ποταμός "Καίρατος" στην Κνωσό

ΚΝΩΣΟΣ  ΚΡΗΤΗ - kairatos river - KNOSSOS  CRETE

 

Εφημεριδα ΠΑΤΡΙΣ , Ηρακλειου Κρήτης , 27/2/2007

H αυτοκτονία μιας νέας από τη Σύμη Βιάννου για να αποφύγει την ατίμωση από τους Τούρκους το 1867

 

Του Δρ. Μανώλη Δετοράκη

Απερίγραπτες φρικαλεότητες σε βάρος του άμαχου πληθυσμού και βέβαια των συλλαμβανομένων αγωνιστών εκ μέρους των στιφών του Ομέρ πασά, μπορεί κανείς να διαβάσει στις επίσημες προξενικές εκθέσεις της εποχής.

Οι περισσότερες από αυτές παραμένουν αδημοσίευτες.

Γεγονότα όπως τα παραπάνω, ενέπνευσαν αρκετούς ποιητές και πεζογράφους, ντόπιους και ξένους, και έστρεψαν το βλέμμα των απανταχού φιλανθρώπων στην αγωνιζόμενη Κρήτη


Αναδιφώντας τα αρχεία της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας που αναφέρονται στα πολεμικά γεγονότα και στις τραγικές συνέπειες τους στον άμαχο πληθυσμό κατά τη μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866-9, συνάντησα και την παρακάτω αναφορά τριών επώνυμων αγωνιστών προς την Κεντρική επί των Κρητικών Επιτροπή των Αθηνών.

Υπογράφεται από τους Α. Μήτσα και Γ. Ζήκο, αρχηγούς εθελοντικών σωμάτων και από το γιατρό και αγωνιστή Απόστολο Τυλλιανάκη από το Αβδού Πεδιάδος:

24 Ιουνίου 1867.

Δεν δυνάμεθα να ζωγραφίσωμεν με τα ανήκοντα απαίσια χρώματα, την θηριωδίαν και βαρβαρότητα στρατού τακτικού διοικουμένου υπό αρχηγών και αξιωματικών ανατραφέντων και σπουδασάντων εν Ευρώπη και ανηκόντων εις έθνος το οποίον ευρίσκει συμπάθειαν εκ καρδίας των πολιτισμένων Ευρωπαίων...όχι! Ουδʼ εκείνοι που καλούνται άγριοι και ανθρωποφάγοι δεν εφέροντο τοιουτοτρόπως, ως ο Αυτοκρατορικός στρατός της προσφιλούς και ισχυράς δυνάμεως της Τουρκίας, τις ποτέ! δύναται να φαντασθή ότι τακτικός στρατός διήρχετο εκδικούμενος κατά των εκκλησιών καίων και υβρίζων αυτάς, πυρπολών χωρία ολόκληρα, σφάζων ανηλεώς αθώα βρέφη, αδυνάτους γυναίκας και γέροντας και ατιμάζων κτηνωδώς αθώας παρθένους, εις τας οποίας δεν ευρίσκει αντίστασιν θανατηφόρον. Μεταξύ των πολλών χωρίων, δύο διακρίνονται επί τελεία κατεταφίσει, της επαρχίας Ρίζου. Η Επάνω και η Κάτω Σύμη. Ουδέ λίθον επί λίθου ο βάρβαρος αγαρηνός άφησεν και πάντα τα ευρεθέντα εντός αυτών ζώα, άλλα μεν ήρπασεν, άλλα δε κατέσφαξε διασπείρας ταύτα καθʼόλας τας οδούς των χωρίων, εις όσα δε χωρία διήλθε τριών επαρχιών, αφού έκαμε ότι η απανθρωπία και κτηνωδία τω υπηγόρευσεν, δεν άφησεν εις τους δυστυχείς αυτών κατοίκους, ουδέ τροφήν, ουδέ ζώον ακόμη, εμπορευόμενος ταύτα, αποκαλών τα λάφυρα. Ημίονον επώλησαν αντί 7 γροσίων (συνήθης τιμή 200-250 γρ. διευκρίνιση δική μου) και άλλα διάφορα εις ευτελεστάτας τιμάς διότι ησχύνοντο να τα μεταφέρουν εντός των φρουρίων, ίνα μη γίνωσιν ορατά παρά τοις αντιπροσώποις των Δυνάμεων.

Μεταξύ των τραγικών τούτων δραμάτων, εν θα σας περιγράψω. Κόρη τις δεκαοκταετής, εκ του χωρίου Επάνω Σύμη, Μαρία Πανακοπούλα ονομάζομενη, Ελληνίς πράγματι και κατά τον χαρακτήρα και την ωραιότητα, μόλις είδεν την εισήλασιν των Τούρκων εις την επαρχίαν, έτρεξεν εις τα όρη μετά των γονέων της φέρουσα μεθʼαυτής το πολυτιμότερον όπερ μόνον της έμενεν εξʼ όσων είχεν!.... την τιμή της. Αλλα δυστυχώς μη δυνηθέντες ημείς ένεκεν του αριθμού μας επί πολύ να υπερασπισθώμεν την επαρχίας ταύτην, και υποχωρήσαντες, κατέστη κύριος ο βάρβαρος αγαρηνός των θέσεών μας, και οι μεν εξ αυτών επεδόθησαν εις εμπρησμούς, οι δε εις σφαγάς και οι άλλοι εις ατιμώσεις, η νέα βλέπουσα ότι και εις τα όρη ήτο επικίνδυνος, έκαμε σταθεράν την απόφασιν να μη παραδοθή εις χείρας των ζώσα, και ότε είδε επʼαυτής ριπτομένους δεκάδας Τούρκων βαθμοφόρων, αφού αντέστη επί πολύ ρίπτουσα κατʼαυτών πέτρας και ό,τι ηδύνατο, έπειτα υψώσασα βλέμμα παρακλητικόν προς τον ουρανόν ετραύλισε, Σώσον Θεέ μου τας επιλοίπους αίτινες θα ευρεθώσιν ολιγώτερον αποφασιστικαί εμού! και ορμήσασα εις βράχον ακαταλογίστου ύψους εφώνησεν, έλθετε άτιμοι δειλοί Τούρκοι, οίτινες μη δυνάμενοι να εκδικηθείτε κατά των ενόπλων γενναίων αδελφών μας επιτίθεσθε καθʼημών των αδυνάτων παρθένων, και ενώ ητοιμάζετο χειρ βάρβαρος να την βαστάξη, αύτη μη θέλουσα ούτε καν να την εγγίση, ερρίφθη κάτωθεν του βράχου, φέρουσα μεθʼεαυτής την άσπιλον παρθενικήν ψυχήν της... Μη νομίσητε ότι και ενταύθα Σουλιώτιδας δεν τρέφει ο τόπος.

Μη δυνάμενοι επί πολύ να εξακολουθώμεν ταιαύτας τραγικάς διηγήσεις, περιοριζόμεθα εις ταυτα μόνον.

Σας ασπαζόμεθα

Οι γνωστοί σας φίλοι

Α. Μήτσας, Γ. Ζήκος, Απόστολος Τυλλιανάκης”.

(Από το αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, Κρητικά, αριθ. εγγρ. 27658/1867).

Το γεγονός αναφέρει κάπως διαφορετικά και ο αείμνηστος Στέργιος Σπανάκης στο βιβλίο του Πόλεις και χωριά της Κρήτης, τομ. Βʼ σ. 747 “Κατά την επανάσταση του 1866 δύο νεάνιδες από την Κάτω Σύμη, η Μαρία Πανακάκη και η Εργίνα Τσαγκατοπούλα, που τις κυνηγούσαν οι Τούρκοι στρατιώτες, προτίμησαν να πέσουν από τον κρημνό Γκύπο, παρά να παραδοθούν στους διώκτες των...” Την πληροφορία αντλεί από τον Σταυρινίδη (Καπετάν Μιχάλης Κόρακας, σ. 503-4) και εκείνος πάλι από μια έκθεση ωμοτήτων των Τούρκων κατά την επανάσταση του 1866, δημοσιευμένη στον 8ο τόμο των Κρητικών Χρονικών (1954, σ. 38). Η έκθεση αυτή, γραμμένη από ανώνυμο κάλαμο βρέθηκε σε πρωτότυπο χειρόγραφο στα κατάλοιπα του μακαριστού Μητροπολιτη Κρήτης και συγγραφέα Τιμοθέου Βενέρη και αναφέρεται στις ωμότητες των Τούρκων στις ανατολικές επαρχίες της Κρήτης το καλοκαίρι του 1867. Δημοσιεύτηκε στα ΚΧ, από την Κατίνα Τσατσαρωνάκη, ανιψιά όπως γράφει του ιεράρχη. Το σχετικό με το θέμα μας απόσπασμα της έκθεσης έχει ως εξής: “Μετά την εν Λαπάθω μάχην, της 21 Ιουνίου οι Τούρκοι επέπεσον ως άγριοι λύκοι κατά των εις τα πλησίον όρη διεσπαρμένων οικογενειών. Και άλλαι μεν εξ αυτών εγυμνούντο, άλλων δε τα βρέφη αρπαζόμενα από τας μητρικάς αγκάλας εφονεύοντο και άλλαι παρεδίδοντο εις ατιμίαν. Δυο νεάνιδες εκ του χωρίου Σύμη, η Μαρία Μ. Πανακοπούλα και η Εργίνα Τσαγκατοπούλα διωκόμεναι από τους βαρβάρους Τούρκους στρατιώτας εκρημνίσθησαν από τον κρημνόν “Γκύπον”, προτιμήσασαι τον θάνατον της αισχράς ατιμίας.

Μετά την αναχώρησιν των Τούρκων ευρέθησαν εις Λάπαθον και τα παρακείμενα μέρη υπέρ τα πενήντα βρέφη από τριών ετών και κατωτέρω, άλλα μεν σφαγμένα, άλλα δε φονευμένα και άλλα κρεουργημένα...”.

Το απόσπασμα αναφέρεται στα συμβάντα τότε στην επαρχία Ρίζου και στο χωριό Σύμη, χωρίς να ορίζει την Άνω ή την Κάτω.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι δύο πηγές συμπίπτουν ως προς το όνομα της Μαρίας Πανακάκη (Πανακοπούλας). Το έγγραφο της Ιστορ.-Εθνολ. Εταιρείας διαφοροποιείται ως προς το χωριό, αναφέροντας ως τόπο καταγωγής της Μαρίας την Ανω Σύμη, ενώ ο Σπανάκης αναφέρει την Κάτω Σύμη και μάλιστα και το τοπωνύμιο του κρημνού. Ομως η Άνω Σύμη αποτελεί οικισμό του Δήμου Ιεράπετρας, η δε Κάτω Σύμη του Δήμου Βιάννου. Επιπλέον ο Σταυρινίδης αναφέρει τη σύγχρονη αυτοκτονία και άλλης κοπέλας, της Εργίνας Τσαγκατοπούλας, αρυόμενος την πληροφορία από το δημοσιευμένο έγγραφο των Κρητικών Χρονικών, που δε διευκρινίζει σε ποια Σύμη αναφέρεται. Ασφαλώς το μείζον θέμα είναι το γεγονός της θυσίας για λόγους τιμής και όχι τόσο του που ακριβώς έλαβε χώρα.

Απερίγραπτες φρικαλεότητες σε βάρος του άμαχου πληθυσμού και βέβαια των συλλαμβανομένων αγωνιστών εκ μέρους των στιφών του Ομέρ πασά, μπορεί κανείς να διαβάσει στις επίσημες προξενικές εκθέσεις της εποχής. Οι περισσότερες από αυτές παραμένουν αδημοσίευτες.

Γεγονότα όπως τα παραπάνω, ενέπνευσαν αρκετούς ποιητές και πεζογράφους, ντόπιους και ξένους και έστρεψαν το βλέμμα των απανταχού φιλανθρώπων στην αγωνιζόμενη Κρήτη.

Ο αείμνηστος συμπολίτης μας Ιωάννης Μ. Δαμβέργης (1862-1938), σημαίνουν νομικός, δημοσιογράφος, εκδότης και συγγραφέας, εξέδωσε το 1898 ένα βιβλίο μικρού σχήματος, με τον τίτλο Οι Κρήτες μου. Το βιβλίο γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα και μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες, ακόμη και στα τουρκικά.

Ανάμεσα στα κεφάλαια που παραθέτει με κομψό ύφος και γλωσσική αρτιότητα, είναι και Η Μάρτυς. Εκεί περιγράφει ένα ανάλογο γεγονός, σʼενα χωριό της Κρήτης που το ονομάζει Μαυροχώρι, λόγω του διάχυτου πένθους των λιγοστών κατοίκων του.

Εδώ η ηρωίδα, που λέγεται Ελενίτσα, είναι μια κοπέλα γύρω στα 25, χλωμή και αδύναμη, ερωτικά αδιάφορη, τόσο που μέχρι τότε κανείς νέος δεν την είχε ζητήσει σε γάμο. Και με τα τότε δεδομένα, η ανύπαντρη των 25, εθεωρείτο ήδη γεροντοκόρη. Η Ελενίτσα ήταν κόρη του Χρυσομάλλη, ενός σεβαστού γέροντα πολέμαρχου, με το θλιβερό προσόν της γνώσης της παρασκευής του μαύρου χρώματος για το διαρκές πένθος του χωριού. Αυτή λοιπόν την ερωτικά αδιάφορη χωρική, έβαλε στόχο ο πασάς για τις ανόσιες ορέξεις του. Ας δώσουμε λοιπόν το λόγο στο συγγραφέα για τα παρακάτω:

“Την Κυριακήν εχόρευσαν και διασκέδασαν όλοι εις το μέγα λευκόν αλώνιον το οποίον έλαμπεν ως συννεφωμένη πανσέληνος, εντος του πρασίνου λειμώνος, του εκτεινομένου κάτω από το χωρίον. Και την Δευτέραν η πεδιάς εγέμισεν από τίγρεις ζητούσας εν θύμα. Την Ελενίτσαν.

Δεν εύρεν άλλην ο πασάς να επιθυμήση; Τόσαι ροδομάγουλοι ακμαίαι κόραι, τόσαι χαριτωμέναι μικροϋπανδρευμέναι εχόρευον εκεί χθες, όταν διήλθε μετά της συνοδείας του...

Ήλθον απλώς δυο κλητήρες του πασά και είπον εις τον Χρυσομάλλην:

Ο αφέντης μας θέλει την κόρην σου.

Το θέλει εκείνο, το πλήρες εντροπής και ατιμώσεως, του οποίου την σημασίαν εκ φήμης μόνον εγνώριζεν ο γέρων, ράπισμα αν ήτο επί της παρειάς του, δεν θα τον εντρόπιαζε και εξώργιζε και εξηγρίωνε τόσον.

Αντί πάσης απαντήσεως ήρπασε ένα κοντόξυλο εκεί ευρισκόμενον και καταδίωξε τους διαγγελείς του πασά μέχρι της αρχής του κατηφόρου. Οταν όμως επέστρεφε και είδε τους ερχομένους να τον ρωτήσουν τι συνέβη, να τον μαλώσουν ίσως δια τον κακόν τρόπον του, τότε εσκέφθη πόσον βαρέως θα εξεδικείτο δια την άρνησιν και την ύβριν ο πασάς, τότε ο λέων της άλλοτε και πολιός τώρα πρεσβύτης, έχασε το θάρρος του και είπε κινών βαρέως την κεφαλήν του:

-Πάει το χωριό...

Δεν έχασαν όμως το θάρρος των και οι άλλοι χωρικοί. Αυτοί είχον υιούς να οπλίσουν και νʼαντισταθούν εν ώρα ανάγκης. Όταν ο Χρυσομάλλης επανέλαβεν εις αυτούς την διαταγήν του πασά και εξεδήλωσε τους φόβους του.

-Ας έλθη να την πάρει, είπαν όλοι μαζί...”.

Ηταν μια άλλη θαρραλέα διατύπωση του Λακωνικού, Μολών λαβέ.

Ακολούθησε η συγκέντρωση πολυάριθμων Τούρκων ενόπλων και η απειλητική ανηφορική τους πορεία προς το χωριό. Οι χωρικοί αποσύρθηκαν στα ψηλότερα μέρη, στους απόκρημνους βράχους, αλλά κάποτε έφτασαν κι εκεί οι εχθροί, οπότε ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:



“-Τι θέλετε, ηρώτησεν ως από βήματος ο πρεσβύτερος των χωρικών.

Την κόρη του Χρυσομάλλη θέλει ο πασάς! απήντησαν οι κάτωθεν.

- Πόσα πουγγιά θέλετε να πάτε στο καλό;

Εις την τοιαύτην ερώτησιν οι εχθροί δεν εγνώριζον τι νʼαποκριθούν. Έστρεψαν πάντες το βλέμμα προς τον πασάν.

- Πόσα πουγγιά την δίνετε; απεκρίθη ούτος σκωπτικώς, προσπαθών να μιμηθή την φωνήν του ερωτώντος...”.

Στην κρίσιμη αυτή στιγμή, αιφνιδίως το σκηνικό άλλαξε. Χωρικοί και διώκτες, στρέφουν αιφνίδια το βλέμμα σʼένα απόκρημνο βράχο, όπου είχε αναρριχηθεί η άμοιρη κοπέλα, η Ελενίτσα:

- Πόσα πουγγιά με παίρνετε; έκραξε τέλος η Ελενίτσα, δια φωνής τόσον ταραγμένης και τρεμούσης, ώστε δεν θα ηκούετο βεβαίως, αν πάντες δεν είχον επί του στόματός της προσηλωμένα τα βλέμματα.

- Κατέβα και δε σε παίρνουμε! έκραξεν εις απάντησιν ο πασάς.

- Δεν κατεβαίνω αν δε μου κάμης όρκο στο Μουχαμέτη σου.

-Επίτηδες τη βάλανε να πει αυτά... είπε κάποιος εκ των παρισταμένων εις τον πασάν. Θένε να μας γελάσουν οι γκιαούρηδες!

-Κατέβα, απήντησε τότε μεγαλοφώνως ο πασάς. Κατέβα και μα το Χριστό...

- Και εξερράγη εις σκωπτικόν γέλωτα αυτός και οι μετʼαυτού. Αλλʼο γέλως επάγωσεν εις τα χείλη των. Τα πρόσωπά των άτινα διέστελλεν ο καγχασμός, απέμειναν ως απολιθωμένα. Εγιναν λευκά ως σάβανα.

- Πατέρα, δεν πάει το χωριό, πάω εγώ. Πόσα πουγγιά...

Τας δύο τελευταίας λέξεις επρόφερεν η Ελενίτσα, αφού επήδησεν εκ του κρημνού. Έπειτα συστρεφομένη, καταπίπτουσα, άφηκε μικράν ακατανόητον κραυγήν, την τελευταίαν...

Ο πασάς ώρμησε προς το μέρος όπου θα έπιπτεν η Ελενίτσα. Απήχε δέκα βήματα αυτού. Ήλπισε προς στιγμήν να την σώση δεχόμενος το πίπτον σώμα εις τας αγκάλας του. Ο Χριστός όμως δεν επέτρεψε να μολυνθή η αγνή κόρη από το μιαρόν άγγιγμα του υβριστού Του. Πριν δε ακόμη συντριβή το σώμα της επί του σκληρού βράχου, η χείρ Του είχε περιβάλει την κεφαλήν της δια του φωτοστεφάνου, το οποίον απονέμει εις τους μάρτυρας:

Και ο πασάς κράζων Αλλάχ! Αλλάχ! πλήρης φόβου και καταπλήξεως ετράπη εις φυγήν ακολουθούμενος υπό των οπαδών του”.

*** *** *** ***

Η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Ετσι π.χ. η διευκρίνιση του παραπάνω γεγονότος, αν δηλ. έλαβε χώρα στην Άνω ή την Κάτω Σύμη, αν ήταν μια ή δύο οι κοπέλες που προτίμησαν να γκρεμιστούν από τον γκρεμό παρά να ατιμαστούν και να εξευτελιστούν από τους εχθρούς των, χρειάζεται επίμονη, μεθοδική διερεύνηση και κάποια...τύχη. Η αναζήτηση των πηγών, καταντά πολλές φορές θήρα αθήρευτος, αλλά και η αξιολόγησή τους απαιτεί ευρεία γνώση και ορθή κριση. Παρά τις προσπάθειές μου, δε μπόρεσα να μάθω αν ο γκρεμός με το όνομα Γκύπος υπάρχει στην Κάτω ή την Άνω Σύμη. Ίσως το μάθω μετά τη δημοσίευση.

Αντίθετα, η μυθιστορία δεν έχει ανάγκην αποδείξεων. Τη φτάνει ένα σχεδίασμα του μύθου. Ακολουθεί η τέχνη της πλοκής, η διατύπωση, ο τόνος, ο στόμφος, η αυθαίρετη προσθήκη ή η αφαίρεση. Η αρμονική σύνθεση όλων αυτών μας δίδει το τελικό προϊόν του λόγου και αποκαλύπτει το στόχο του συγγραφέα που αποτελεί και προσωπική του επιλογή. Η παρουσίαση όμως του ιστορικού γεγονότος, υπακούει στις αρχές της ιστορικής διερεύνησης που απαιτεί αντικειμενική θεώρηση και αδέκαστη κρίση.
 

 

 

horizontal rule

Questions or problems regarding this web site should be directed to [kairatos@hol.gr].
Copyright © 2000-2011[kairatos.com.gr][ANTONIS THOMAS VASILAKIS]. All rights reserved.
Last modified: Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012 02:01 πμ.

Για να ακούτε και την μουσική σε όσες σελίδες υπάρχει χρησιμοποιήστε Microsoft  internet explorer

Αν υπάρχει πρόβλημα στη σελίδα ενημερώστε με. kairatos@hol.gr