καταζητούμενο επ αμοιβή πρόσωπο. Υπηρέτησε αντάρτης στα βουνά του Πενταδάκτυλου της επ. Κερύνειας ως υπεύθυνος περιοχής μέχρι το τέλος του αγώνα. Είχαν επίσης συλληφθεί τυχαία στον Καραβά μαζί με τον αείμνηστο Κυριάκο Μάτση και κατάφεραν και πάλι να δραπετεύσουν και διαφύγουν της ένοπλης καταδίωξης τους. Στα φοιτητικά χρόνια αναμείχθηκε ενεργά στα φοιτητικά κινήματα και διετέλεσε πρόεδρος της Εθνικής Φοιτητικής Ενωσης Κυπρίων Αθήνας, ιδρυτής και πρόεδρος της Ομοσπονδίας των Φοιτητικών Ενώσεων Κύπρου και μέλος διαφόρων περιφερειακών και διεθνών οργανώσεων. Κατά την Τουρκανταρσία του 1963-64 κατετάγη εθελοντικά και υπηρέτησε ως διοικητής λόχου της Εθνικής Φρουράς.

Πρωτοστάτησε αμέσως κατά του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα και ήταν από τους ιδρυτές και μέλος της Επιτροπής Αποκατάστασης της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Συμμετείχε στην προετοιμασία του ενόπλου κινήματος της Ελληνικής Αντίστασης του αείμνηστου Αλέξανδρου Παναγούλη με την βοήθεια του τότε υπουργού Εσωτερικών και Αμυνας της Κύπρου, αείμνηστου Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Κατά την τούρκικη εισβολή του 1974 αναμείχθηκε σε πολλές αντικατοχικές οργανώσεις, προωθώντας τις μαχητικές αντικατοχικές εκδηλώσεις. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αξιωματούχος της Ενωσης Κέντρου στην Κύπρο και εξελέγη βουλευτής στις εκλογές του 1985. Από το 1991 αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική και κομματική δράση. Είναι δικηγόρος στη Λευκωσία και υπήρξε μέλος του Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας.